Υπάρχει μια λέξη που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε σχεδόν σαν εθνικό τρόπαιο:«Υπερπλεόνασμα».
Κάθε φορά που ανακοινώνεται, οι κυβερνήσεις μιλούν για «δημοσιονομική επιτυχία», «σταθερότητα», «αξιοπιστία», «επιστροφή στην κανονικότητα». Οι αγορές χειροκροτούν. Οι οίκοι αξιολόγησης χαμογελούν. Οι “θεσμοί” δείχνουν ικανοποιημένοι.
Το ερώτημα όμως είναι απλό:
Πώς ακριβώς παράγεται αυτό το υπερπλεόνασμα;
Διότι ένα κράτος δεν είναι λογιστικό φύλλο Excel.
Δεν είναι εταιρεία εκκαθάρισης.
Δεν υπάρχει για να παράγει αριθμούς. Υπάρχει για να κρατά όρθια μια κοινωνία.
Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής οικονομίας.
Το υπερπλεόνασμα δεν δημιουργείται επειδή ξαφνικά η χώρα έγινε παραγωγικός γίγαντας. Δεν προέκυψε επειδή η Ελλάδα απέκτησε βιομηχανική υπεροχή, τεχνολογική αυτάρκεια ή εκρηκτική αύξηση εξαγωγών.
Ένα μεγάλο μέρος του προκύπτει από κάτι πολύ πιο πεζό:
από υπερφορολόγηση, πίεση της κατανάλωσης, περιορισμό δαπανών, αναβολή επενδύσεων, ακριβότερη καθημερινότητα και διαρκή συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Με απλά λόγια:
Το κράτος αφαιρεί περισσότερη ενέργεια από την οικονομία απ’ όση επιστρέφει.
Και βραχυπρόθεσμα αυτό πράγματι μπορεί να βελτιώνει τους αριθμούς.
Αλλά η ιστορία δείχνει ότι όταν αυτό γίνεται για πολλά χρόνια, αρχίζει κάτι πιο ύπουλο:
η οικονομία φαίνεται στα χαρτιά σταθερή ενώ η πραγματική της βάση αδυνατίζει.
Η Ελλάδα έχει ξαναζήσει αυτό το έργο.
Από το 2000 μέχρι το 2009, το ΑΕΠ ανέβαινε εντυπωσιακά. Η χώρα έμοιαζε να “τρέχει”. Μεγάλα έργα, Ολυμπιακοί Αγώνες, δανεισμός, κατανάλωση, φθηνό χρήμα, ευρωπαϊκά πακέτα, τραπεζική επέκταση.
Οι αριθμοί έδειχναν πρόοδο.
Αλλά κάτω από την επιφάνεια, η οικονομία δεν παρήγαγε αντίστοιχη πραγματική ισχύ. Το παραγωγικό μοντέλο παρέμενε αδύναμο. Η χώρα κατανάλωνε και δανειζόταν ταχύτερα απ’ όσο παρήγαγε.
Και όταν σταμάτησε το εξωτερικό καύσιμο, ήρθε το 2010.
Η κρίση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Αποκαλύφθηκε ξαφνικά.
Αυτό είναι το σημείο που πολλοί σήμερα φοβούνται ότι μπορεί να επαναληφθεί — όχι με τον ίδιο τρόπο, αλλά με την ίδια λογική.
Διότι και σήμερα η ελληνική οικονομία εξαρτάται υπερβολικά από παράγοντες που δεν ελέγχει πλήρως:
- τουρισμό,
- ευρωπαϊκά κονδύλια,
- κατανάλωση,
- ακίνητα,
- εξωτερική ρευστότητα,
- και μια συνεχή προσπάθεια διατήρησης “καλών αριθμών”.
Το δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Απλώς σήμερα ο λόγος χρέος/ΑΕΠ φαίνεται καλύτερος επειδή αυξήθηκε το ονομαστικό ΑΕΠ κάτι που η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει κυρίως στο λεγόμενο “denominator effect”. Δηλαδή στον παρονομαστή. Στο ότι μεγάλωσε το ΑΕΠ. Όχι επειδή εξαφανίστηκε το βάρος του χρέους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα των υπερπλεονασμάτων:
όταν ένα κράτος πιέζει διαρκώς την κοινωνία για να διατηρεί λογιστική σταθερότητα, υπάρχει ένα σημείο όπου η οικονομία αρχίζει να κουράζεται.
- Η κατανάλωση πέφτει.
- Οι μικρές επιχειρήσεις πιέζονται.
- Οι νέοι φεύγουν.
- Οι επενδύσεις καθυστερούν.
- Η παραγωγική βάση συρρικνώνεται.
- Η κοινωνία φτωχαίνει αργά χωρίς να φαίνεται αμέσως στους δείκτες.
Και τότε αρκεί μία “στραβή”.
- Μια μεγάλη πτώση του τουρισμού.
- Μια διεθνής ύφεση.
- Ένα ενεργειακό σοκ.
- Ένας γεωπολιτικός κλυδωνισμός.
- Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών επιτοκίων.
Τότε οι ωραίοι αριθμοί αρχίζουν να ξεφλουδίζουν πολύ γρήγορα.
Γιατί η πραγματική αντοχή μιας οικονομίας δεν φαίνεται μόνο στο πλεόνασμα.
Φαίνεται στο πόσο αντέχει η κοινωνία που το παράγει.
Και η ιστορία δείχνει κάτι σκληρό:
Όταν ένα κράτος αρχίζει να ζει κυρίως για να καθησυχάζει δανειστές, αγορές και αξιολογήσεις, κινδυνεύει να ξεχάσει γιατί δημιουργήθηκε εξαρχής.
Όχι για να παράγει υπερπλεονάσματα.
Αλλά για να επιτρέπει σε μια κοινωνία να ζει χωρίς να σφίγγει συνεχώς το ζωνάρι μέχρι να πεθάνει απο ασιτία.
Πηγή: social media


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου