Γερμανία : Το AfD αρχίζει να μοιάζει με κόμμα εξουσίας


Η σαρωτική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ μπορεί εύκολα να περιγραφεί ως ένα ακόμη ορόσημο στην άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Το 43,8% που συγκέντρωσε το κόμμα στην εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής είναι άλλωστε το υψηλότερο ποσοστό που έχει πετύχει ποτέ το κόμμα σε εκλογές κρατιδίου στη Γερμανία και υπερδιπλάσιο από το 20,8% του 2021. Το CDU, που είχε κερδίσει τότε με 37,1%, περιορίστηκε τώρα στο 17,2%.

Αν όμως η σημασία του αποτελέσματος εξαντληθεί στα ποσοστά, χάνεται ίσως η σημαντικότερη παρατήρηση. Το AfD δεν μεγαλώνει πλέον μόνο ως αποδέκτης της λεγόμενης ψήφου διαμαρτυρίας. Αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά μαζικού κόμματος εξουσίας, την ίδια περίοδο που τα δύο κόμματα τα οποία κυριάρχησαν στη μεταπολεμική Γερμανία δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να εκπροσωπήσουν τις κοινωνικές ομάδες που κάποτε αποτελούσαν τη βάση τους.

Η περίπτωση της Σαξονίας-Άνχαλτ αποτυπώνει αρκετά καθαρά αυτή τη μετατόπιση. Το AfD ήρθε πρώτο σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και προσέλκυσε σε μεγάλη κλίμακα ανθρώπους που το 2021 δεν είχαν ψηφίσει, αλλά και πρώην ψηφοφόρους του CDU. Κυρίως όμως δεν επιλέγεται πλέον μόνο για να τιμωρηθούν οι άλλοι.

Οι έρευνες της Infratest dimap δείχνουν θεαματική αύξηση της εμπιστοσύνης προς το κόμμα σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής. Το 2021 μόλις το 8% των ψηφοφόρων θεωρούσε ότι το AfD διέθετε καλύτερες απαντήσεις για την οικονομία. Πλέον το ποσοστό έχει φτάσει στο 30%, έναντι 28% για το CDU. Αντίστοιχη ενίσχυση καταγράφεται και σε άλλες κατηγορίες. Ενα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν ψηφίζει επομένως πλέον το AfD μόνο για να δείξει τι απορρίπτει. Αρχίζει να πιστεύει ότι το κόμμα μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα.

Η κοινωνική ανασφάλεια πίσω από το 44%

Η μετανάστευση παραμένει κρίσιμο στοιχείο της επιτυχίας του AfD, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει την έκταση της νίκης του. Η Σαξονία-Άνχαλτ είναι ένα από τα κρατίδια όπου οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της γερμανικής επανένωσης εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα ορατές.

Οι μισθοί παραμένουν χαμηλότεροι από τη δυτική Γερμανία, ο πληθυσμός είναι από τους γηραιότερους της χώρας και πολλές περιοχές έχουν περάσει από αλλεπάλληλους κύκλους βιομηχανικής αναδιάρθρωσης και πληθυσμιακής συρρίκνωσης. Σε αυτή την κληρονομιά προστίθενται πλέον η οικονομική στασιμότητα της Γερμανίας, η πίεση στο βιομηχανικό της μοντέλο και η αύξηση του κόστους ζωής.

Περίπου επτά στους δέκα ψηφοφόρους δηλώνουν ότι φοβούνται πως η συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής μπορεί κάποια στιγμή να τους καταστήσει αδύνατο να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 51% πιστεύει πως λαμβάνει μικρότερο από το δίκαιο μερίδιό του από την ευημερία της Γερμανίας. Μεταξύ των ψηφοφόρων του AfD το ποσοστό αυτό φτάνει στο 66%. Το αποτέλεσμα επομένως δεν περιγράφει μόνο μια ιδεολογική μετατόπιση προς τα δεξιά. Περιγράφει και μια κρίση πολιτικής εκπροσώπησης.


Οταν τα Volksparteien παύουν να είναι τα “κόμματα του λαού”

Για δεκαετίες CDU και SPD δεν ήταν απλώς οι δύο μεγαλύτερες εκλογικές παρατάξεις της Γερμανίας. Ο ίδιος ο όρος Volksparteien, «κόμματα του λαού», περιέγραφε μια βαθύτερη σχέση. Το SPD είχε οργανικούς δεσμούς με τον κόσμο της εργασίας και τα συνδικάτα. Το CDU συνέδεε με το πολιτικό σύστημα μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης, μικρές επιχειρήσεις, χριστιανικές κοινότητες και συντηρητικότερους εργαζομένους. Τα δύο κόμματα δεν συγκέντρωναν απλώς ψήφους. Μετέτρεπαν κοινωνικά συμφέροντα σε πολιτική εκπροσώπηση.

Αυτή η σχέση αποδυναμώνεται εδώ και δεκαετίες. Η αποβιομηχάνιση, η υποχώρηση των συνδικάτων και των παραδοσιακών κοινωνικών οργανώσεων και οι αλλαγές στην αγορά εργασίας διέλυσαν μεγάλο μέρος των παλιών κομματικών δεσμών. Η αποσύνδεση αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά τους ψηφοφόρους στην ακροδεξιά. Δημιουργεί όμως ένα πολύ μεγαλύτερο εκλογικό σώμα χωρίς σταθερή πολιτική ταύτιση, το οποίο το AfD κατάφερε να διεκδικήσει αποτελεσματικά.

Στην Ανατολική Γερμανία η διαδικασία υπήρξε ακόμη εντονότερη. Τα δυτικογερμανικά κόμματα βρέθηκαν μετά την επανένωση σε μια κοινωνία όπου δεν διέθεταν τις βαθιές οργανωτικές ρίζες που είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες στη Δύση. Η οικονομική ανατροπή της δεκαετίας του 1990 και η μαζική μετακίνηση πληθυσμού προς τα δυτικά άφησαν πίσω τους μια πολιτική δυσπιστία που αποδείχθηκε πολύ ανθεκτική.

Υπάρχει βέβαια και πολιτική ευθύνη. Οι αλλεπάλληλες κυβερνητικές συνεργασίες CDU και SPD περιόρισαν στα μάτια πολλών ψηφοφόρων τη διακριτή ταυτότητα των δύο ιστορικών αντιπάλων. Οι διαφορές τους δεν εξαφανίστηκαν. Εγιναν όμως λιγότερο πειστικές για εκείνον που έβλεπε την καθημερινότητά του να αλλάζει ελάχιστα ανεξαρτήτως κυβερνητικού συνασπισμού.

Η διπλή κρίση CDU και SPD

Για το SPD το πρόβλημα έχει μεγαλύτερο ιστορικό βάθος. Οι μεταρρυθμίσεις της Agenda 2010 και της αγοράς εργασίας επί Γκέρχαρντ Σρέντερ είχαν ήδη τραυματίσει τη σχέση του με τμήματα της παραδοσιακής εργατικής του βάσης. Οι επανειλημμένες συμμετοχές σε κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού δυσκόλεψαν στη συνέχεια την προσπάθειά του να εμφανίσει μια σαφώς διαφορετική κοινωνική πρόταση.

Η Σαξονία-Άνχαλτ αποκαλύπτει πόσο βαθύ έχει γίνει το πρόβλημα. Η κοινωνική ασφάλεια ήταν το σημαντικότερο ζήτημα για τους ψηφοφόρους, αλλά το SPD περιορίστηκε στο 9,2%. Το κόμμα που οικοδόμησε την ιστορική του ταυτότητα πάνω στην εκπροσώπηση της εργασίας δεν αποτελεί πλέον την αυτονόητη επιλογή εκείνων που αισθάνονται οικονομικά επισφαλείς. Και το 78% όσων το ψήφισαν δήλωσε ότι σημαντικό κίνητρο ήταν να εμποδίσει την ανάδειξη πρωθυπουργού από το AfD.

Το CDU βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διαφορετική αποτυχία. Ο Φρίντριχ Μερτς επιχείρησε μια σαφέστερη συντηρητική στροφή, ιδιαίτερα στη μετανάστευση, θεωρώντας ότι έτσι θα επαναπατρίσει ψηφοφόρους του AfD. Η Σαξονία-Άνχαλτ δείχνει ότι η συνταγή δεν λειτουργεί τόσο απλά.

Πάνω από οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους θεωρούν ότι το CDU υποσχέθηκε πολλά πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές και υλοποίησε λίγα. Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του κόμματος, την ίδια άποψη έχει περίπου το ένα τρίτο. Η μετακίνηση προς αυστηρότερες θέσεις στη μετανάστευση δεν ανέκοψε τη διαρροή. Οταν το CDU υιοθετεί μέρος της ατζέντας του AfD, μπορεί να αυξάνει τη σημασία ακριβώς των θεμάτων στα οποία ο αντίπαλός του θεωρείται αυθεντικότερος.


Το τείχος που πια δεν αρκεί

Ετσι το περίφημο γερμανικό Brandmauer, το «τείχος προστασίας» που αποκλείει τη συνεργασία των υπόλοιπων κομμάτων με το AfD, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα πολιτικό παράδοξο. Η απομόνωση του AfD μπορεί να αποτελεί επιλογή των δημοκρατικών κομμάτων. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει μια στρατηγική επανασύνδεσης με τους ψηφοφόρους.

Οσο μεγαλώνει το AfD, τόσο ευρύτερη συνεργασία μεταξύ των υπολοίπων απαιτείται για να παραμείνει έξω από την κυβέρνηση. Και όσο περισσότερο CDU, SPD, Πράσινοι και Αριστερά αναγκάζονται να συνεργάζονται με βασικό κοινό παρονομαστή τον αποκλεισμό του, τόσο ευκολότερα το AfD μπορεί να παρουσιάζει τους αντιπάλους του ως διαφορετικές εκδοχές ενός ενιαίου πολιτικού κατεστημένου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Brandmauer πρέπει να εγκαταλειφθεί. Σημαίνει ότι μπορεί να εμποδίσει την είσοδο του AfD στην κυβέρνηση, αλλά δεν μπορεί από μόνο του να εμποδίσει την αύξηση της εκλογικής του επιρροής. Η Σαξονία-Άνχαλτ μοιάζει ήδη να χωρίζεται σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, το AfD και τους υπόλοιπους. Πρόκειται για βαθύτερη αλλαγή από μια ακόμη εκλογική νίκη της ακροδεξιάς.

Το AfD κατάφερε να μετατραπεί σε μαζικό κόμμα ακριβώς την περίοδο που τα παλιά μαζικά κόμματα δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως τέτοια. Το CDU χάνει την ικανότητα να συγκρατεί μεγάλο μέρος του συντηρητικού κόσμου. Το SPD χάνει την προνομιακή σχέση του με τους κοινωνικά και οικονομικά ανασφαλείς. Και το AfD αρχίζει να καταλαμβάνει όχι μόνο τις ψήφους που αφήνουν πίσω τους, αλλά και τον χώρο της πολιτικής εκπροσώπησης που εγκαταλείπουν.

Το 44% στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν σημαίνει ακόμη ότι το AfD βρίσκεται ένα βήμα από την εξουσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Δείχνει όμως ότι η στρατηγική της πολιτικής απομόνωσής του δεν αρκεί για να ανακόψει την κοινωνική του διεύρυνση. Το γερμανικό πολιτικό σύστημα έχει καταφέρει μέχρι τώρα να κρατήσει το AfD έξω από την κυβέρνηση. Δεν έχει καταφέρει όμως να ανακόψει τη διεύρυνση της κοινωνικής του βάσης και, κυρίως, τη μετατροπή του από κόμμα διαμαρτυρίας σε πολιτική δύναμη με την οποία ταυτίζεται ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των Γερμανών ψηφοφόρων

Ιστορικής σημασίας

Από τις πρωσικές εκλογές του 1932, είχε κόμμα δεξιά της Χριστιανοδημοκρατίας να πάρει 40%+ στη Σαξωνία, Ανχαλτ. Είχαν πάρει οι Ναζί ~41% και 7% ένα άλλο εθνικιστικό κόμμα λίγο πιο ήπιο.

Στις πρώτες εκλογές μετά την πτώση του τείχους είχαν CDU (Χριστιανοδημοκρατία) 39%, SPD (Σοσιαλδημοκράτες) 26% και Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) 13,5%. Τώρα έχουν: CDU 16,9%, SPD με 9,1%, Πράσινοι 8,9%, Αριστερά (Linke) 8,4%, Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) 5,2%. Το FDP μένει εκτός με 2,5%. Δηλαδή, τώρα το 78% των συστημικών κομμάτων του παρελθόντος έπεσε στο 29%.

Να σημειωθεί πως ο παππούς της Alice Weidel, αρχηγού της AfD, ήταν δεδηλωμένος και πασίγνωστος Ναζί.

Αραγε, έχει τελείωσε η μεταπολεμική περίοδος στη Γερμανία, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη;


Πηγή: neostrategy.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου