Η παρακμή της Δημοκρατίας, η άνοδος του Επιστημονισμού και οι δήθεν κορωνοηλίθιοι

 

Του Βασίλη Βιλιάρδου

Όλοι μας θα έχουμε αντιληφθεί πως οι επιστήμονες δεν ήταν ποτέ τόσο παρόντες στη δημόσια ζωή – σεισμολόγοι σε περιόδους σεισμών, τουρκολόγοι σε εντάσεις με την Τουρκία, μαζί με γεωστρατηγικούς αναλυτές, καθώς επίσης με ειδικούς στα όπλα κοκ. Ειδικά όμως τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, οι επιστήμονες (λοιμωξιολόγοι, γιατροί κλπ.), εμφανίζονταν συχνά δίπλα σε κορυφαίους πολιτικούς στις τηλεοράσεις – για να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν τα πολιτικά μέτρα που ελήφθησαν ή θα λαμβάνονταν, για την καταπολέμηση του κορωνοϊού.

Ακόμη περισσότερο, οι υπολογισμοί και οι προβλέψεις των μοντέλων τους, εμφανίζονται τακτικά στις εφημερίδες – ενώ ο απλός Πολίτης ενθαρρύνεται να «ακολουθήσει την επιστήμη». Όλα αυτά όμως θέτουν ένα απαράδεκτο βάρος στην επιστήμη, ως καθοδηγητική αρχή της δημόσιας ζωής – αποτελώντας μεγάλο κίνδυνο τόσο για τις κοινωνίες, όσο και για την ίδια.

Περαιτέρω, η ξαφνική ανάδειξη της επιστήμης και των επιστημόνων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δεν είναι πρωτοφανής – αποτελεί δε ουσιαστικό μέρος της διάβρωσης της Δημοκρατίας στις χώρες της Δύσης, από τις αρχές του 1980. Τότε κυριάρχησε ο νεοφιλελευθερισμός, μετατοπίζοντας τις δημοκρατικές πλειοψηφικές αποφάσεις, σε μη πλειοψηφικές τεχνοκρατών εμπειρογνωμόνων – με την εγγύηση βελτιωμένων αποδόσεων και καλύτερων αποτελεσμάτων.

Η αιτιολογία ήταν πως όσοι γνωρίζουν καλύτερα, υποτίθεται πως λαμβάνουν τις «σωστές» αποφάσεις – επομένως οι τεχνοκράτες και όχι οι «άπειροι» πολιτικοί, οι οποίοι τείνουν πάντοτε να παίρνουν λανθασμένες αποφάσεις, για να ταιριάζουν σε μία συγκεκριμένη ομάδα συμφερόντων που υπηρετούν. Έτσι δεν υπάρχει πλέον σχεδόν κανένας πολιτικός τομέας, στον οποίο δεν έχουν λόγο οι μη εκλεγμένοι τεχνοκράτες – όπως στη νομισματική πολιτική με τις ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες, στις πρώην εταιρίες κοινής ωφελείας ή σε αυτές που έχουν απομείνει ακόμη στο δημόσιο, στους ρυθμιστές της αγοράς όπως είναι οι επιτροπές ανταγωνισμού, στις οργανώσεις προστασίας καταναλωτών κοκ.

Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί μία θεμελιώδη μετατόπιση, στη βάση της πολιτικής εξουσίας. Ειδικότερα, στο παρελθόν η εξουσία βασιζόταν σε έναν ισχυρισμό κοινωνικής υπεροχής – η οποία δικαιολογούταν από αριστοκρατικές και θρησκευτικές ιδεολογίες. Στη συνέχεια, οι ιδεολογίες αυτές κατέρρευσαν σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές επαναστάσεις του 18ου, του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα – ενώ το μόνο αξιόπιστο υποκατάστατο ήταν η εξουσία των ίδιων των ανθρώπων: η ιδέα πως η συγκατάθεση των διοικουμένων, είναι η μοναδική που νομιμοποιεί την εξουσία του κράτους.

Εν προκειμένω, ακόμη και το Σύνταγμα που πρότειναν οι Έλληνες στον Καποδίστρια, αμέσως μετά την επανάσταση του 1821, περιλάμβανε στο τρίτο κεφάλαιο του τα «περί δημοσίου δικαίου των Ελλήνων» – ορίζοντας στην αρχή ότι, «η κυριαρχία ευρίσκεται στο λαό και πως από το λαό εκπορεύονται όλες οι εξουσίες». Ο Καποδίστριας όμως δεν το αποδέχθηκε, θεωρώντας τους μη ώριμους πολιτικά μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς – θυμίζοντας πως αυτοί οι «ανώριμοι» επέλεξαν να θεωρήσουν το έθνος τους απόγονο της Αρχαίας Ελλάδας και όχι της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Συνεχίζοντας, στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1970 τα πράγματα άλλαξαν εντελώς, αφού οι ελίτ είχαν την εντύπωση πως υπήρχε πάρα πολύ Δημοκρατία – επειδή τόσο το οργανωμένο εργατικό δυναμικό στη Δύση, όσο και οι αναδυόμενες χώρες του τρίτου κόσμου, απαιτούσαν αφενός μεν συνεχώς υψηλότερους μισθούς, αφετέρου μία νέα διεθνή οικονομική τάξη. Στα πλαίσια αυτά, οι νεοφιλελεύθεροι υποστήριξαν επιτυχώς πως το κράτος πρέπει να αναδιαμορφωθεί – έτσι ώστε να είναι λιγότερο δημοκρατικό και να υποτάσσεται λιγότερο στις απαιτήσεις της πλειοψηφίας.

Αυτό ακριβώς συνέβη, μέσα από συγκρουσιακές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στη Δύση και την επιβολή «διαρθρωτικών προσαρμογών» στον παγκόσμιο νότο – τις οποίες βιώνουμε ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα, όπου το Σύνταγμα δεν έχει πλέον καμία ισχύ, αλλά τα μνημόνια, η ενισχυμένη εποπτεία κοκ. Σε τελική ανάλυση, η εξουσία της λήψης των αποφάσεων έχει ανατεθεί στις ιδιωτικές δυνάμεις της αγοράς και στους τεχνοκράτες εμπειρογνώμονες – γεγονός που επεξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ομοιόμορφη στάση όλων σχεδόν των κρατών, στο θέμα της διαχείρισης της πανδημίας.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η δημοκρατική λήψη αποφάσεων, ο έλεγχος και η συζήτηση, έχουν ανασταλεί ή αποδυναμωθεί σημαντικά – ενώ οι κυβερνήσεις βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στους επιστήμονες της επιλογής τους, φτάνοντας σε σημείο αυτοί να μας απειλούν σήμερα στην Ελλάδα με ένα νέο lockdown, παρά το ότι είναι τεκμηριωμένα καταστροφικό τόσο για την υγεία γενικότερα, όσο και για την οικονομία (εικόνα, πηγή). Φυσικά ο συγκεκριμένος επιστήμονας δεν ανησυχεί για το εάν θα πεινάσει ή όχι, από το θανατηφόρο συνδυασμό κλειδωμάτων και πληθωρισμού – αφού μάλλον αμείβεται αδρά από το δημόσιο.

Ειδικά σε σχέση με τα κλειδώματα, εφαρμόζεται ακριβώς η σταθερά αναγνωρίσιμη λογική, με την οποία επιβάλλεται ο νεοφιλελευθερισμός: δεν υπάρχει εναλλακτική λύση (There Is No Alternative, ΤΙΝΑ). Δηλαδή, δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση στην άνευ προηγουμένου απώλεια των πολιτικών ελευθεριών των ανθρώπων και στους έκτακτους κανονισμούς με δικτατορικά διατάγματα – όσον αφορά τα lockdown, τις καραντίνες, τις μάσκες, τον αποκλεισμό των παιδιών από τα σχολεία, τους εκβιασμούς για υποχρεωτικό εμβολιασμό κοκ.

Πάντοτε δε με την ίδια δικαιολογία: Η Επιστήμη το λέει, με «Η» κεφαλαίο και με «Ε» κεφαλαίο. Οι κυβερνήσεις ακολουθούν την Επιστήμη και οι Πολίτες είναι υποχρεωμένοι να κάνουν το ίδιο – ενώ όποιος αρνείται, είναι ένας επικίνδυνος τρελός που αδιαφορεί για τους συνανθρώπους του, ένας γραφικός, ένας ανόητος ψεκασμένος κοκ.

Τα όρια του επιστημονισμού 

Περαιτέρω, το μεγάλο πρόβλημα είναι πως η επιστήμη απλά δεν λειτουργεί ως πηγή εξουσίας με τον παραπάνω τρόπο – αφού δεν πρόκειται για ένα αμετάκλητο σύνολο αληθειών, ούτε για ένα ιερό βιβλίο που υπαγορεύει τι είναι σωστό να γίνει και τι λάθος. Η επιστήμη είναι μία διαδικασία – μία προσπάθεια ανακάλυψης της αλήθειας που βαδίζει μέσα από χιλιάδες μονοπάτια δοκιμών και λαθών. Οι επιστήμονες διατυπώνουν αλληλοσυγκρουόμενες υποθέσεις, τις δοκιμάζουν με αυστηρό τρόπο, εξάγουν προκαταρκτικά συμπεράσματα και μετά επαναλαμβάνουν τη διαδικασία – αφού η επιστήμη είναι ένας θεσμοθετημένος σκεπτικισμός και όχι μία καθιερωμένη αλήθεια.

Εν τούτοις δεν ακολουθούνται πάντοτε οι ίδιες διαδικασίες – επειδή οι επιστήμονες είναι και αυτοί άνθρωποι με λάθη, όπως όλοι μας. Για παράδειγμα, είναι γνωστό σήμερα από μελέτες (πηγή) πως οι επιστήμονες συχνά προσκολλώνται στο «πρότυπο» που επικρατεί – αγνοώντας τα στοιχεία που το διαψεύδουν έως ότου καταστούν τόσο συντριπτικά, ώστε να είναι απαραίτητη μία επαναστατική «αλλαγή παραδείγματος».

Εν προκειμένω, αρκετές κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες έχουν αποκαλύψει πολυάριθμες αμφισβητήσιμες πρακτικές στα πειραματικά εργαστήρια – τις οποίες έχουν βέβαια επιδεινώσει σημαντικά ο ανταγωνισμός και τα κίνητρα της αγοράς. Η ονομαζόμενη «κρίση αναπαραγωγής» σε πολλούς επιστημονικούς τομείς, αποδεικνύει την ευρεία απάτη όσον αφορά την απόκτηση επιχορηγήσεων, δημοσιεύσεων και παραπομπών – ενώ όλα αυτά υπογραμμίζουν μόνο το γεγονός ότι, η επιστήμη δεν είναι μία σταθερή και αδιαμφισβήτητη βάση, για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων.

Εάν τώρα προσπαθήσει κάποιος να χρησιμοποιήσει την επιστήμη ως αποκλειστική βάση για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, αποκλείοντας ως εκ τούτου όλες τις άλλες σκέψεις, η ίδια η επιστήμη αναπόφευκτα πολιτικοποιείται – οπότε, αντί για μάχες μεταξύ πολιτικών κομμάτων που αντιπροσωπεύουν διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα, θα έχουμε μάχες μεταξύ διαφορετικών ερευνητικών ομάδων (ή επιστημόνων, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα με τους λοιμωξιολόγους)!

Για παράδειγμα, στη Μ. Βρετανία επιβλήθηκε το κλείδωμα, με κριτήριο τη μελέτη του Imperial College – η οποία προέβλεψε 500.000 θανάτους (πηγή). Εν τούτοις, μία μελέτη του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, αμφισβήτησε ορισμένα από τα αποτελέσματα του Imperial College (πηγή) – τα οποία με τη σειρά τους αμφισβητήθηκαν από άλλους ειδικούς.

Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια άνθρωποι προσπάθησαν να μετατραπούν σε «επιδημιολόγους του καναπέ» – έτσι ώστε να επιλέξουν κοιτάζοντας τηλεόραση τη σωστή ερμηνεία, ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντικρουόμενες απόψεις των «αντιπάλων» ομάδων. Όμως, οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε καθόλου ικανοί να κάνουμε κάτι τέτοιο – οπότε αποκλειόμαστε αυτόματα από τη συζήτηση, σχετικά με τον τρόπο διοίκησης των κοινωνιών μας.

Συνεχίζοντας, το πιο σοβαρό παράδειγμα πολιτικοποίησης της επιστήμης, είναι η συμπεριφορά του κράτους προς τους συγγραφείς της διακήρυξης του Great Barrington (Great Barrington Declaration ή GBD, πηγή) – υπογεγραμμένης από τουλάχιστον 850.000 Πολίτες διαφορετικών κρατών. Εν προκειμένω, οι εν λόγω κορυφαίοι επιστήμονες του πλανήτη, τάχθηκαν εναντίον των μη τεκμηριωμένων αποκλεισμών, όπως τα lockdown, υποστηρίζοντας τη στοχευμένη προστασία – με κριτήριο το ότι, ο κορονοϊός προσβάλλει κυρίως τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς.

Εν τούτοις, αντιμετώπισαν μία εντυπωσιακή εκστρατεία ύβρεων, κατάχρησης και εκφοβισμού – με επιθέσεις όχι στην επιστημονική βάση των δεδομένων τους, αλλά στις προσωπικές πολιτικές τους αντιλήψεις. Σε τελική ανάλυση, η GBD δυσφημίσθηκε ως ένα σχέδιο που υποστηριζόταν από φιλελεύθερους δισεκατομμυριούχους – κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Από την άλλη πλευρά, η βρετανική «Ανεξάρτητη Επιστημονική Συμβουλευτική Ομάδα για Καταστάσεις Εκτάκτου Ανάγκης» (SAGE), η οποία ανταγωνίζεται την επίσημη Αρχή, επικρίθηκε φερόμενη πως τα μέλη της έχουν «κομμουνιστική συμπάθεια» – ενώ ο επικεφαλής ιατρικός αξιωματούχος της κυβέρνησης, δέχθηκε ακόμη και επίθεση στο δρόμο. Εκτός αυτού, η επιστημονική συζήτηση για πιθανές θεραπείες με φάρμακα, όπως η Υδροχλωροκίνη και η Ιβερμεκτίνη (ανάλυση), έχει δυσοίωνα πολιτικοποιηθεί, με ενδεχόμενο κόστος χιλιάδων ζωών παγκοσμίως – επειδή υποστηρίχθηκαν πρόωρα από τον πρόεδρο Trump! Όποιος δε γράψει κάτι σχετικό στα μέσα μαζικής δικτύωσης, κινδυνεύει να μπλοκαριστεί – θεωρούμενος ως αντιδραστικός, εάν όχι τρομοκράτης.

Τα παραπάνω δείχνουν το μέγεθος της αποπολιτικοποίησης και της τεχνοκρατικής κυριαρχίας – ενώ είναι σπάνια δυνατόν, εάν υποθέσουμε πως είναι, να ορισθεί η «σωστή» πολιτική οριστικά. Ακόμη όμως και αν ήταν δυνατός ένας τέτοιος ορισμός, οι πολιτικές δεν είναι ποτέ ουδέτερες – αφού έχουν άνισο κόστος και οφέλη, για τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, οπότε οι εκάστοτε πολιτικές είναι πιθανότατα αμφιλεγόμενες.

Στα πλαίσια αυτά, οι προσπάθειες «επιστημονικής» άρνησης ή περιορισμού των συγκεκριμένων συγκρούσεων, ισοδυναμούν με την καταστολή της ίδιας της Δημοκρατίας – αφού απλά μετατοπίζουν τον πολιτικό αγώνα στον τεχνοκρατικό τομέα. Εκεί όμως, ο πολιτικός αγώνας επανεμφανίζεται με τα εγγενή χαρακτηριστικά του – συχνά μεταξύ ανθρώπων που δεν είναι προετοιμασμένοι για τέτοιες συγκρούσεις, όπως οι επιστήμονες.

Επί πλέον, ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος να χάσουν οι επιστήμονες το θάρρος τους να εκφραστούν σε αμφιλεγόμενα θέματα – ή ακόμη και να διεξάγουν έρευνες, σε πολιτικά ευαίσθητους τομείς. Ειδικότερα, πολλοί από αυτούς που διαφωνούν με την τρέχουσα προσέγγιση, όσον αφορά την πανδημία, σιωπούν λόγω του φόβου τους – ενώ ο δημόσιος σεβασμός για την επιστήμη υπονομεύεται, όταν συνδέεται με ένα αδιαφανές πολιτικό καθεστώς. Το γεγονός αυτό μακροπρόθεσμα μπορεί να βλάψει πολύ σοβαρά την ίδια την επιστήμη – οπότε την κοινωνία στο σύνολο της, αφού δεν θα εμπιστεύεται πλέον τίποτα (όπως έχει συμβεί εν μέρει με τη Δικαιοσύνη στην Ελλάδα).

Η επιμονή των ελίτ στη ληστρική πολιτική τους 

Συνεχίζοντας, δυστυχώς οι κυρίαρχες ελίτ και οι επικρατούσες κοινωνικές τάξεις που υποστηρίζουν την τεχνοκρατική χάραξη πολιτικής, φαίνεται πως δεν αναγνωρίζουν τις παραπάνω εγγενείς αντιφάσεις – ενώ ο συγκεκριμένος τρόπος διακυβέρνησης της κοινωνίας, έχει σε κάποιο βαθμό καταρρεύσει πριν από μερικά χρόνια. Το γεγονός αυτό συμπεραίνεται κάπως πιο ξεκάθαρα από το BREXIT, όπου η πλειοψηφία των Βρετανών Πολιτών απέρριψε τις «συμβουλές» του συντριπτικού αριθμού των τεχνοκρατών εμπειρογνωμόνων, αλλά και του αριστερού εργατικού κόμματος – ψηφίζοντας υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ.

Εν τούτοις, το κατεστημένο δεν σκέφθηκε γιατί εκατομμύρια άνθρωποι αποφάσισαν πως η ελιτίστικη, τεχνοκρατική διακυβέρνηση, όπου οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονταν από τους μη εκλεγμένους επικεφαλής της Κομισιόν και της ΕΚΤ, δεν ήταν ικανοποιητική – αλλά κατέκριναν το κοινό για αρκετά χρόνια, χαρακτηρίζοντας το ως ανόητο, ρατσιστικό, αδαές ή υπερασπιστή του Putin.

Κάτι ανάλογο διαπιστώνεται επίσης, σε σχέση με την πανδημία και τα εμβόλια – όπου πολλές κυβερνήσεις επιτίθενται στις δήθεν ψεύτικές ειδήσεις (fake news), προωθώντας την ήδη διαδεδομένη λογοκρισία των καθεστωτικών ΜΜΕ, ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχουν δε ελάχιστες αναφορές στις μαζικές διαμαρτυρίες χιλιάδων ανθρώπων στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία και αλλού – ενώ οι διαδηλωτές χαρακτηρίζονται συλλήβδην συνωμοσιολόγοι, γραφικοί ή «κορωνοηλίθιοι», χωρίς να δίνεται σημασία στους φόβους τους και στην απώλεια της εμπιστοσύνης τους στην επιστήμη.

Ούτε στο γεγονός ότι αδυνατούν να καταλάβουν πώς μία φαρμακευτική εταιρία που εφηύρε το εμβόλιο, όπως η BioNTech (ανάλυση) χρηματοδοτήθηκε από τους φορολογουμένους, πουλώντας τους στη συνέχεια το εμβόλιο με τεράστια κέρδη – αισχροκερδώντας μέσω των ίδιων των κυβερνήσεων.

Ακόμη χειρότερα, η πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας επέμεινε δημόσια ότι, η κυβέρνηση της ήταν «η μόνη πηγή αλήθειας» – προτρέποντας το λαό «να αγνοήσει όλα τα άλλα»! Όσο για την κυβέρνηση της Αυστραλίας, αναζητάει με κατασκόπους της «ξένους υποκινητές» – επειδή πιστεύει πως αυτοί βρίσκονται πίσω από τις μαζικές αντιδράσεις εναντίον του αποκλεισμού. Στρέφει δε τις υποψίες της σε Γερμανούς «εξτρεμιστές», στην Κίνα και στη Ρωσία – αδυνατώντας να καταλάβει γιατί αντιδρούν οι Πολίτες!

Την ίδια στιγμή, οι δημοσιογράφοι του καθεστώτος τοποθετούνται εναντίον των λεπτομερών αναφορών, σχετικά με τη χρησιμοποίηση της ψυχολογίας της συμπεριφοράς από τις κυβερνήσεις – με στόχο τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης (ανάλυση). Μίας χειραγώγησης που έχει ως βασικό όπλο το διασυρμό της αντίθετης άποψης – χαρακτηρίζοντας τους αντιτιθέμενους, τους μη καθεστωτικούς, ως αδιάντροπα ηλιθίους, ως εξωφρενικά συνωμοσιολόγους και ως αθεράπευτα ανόητους.

Περαιτέρω, η πανδημία θα υποχωρήσει τελικά – αλλά η κλιμακούμενη σύγκρουση μεταξύ της τεχνοκρατικής κυριαρχίας και του επαναστατικού αιτήματος για μεγαλύτερο έλεγχο των Πολιτών στη λήψη των αποφάσεων ή, έστω, για τη θεμελιώδη εκπροσώπηση των κοινωνικών ομάδων στις πολιτικές συζητήσεις, δεν θα σταματήσει. Είναι δε πολύ πιθανόν να επανεμφανισθεί στα πλαίσια της κλιματικής αλλαγής (ανάλυση) και της αυξανόμενης δέσμευσης για μία πολιτική μηδενικών ρύπων – όσον αφορά τις εκπομπές άνθρακα.

Εν προκειμένω, ασφαλώς χρειάζονται αποφασιστικά μέτρα κατά της μόλυνσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος – ανεξάρτητα εάν αφορούν τον άνθρακα ή όχι. Πολλά όμως από αυτά τα μέτρα που λαμβάνονται, με τη σημερινή τους μορφή, θα επιφέρουν τεράστιο κόστος στις αδύναμες εισοδηματικές τάξεις – όπως φαίνεται ήδη από τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού στην Ελλάδα και αλλού. Επομένως θα προκαλέσουν αναπόφευκτα νέες διαμαρτυρίες.

Εν τούτοις οι κυρίαρχες ελίτ, λόγω των μέχρι σήμερα επιτυχιών τους σε όλα τα μέτωπα, από τις ιδιωτικοποιήσεις και τα μνημόνια, έως την πανδημία και τα εμβόλια, δεν θα προσπαθήσουν να απαλύνουν τις πιέσεις των αδυνάτων μέσω μίας αλλαγής της πολιτικής τους – αλλά θα εντείνουν την υφιστάμενη, απαιτώντας από τους ανθρώπους να σεβαστούν την επιστήμη και να κάνουν θυσίες για τον πλανήτη (θυμίζοντας τις θυσίες για την οικονομία στην Ελλάδα των μνημονίων), δυσφημώντας τους αντιπάλους τους ως ηλιθίους ή κάτι ακόμη χειρότερο.

Παράδειγμα οι διαδηλώσεις των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία (άρθρο), οι οποίες πυροδοτήθηκαν από τους «πράσινους φόρους» που επέβαλε η κυβέρνηση – με αποτέλεσμα να πληγούν οικονομικά οι φτωχές εισοδηματικές τάξεις που κατοικούσαν στα προάστια του Παρισιού και σε μικρές πόλεις. Εν προκειμένω, αντί να ακούσει τα παράπονα τους ο Macron και να αναζητήσει λύσεις, αρνήθηκε να αλλάξει την πολιτική του – ενώ χαρακτήρισε τα «κίτρινα γιλέκα» ως φασίστες.

Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε για την αντιμετώπιση τους τη μιλιταριστική γαλλική αστυνομία, διαλύοντας τους με τη χρήση εξαιρετικά βίαιων μεθόδων – με αποτέλεσμα τουλάχιστον 12 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες έως το τέλος του 2019, συμπεριλαμβανομένων 5 κομμένων χεριών, 24 χαμένων ματιών και 315 τραυματισμών στο κεφάλι.

Επίλογος 

Ολοκληρώνοντας, εάν υπάρχει κάτι που μπορούμε να μάθουμε από την πανδημία, είναι το ότι η επιστήμη αποτελεί κάτι εξαιρετικά πολύτιμο, για να θυσιάζεται στο βωμό της πολιτικής – ενώ δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καμία περίπτωση ως «εργαλείο» δικτατορικής διακυβέρνησης και υποταγής των Πολιτών. Ούτε βέβαια μπορεί να χρησιμεύει ως βάση της κρατικής εξουσίας. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο με τη φύση της, ως αμφιλεγόμενη και σκεπτόμενη ερευνητική διαδικασία – η οποία μπορεί να ενημερώνει τους πολιτικούς, όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, αλλά είναι εγκληματικό να τις καθορίζει.

Η πολιτική δεν είναι να βρούμε τη «σωστή» απάντηση σε όλα τα ζητήματα, έτσι ώστε να αναθέσουμε τη λήψη αποφάσεων σε ειδικούς – αφού πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, αξιών και προτιμήσεων. Όποιος το αρνείται, καταδικάζει στη σιωπή όλους όσους έχουν το δικαίωμα να έχουν λόγο – να συν καθορίζουν τον τρόπο, με τον οποίο διοικείται μία κοινωνία. Εάν δεν αναγνωρισθεί από όλους μας, ιδιαίτερα από τις κυρίαρχες ελίτ, η Επιστήμη και η Δημοκρατία θα συνεχίσουν να υποφέρουν – ενώ αργά ή γρήγορα θα χαθεί η εμπιστοσύνη στην Επιστήμη και στη Δημοκρατία, με τελικό αποτέλεσμα κάποια στιγμή να ξεσπάσουν αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις που θα μας οδηγήσουν δεκαετίες πίσω.

Πηγή έμπνευσης: L. Jones

Πηγή: analyst.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου