Για την εισαγγελέα του Μάριου Ζέρβα

Του Κώστα Καναβούρη

Για την εισαγγελέα που πρότεινε στο Δικαστήριο αθώωση του Μάριου Ζέρβα θέλω να πω, όχι ακριβώς επειδή πρότεινε αθώωση, αλλά επειδή την πρότεινε με έναν τρόπο που καταυγάζει την ποιητική Δημοκρατία και την ποιητική Δικαιοσύνη. Την Δημοκρατία δηλαδή που ποιεί Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη που ποιεί Δικαιοσύνη. Άλλωστε ο τρόπος που το λες, είναι αυτό που λες. Και η εξαίσια αυτή εισαγγελική λειτουργός, είπε την ελπίδα. Με τον τρόπο της, στον τόπο της. Μέσα σε μια δικαστική αίθουσα που την μεγάλωσε όπως μεγαλώνουν τα σώματα μέσα στα «Μαλαισιανά τραγούδια» του Ίβαν Γκολ: Όποιον δρόμο κι αν πάρεις, επάνω τους θα περπατήσεις.

Αυτό έκανε και η θεσπέσια αυτή γυναίκα: μεγάλωσε το αίσθημα δικαιοσύνης, μας έκανε να υποψιασθούμε το χαμόγελο πίσω από τον νόμο και τον νόμο ως μέθοδο συνεννόησης και όχι ως φόβητρο. Μας έκανε να υποψιασθούμε ότι ναι, πίσω από την άνυδρη δικαιοσύνη, μια δικαιοσύνη φυλακισμένη σε ταξικά κελιά και υπό την άγρυπνη εποπτεία δεσμοφυλάκων που λέγονται νόμοι, υπάρχει μια τεράστια δικαιοσύνη που όλο μεγαλώνει και που καλύπτει όλη τη γη: όποιον δρόμο κι αν πάρεις επάνω της θα περπατήσεις. Περπατήσαμε συγκινημένοι και ίσως με τον φόβο, μήπως και το ελάχιστο δάκρυ χαλάσει την ισορροπία ανάμεσα στη συγκίνηση και στην αλήθεια, από τα όσα είπε η κυρία Εισαγγελέας.

Ας μου επιτραπεί εδώ μια παρέκβαση: Θέλοντας ο Γιώργος Σεφέρης να εξηγήσει την καθολική δραστηριότητα και το απεριόριστο εύρος της ποίησης και έχοντας, φυσικά, βαθιά κατανοήσει πως τα πάντα είναι άνεμος ποιήσεως και αεράκι  δικαίου επομένως, είχε χρησιμοποιήσει μια παραβολή. Την διηγούμαι ανασύροντάς την μέσα από τον (αργά αλλά σταθερά) επεκτεινόμενο ερειπιώνα της μνήμης μου: Αν πεις σ’ έναν άνθρωπο, «βάλε κάτι πάνω σου, θα κρυώσεις», αυτό είναι μια συνηθισμένη φράση φροντίδας καθημερινής. Αν όμως την πει μια γυναίκα σε έναν άνδρα που μόλις της έχει κάνει ερωτική εξομολόγηση, τότε αυτό είναι ποίηση. Διότι, λέω εγώ, ανατρέπει όλα τα δεδομένα, παρηγορεί το πρόσωπο και υπονομεύει την συνθήκη, νεύει τραβώντας την αυλαία για να φανεί η φοβερή σκηνή όπου ο τσαρλατάνος εαυτός προβάρει το κοστούμι του εχθρού κι ο τσαρλατάνος βασιλιάς περιμένει τους θεατρώνες να του πουν τι θα πει. Αυτό το τραγικό της ανθρώπινης κωμωδίας που δημιούργησε (χωρίς εισαγωγικά) τόσο την «Ερωφίλη» όσο και το Άουσβιτς. Δεν είναι εύκολο να το λες. Να φτιάχνεις ποίηση, δεν είναι εύκολο.

Το έκανε η Εισαγγελέας στην δίκη του Μάριου Ζέρβα και την ευγνωμονώ γι’ αυτό. Όχι – επιμένω – γιατί πρότεινε αθώωση, αλλά γιατί πρότεινε ποίηση. Πρότεινε θάρρος αισθήματος και θάρρος σκέψης και θάρρος πράξεως. Δεν πρότεινε αθώωση αφ' υψηλού «ήσυχης απειλής» προς τον «κατηγορούμενο». Πρότεινε αθώωση προτροπής προς νέους αγώνες. Αυτό είναι ένα τεράστιο νεύμα προς έναν κόσμο διεκδικητικής αγάπης, διεκδικητικής κοινωνίας. Είναι ένα τεράστιο νεύμα παρηγορητικής δικαιοσύνης. Είναι ένα ποίημα ανθρώπινης συνύπαρξης που δεν μπερδεύεται σε ανόητους δαιδάλους νομικής τρομοκρατίας  και νομικής ανοησίας ταυτοχρόνως.

«Αλίμονο στους νέους» είπε η κυρία εισαγγελέας, «που δεν έχουν φλόγα μέσα τους να συγκρουστούν για ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Αλίμονο στους νέους που δεν θέλησαν να πάνε τον κόσμο λίγο παραπέρα».

Κι αλίμονο στην κοινωνία που παρακολουθεί αδιάφορη τέτοια παιδιά να οδηγούνται δεμένα πισθάγκωνα στους βλοσυρούς υπηρέτες μιας πρόθυμης να εξαπατηθεί δικαιοσύνης: «Η δικαιοσύνη εξαπατάται όταν θέλει να εξαπατηθεί», είπε η κυρία Εισαγγελέας. «Μπορεί να τυφλωθεί εκούσια (σ.σ. μεγάλη, πολύ μεγάλη κουβέντα). Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει για να κουνάει το δάχτυλο στον πολίτη, ούτε για να τον εξοντώσει».

Θέλω να πω, ότι τέτοιες κουβέντες λέγονται εύκολα στα καφενεία. Αλλά τότε είναι κουβέντες καφενείου. Όταν όμως λέγονται από μια εισαγγελική λειτουργό σε μια αίθουσα δικαστηρίου, όπου προσέρχεται κατηγορούμενος ένας πολίτης, ως περίπτωση δυσπραξίας και ταραχής περί την κοινή μας (γενικώς και αορίστως) ομόνοια και γαλήνη (μετάφραζε, αφασία) τότε αυτή η αγόρευση αποκτά ποιητική υπόσταση. Διότι αλλάζει την γωνία αντανάκλασης ώστε να δούμε καλύτερα τον εαυτό μας, τον Μάριο, τον Δένδια, τους πάντες και τα πάντα. Ώστε να δούμε τον ποιητή στην άκρη να ζωγραφίζει μέσα στον καθρέφτη τον εαυτό του.

 Θέλω να πω, ότι στο δικαστήριο συνέβη ποίηση. Το είδος εκείνο της ανώτατης δικαιοσύνης που κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει. Εκτός από το συγκεκριμένο. Συνέβη το καθ’ όλου. Το όλον της δικαιοσύνης.

Ένα μέγιστο ευχαριστώ στη λαμπρή εισαγγελική λειτουργό που μας «φόρτωσε» με την ευθύνη να γινόμαστε όλο και πιο πολύ ποιητές. Αυτό είναι το διακύβευμα: Να γινόμαστε όλο και πιο πολύ ποιητές. Ειλικρινά ένιωσα ποιητής όταν ζήτησε (ο Μάριος είχε ένα μαύρο κομμάτι ύφασμα στον λαιμό του όταν τον πλάκωσαν νόμιμοι κουκουλοφόροι), η κυρία Εισαγγελέας «να κατασχεθεί το μαύρο ύφασμα και να επιστραφεί στον κάτοχο του».

Να επιστραφεί σε όλους μας το πένθος μιας δικαιοσύνης που δεν υπήρξε. Αυτό είπε. Να επιστραφεί σε όλους μας η μαύρη ελπίδα ενός ζείδωρου πένθους. Αυτό είπε. Να επιστραφεί σε όλους μας το σκαιό σώμα του έρωτα χωρίς λαθραίες εξηγήσεις. Αυτό είπε. Ευχαριστώ και υποκλίνομαι.

Πηγή: arti news 

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου