Η σημασία της ομολογίας Ντάισελμπλουμ

Του Αναστάσιου Κώνστα

Επ’ ευκαιρία ερώτησης του ευρωβουλευτή Χουντή πληροφορηθήκαμε δια στόματος Γερούν Ντάισελμπλουμ ότι οι «εταίροι» μας φρόντισαν να σώσουν τις τράπεζές τους και όχι εμάς, καλύπτοντας τις ζημίες που θα προκαλούσε στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες η εκ μέρους της χώρας μας μη καταβολή των απαιτήσεών τους το 2010. Το ίδιο είχε ομολογήσει παλαιότερα ο Όλι Ρεν, ενώ έχει λάβει αρκετή δημοσιότητα και σχετικά πρόσφατη μελέτη γερμανικού οικονομικού οίκου, που δημοσιεύτηκε στη γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt και σύμφωνα με την οποία μόνο το 2% των υποτιθέμενων δανείων δόθηκε στη χώρα μας, ενώ το υπόλοιπο 98% αυτών διοχετεύτηκε κατευθείαν στις ξένες τράπεζες.

Από νομική άποψη η ομολογία Ντάισελμπλουμ συνιστά μία ακόμα απόδειξη ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ, που φέρονται να μας δάνεισαν υπέρογκα ποσά, ουσιαστικά ενίσχυσαν με έμμεσο τρόπο τις τράπεζές τους. Έτσι αποσοβήθηκαν οι φυσιολογικές επιχειρηματικές ζημίες που θα υφίσταντο, αν δεν ενισχύονταν μέσω των υποτιθέμενων δανείων προς τη χώρα μας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 107 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)
«ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». 
Επομένως υπάρχουν ξένες τράπεζες που ευνοήθηκαν αποκτώντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων τραπεζών, ιδιαίτερα δε έναντι των ελληνικών τραπεζών που υπέστησαν με το PSI «κούρεμα» των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που κατείχαν, βαίνοντας σχεδόν νομοτελειακά προς εκποίηση αντί πινακίου φακής. Σημειωτέον ότι ο τρόπος υλοποίησης της παράνομης κρατικής ενίσχυσης, δηλαδή το γεγονός ότι τυπικά μεσολάβησε η εκταμίευση προς τη χώρα μας πριν καταλήξει σε κάθε ευνοηθείσα ξένη τράπεζα, δεν έχει σημασία, αφού ο σκοπός του άρθρου 107 ΣΛΕΕ σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης) είναι να μη νοθεύεται ο ανταγωνισμός με τέτοιες ενισχύσεις.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 108 ΣΛΕΕ οι παράνομες κρατικές ενισχύσεις πρέπει να επιστραφούν από τις τράπεζες που τις έλαβαν στα κράτη που τις χορήγησαν. Εάν λοιπόν εφαρμοστεί το ενωσιακό δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων, όλα τα ποσά που υποτίθεται ότι μας χορήγησαν τα κράτη μέλη καθίστανται άκυρα και επιστρεπτέα προς αυτά από τον τελικό αποδέκτη τους, δηλαδή από τις ξένες τράπεζες.

Οι συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ αναδεικνύουν τη μεγάλη σημασία του νομικού χαρακτηρισμού των υποτιθέμενων δανείων ως παρανόμων κρατικών ενισχύσεων κι επομένως της αντίστοιχης παρανομίας των κρατών μελών και των οργάνων της ΕΕ, αφού η μεν μελέτη του γερμανικού ινστιτούτου αποδεικνύει τι έγινε (ότι δηλαδή τα ποσά αυτά κατέληξαν στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές τράπεζες), οι δε ομολογίες των Ντάισελμπλουμ και Όλι Ρεν αποδεικνύουν ότι αυτός ήταν εξαρχής ο σκοπός των υποτιθέμενων αυτών δανείων.

Με την εφαρμογή λοιπόν του άρθρου 108 ΣΛΕΕ η χώρα μας απαλλάσσεται από την υποχρέωση επιστροφής των αντίστοιχων ποσών, τουλάχιστον σύμφωνα με τους όρους των σχετικών δανειακών συμβάσεων, οι οποίες θα είναι άκυρες βάσει και του ενωσιακού δικαίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ενδεχομένως την αναβίωση των υποτιθέμενων οφειλών της χώρας μας στο ύψος που βρίσκονταν το έτος 2009, αλλά με αντισυμβαλλόμενες πλέον τις ξένες τράπεζες και όχι τα κράτη μέλη, με εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο και με αρμοδιότητα (δωσιδικία όπως είναι η ορθή νομική ορολογία) των ελληνικών δικαστηρίων. Κάθε Έλληνας μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο σημαντικό πλεονέκτημα θα ήταν μία τέτοια εξέλιξη για την πατρίδα μας και τον πολύπαθο λαό της, αφού το ελληνικό δίκαιο δεν ευνοεί τον δανειστή, όπως το αγγλικό δίκαιο, ενώ τα Ελληνικά Δικαστήρια θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να κρίνουν επί της ουσίας το βάσιμο ή μη των οποιωνδήποτε αξιώσεων ξένων τραπεζών.

Η ΕΕ, τα κράτη μέλη και η Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που είναι καθ’ ύλην αρμόδια για την – ακόμα και αυτεπάγγελτη - εκκίνηση της σχετικής διαδικασίας, γνωρίζουν τις νομικές, πολιτικές και οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης. Όμως η τακτική υποταγής της νομιμότητας στη σκοπιμότητα, δηλαδή η εσκεμμένη παράβλεψη του ισχύοντος νομικού πλαισίου εξαιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, ζει και βασιλεύει και εντός της υπερμάχου των «μεταρρυθμίσεων» ΕΕ.

Το μείζον πολιτικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι γιατί από το 2010 μέχρι σήμερα καμία ελληνική κυβέρνηση, καμία ελληνική τράπεζα, δεν διεκδίκησε την κήρυξη των υποτιθέμενων αυτών δανείων ως παρανόμων κρατικών ενισχύσεων και την αποδέσμευση της χώρας μας από την «υποχρέωση» επιστροφής τους. Άγνοια των σχετικών διατάξεων δεν υπάρχει, αφού ήδη έχουμε αρκετές καταδίκες για χορήγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων. Εντούτοις κανένας Έλληνας ευρωβουλευτής ή βουλευτής δεν προέβη σε τέτοια καταγγελία προς τη Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διότι μόνο αυτό χρειάζεται για αρχή: μία καταγγελία από κάποιον που έχει την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσει τον δικαστικό αγώνα ενώπιον του ΔΕΕ. Τα πολιτικά οφέλη για την πατρίδα μας θα είναι πολλά και σημαντικά, ακόμα κι αν το ΔΕΕ απέρριπτε τελικώς την καταγγελία, αφού έτσι θα ξεγυμνωνόταν το σαθρό καθεστώς της ΕΕ, δίνοντας με τον τρόπο αυτόν τουλάχιστον επιχειρήματα κατάργησης ή χαλάρωσης των μνημονιακών πολιτικών.

Επομένως δεν πρόκειται περί αβλεψίας, αλλά μάλλον περί συνειδητής υπονόμευσης (δια παραλείψεως) των εθνικών συμφερόντων, γεγονός που με τη σειρά του αναδεικνύει την ποιότητα των ελληνικών κυβερνήσεων και του εν γένει πολιτικού συστήματος. Όσον αφορά στη ζημία που υφίσταται η πατρίδα μας από αυτήν την παράλειψη, μένει να δούμε αν θα βρεθεί δικαστικός λειτουργός που θα επιδιώξει την αστική και ποινική αποκατάστασή της...

Ο Αναστάσιος Κων. Κώνστας, είναι δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω, ΜΔΕ Εμπορικού Δικαίου

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου