Το μαξιλάρι της εξόδου

Του Θοδωρή Αθανασιάδη

Έμειναν κάπου εβδομήντα ημέρες για να φτάσουμε στο τέλος της τελευταίας δανειακής σύμβασης, που υπογράψαμε ως χώρα το καλοκαίρι τού 2015. Πολλοί μιλάνε ήδη για «οριστική έξοδο από τα μνημόνια» και ακόμη περισσότεροι αναμένεται να κάνουν το ίδιο τις επόμενες ημέρες, όμως το ιστολόγιο έχει τονίσει κατ' επανάληψη ότι τα μνημόνια θα συνεχίσουν να υφίστανται επί πολλά χρόνια ακόμη. Εκείνο που θα τελειώσει, είναι αυτό που είπαμε στην αρχή: η παρούσα δανειακή σύμβαση. Η διαφορά είναι τεράστια και όσοι δεν την αντιλαμβάνονται πλήρως ας συνεχίσουν την ανάγνωση με προσοχή.

Το 2010, η τότε κυβέρνηση της χώρας διαπίστωσε ότι τα ελλείμματα και τα χρέη μας ήσαν τόσο μεγάλα ώστε σύντομα θα αντιμετωπίζαμε σοβαρότατο πρόβλημα στην χρηματοδότησή μας, είτε επειδή οι αγορές θα ήσαν απρόθυμες να δανείσουν μια τόσο ελλειμματική οικονομία είτε επειδή τα επιτόκια που θα μας ζητούσαν θα ήσαν υπέρογκα, λόγω του υψηλού κινδύνου. Έτσι, αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή, όπως συνηθίσαμε να λέμε, στην τρόικα και στους θεσμούς. Εκείνοι μας έδωσαν δανεικά με ικανοποιητικό εν πολλοίς (υψηλό μεν αλλά χαμηλότερο από τους άλλους) επιτόκιο αλλά για να εξασφαλιστούν, μας ζήτησαν να υπογράψουμε τα περίφημα μνημόνια. Αυτή είναι η ιστορία, μέσα σε λίγες αράδες.

Τι θα γίνει από Σεπτέμβριο; Από την μια, τα μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω μνημονίων, όχι μόνο θα εξακολουθήσουν να ισχύουν αλλά ήδη έχει νομοθετηθεί η επαύξησή τους μέσω του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, το οποίο ψηφίστηκε προ ημερών στην βουλή. Από την άλλη, όποτε θα χρειαζόμαστε δανεικά, θα πρέπει να προσφεύγουμε στις αγορές, έξω από την -υποτιθέμενη- σιγουριά των θεσμών. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οικονομία μας έχει δυναμώσει τόσο πολύ (μάλιστα δε, θα δυναμώσει ακόμη περισσότερο), ώστε δεν θα υπάρξει πλέον πρόβλημα με τις χρηματοδοτήσεις μας, ούτε από απόψεως προθυμίας των αγορών ούτε από απόψεως ύψους επιτοκίου.

Για να καλοπιάσει αυτές τις αγορές, η κυβέρνηση έχει σχεδιάσει εδώ και δυο χρόνια ένα «μαξιλάρι». Στα πλαίσια των μνημονίων, οι θεσμοί απαιτούσαν να παρουσιάζουμε κάθε χρόνο ένα πρωτογενές πλεόνασμα. Η κυβέρνησή μας επαίρεται ότι κατάφερε να βγάλει πρωτογενή πλεονάσματα πολύ υψηλότερα εκείνων που απαιτούσαν οι δανειστές μας. Μάλιστα δε, έχει υποσχεθεί ότι κατά τα επόμενα χρόνια θα παρουσιάζει ακόμη υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, που θα φτάνουν το 3,5% του ΑΕΠ. Η ιδέα είναι να χρησιμοποιηθεί αυτό το «μαξιλάρι» ως εγγύηση για τους δανειστές μας, σε στυλ «βλέπετε ότι λεφτά υπάρχουν, οπότε μη φοβάστε».

Κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Το εν λόγω «μαξιλάρι» δημιουργείται μέσω περικοπών της δημόσιας δαπάνης (μισθοί, συντάξεις, υγεία, παιδεία κλπ), καθυστερήσεων στις πληρωμές των προμηθευτών του δημοσίου και συλλογής των διαθεσίμων των διαφόρων φορέων, κάτι για το οποίο μιλήσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας. Αυτό σημαίνει ότι το μισό «μαξιλάρι» έχει γεμίσει με αίμα των λαϊκών τάξεων και το άλλο μισό με  βραχυπρόθεσμα δανεικά. Υπ' αυτή την έννοια, η δυναμική του τίθεται εν αμφιβόλω: ούτε οι λαϊκές τάξεις μπορούν να δίνουν αίμα στο διηνεκές ούτε τα βραχυπρόθεσμα δανεικά μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε μακροπρόθεσμα αφού κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πληρωθούν.

Από Σεπτέμβρη, λοιπόν, θα ξαναβγούμε για δανεικά στις αγορές. Μάλιστα. Όταν παίρνεις δανεικά για να κάνεις μια δουλειά, πρέπει από την δουλειά αυτή να βγάλεις τουλάχιστον όσα θα πληρώσεις σε τόκους και κάτι παραπάνω ως κέρδος. Εμείς θα ζητήσουμε δανεικά για να χρηματοδοτήσουμε μια οικονομία, η οποία αναμένεται να κινηθεί με ρυθμούς ανάπτυξης που δεν θα ξεπεράσουν το 2% ετησίως κατά μέσον όρο την επόμενη τετραετία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε δανεικά με 2%, άντε 2,5% το πολύ, αν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει και μισή μονάδα αύξηση του πληθωρισμού. Δυστυχώς, τέτοια επιτόκια για την Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα, αν βρούμε χρήμα με κόστος κάτω από 4,5% θα είμαστε τυχεροί ενώ κάτι φτηνότερο από 4% θα συνιστά εξαιρετικά ονειρική εξέλιξη. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι θα δανειζόμαστε ακριβά για να ανακυκλώνουμε τα φτηνότερα δάνεια της μνημονιακής εποχής.

Μπορεί σε ορισμένους να ακούγομαι απαισιόδοξος αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω ότι το 2010 μπήκαμε στα μνημόνια με χρέος κάπου στο 130% του ΑΕΠ ενώ τώρα το χρέος μας έχει ξεπεράσει το 193%.
Σε απόλυτα ποσά, τότε χρωστούσαμε κάπου 300 δισ. ενώ σήμερα, μετά από σφίξιμο και στύψιμο οκτώ χρόνων, χρωστάμε πάνω από 340. Βάλτε τον εαυτό σας στην θέση ενός δανειστή και πείτε μου πόσο πρόθυμοι θα ήσασταν να δανείσετε μια τέτοια οικονομία και με ποιους όρους θα το κάνατε.

Το πρόβλημα της χώρας μας γίνεται ακόμη δυσκολότερο αν λάβουμε υπ' όψη μας την πολύ κακή διεθνή κατάσταση. Μέσα στην Ευρώπη, η Ιταλία κρατιέται με νύχια και με δόντια για να μη χρεοκοπήσει και επίσημα (ανεπίσημα έχει χρεοκοπήσει ήδη), η Γαλλία έφτασε να χρωστάει πάνω από δύο τρισ. ευρώ (ένα ολόκληρο ΑΕΠ), η Ισπανία διασώζεται τεχνητά (χάρη στις συμψηφιστικές ενέσεις που της κάνει η ΕΚΤ μέσω του Target2) και η Γερμανία βρίσκεται μπροστά στον τεράστιο κίνδυνο συρρίκνωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας της λόγω των δασμών που ετοιμάζεται να επιβάλει η Ουάσιγκτον. Εκτός Ευρώπης, η Βραζιλία αγκομαχάει, η Αργεντινή προσέφυγε και πάλι στο ΔΝΤ, η Ρωσία ψάχνεται, το Μεξικό βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, η Τουρκία καταρρέει ώρα με την ώρα, η Ινδία έχει ήδη βάλει όπισθεν και η Νότια Αφρική θυμίζει ηφαίστειο λίγο πριν την έκρηξη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η έξοδός μας στις αγορές πρέπει να θεωρείται ακανθώδης από χέρι και κανένα «μαξιλάρι» δεν δείχνει ικανό να την κάνει πιο εύκολη.

Κάπου εδώ θα σταματήσω γιατί είμαι σίγουρος ότι ήδη χάλασα την διάθεση αρκετών. Προσωπικά, δεν βρίσκομαι ανάμεσα σ' αυτούς που πανηγυρίζουν για το «τέλος των μνημονίων». Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Σύμφωνοι. Αρκεί να μην έρθει κάποιο μεγαλύτερο κακό αργότερα, όταν ξαναμπεί σε λειτουργία το μαγγανοπήγαδο και προσφύγουμε στις αγορές για πρώτη φορά στην μετά τα μνημόνια εποχή...

Πηγή: Cogito ergo sum

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου