Ανέκδοτα

Του Γιώργου Χαραλαμπίδη

Τις προάλλες βρέθηκα σε μια φιλική σύναξη όπου βίωσα τα εξής: Κάποιος άρχισε να λέει ανέκδοτα για να δώσει “τόνο” στην παρέα. Είπε το εξής ανέκδοτο:

Στην οδό Τσιμισκή ένας τύπος σταματάει ένα ταξί, μπαίνει βιαστικά μέσα και λέει στον ταξιτζή…
– Μεγάλε, γρήγορα στην οδό… Δωδεκανήσου, νούμερο τάδε… Μόλις με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι η γυναίκα μου με απατάει.

Πράγματι, ο ταξιτζής πατάει γκάζι και σε λίγο φθάνουν στο σπίτι του. Οπότε ο τύπος λέει στον ταξιτζή:
– Ρε μεγάλε, δεν ανεβαίνεις κι εσύ μαζί μου να σ’ έχω για μάρτυρα;

Και ανεβαίνουν και οι δυο στο διαμέρισμα του τύπου. Ο τύπος ανοίγει την πόρτα, πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο και πραγματικά κάτω από τα σεντόνια είναι η γυναίκα του με κάποιον άντρα.

Τραβάει τα σεντόνια και φωνάζει:
– Εσύ ποιος είσαι, ρε;

Και ο εραστής:
– Εγώ; Ποιος είμαι εγώ;
Εγώ είμαι αυτός που πριν από λίγες μέρες έδωσα στη γυναίκα σου 3.000 ευρώ για να εξοφλήσεις το δάνειο του αυτοκινήτου σου.
Εγώ είμαι αυτός που κάθε μήνα δίνει στην γυναίκα σου 500 ευρώ για το νοίκι.
Εγώ είμαι αυτός που κάθε βδομάδα δίνω λεφτά στην γυναίκα σου για το supermarket και τη λαϊκή.
Εγώ είμαι αυτός που δίνω λεφτά στην γυναίκα σου για τα φροντιστήρια των παιδιών σου.

Οπότε ο ταξιτζής πλησιάζει τον απατημένο σύζυγο και του λέει ψιθυριστά:
-Ρε αφεντικό, δεν τον σκεπάζουμε τον άνθρωπο, μη μας κρυώσει;

Ακολούθησαν γέλια, πολλά γέλια, σχεδόν όλοι το βρήκαν πολύ αστείο! Μετά ένας άλλος από την παρέα προσφέρθηκε να πει κι αυτός ανέκδοτο, και είπε το εξής:

Τα παλιά χρόνια, σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, υπήρχε το έθιμο, “δικαίωμα του αφέντη”. Και αφέντης μπορεί να ήταν ο βασιλιάς, ο φεουδάρχης ή κάποιος άλλος της εξουσίας, ενώ το δικαίωμα ήταν η πρώτη νύχτα της νεόνυμφης.

Σ’ ένα φέουδο, ο διεφθαρμένος φεουδάρχης έστειλε τον φρούραρχο του, να διατάξει τον υποτακτικό του τον Πέπε, να του στείλει το βράδι την δωδεκάχρονη κόρη του, που την είδε στο ποτάμι να παίζει με τ’ άλλα παιδιά και του γυάλισε.

Ο Πέπε, ταραγμένος το είπε στη γυναίκα του και αφού έκλαψαν παρέα, κατά το βραδάκι χρύσωσαν το πικρό χάπι της κοπελίτσας, την ετοίμασαν και την έστειλαν στον αφέντη. Ανεπτυγμένη όπως ήταν η κοπελίτσα, του καλάρεσε του αφέντη και συνέχισε να παραγγέλνει του Πέπε σε τακτά διαστήματα, επανάληψη.

Περνώντας τα χρόνια, λίγο γέρασε ο αφέντης, λίγο βαρέθηκε, όταν η κόρη του Πέπε πάτησε τα δεκάξι, είπε να την παντρέψει.
Ο κατάλληλος γαμπρός βρέθηκε, ήταν ο γιδοβοσκός του αφέντη που είχε πατημένα τα σαράντα και μέχρι τότε ξεχαρμάνιαζε αριά και πού, στο πανδοχείο της πόλης, το συχνότερο στις προβατίνες.

Του έδειξαν με τρόπο την κοπέλα, του άρεσε! Αυτή δεν είχε γνώμη! Αφού παντρεύτηκαν με παπά και με κουμπάρο, ο αφέντης απαίτησε το δικαίωμα. Έτσι την πρώτη νύχτα του γάμου η κόρη του Πέπε την πέρασε με τον αφέντη. Το πρωί έδειξαν στον γιδοβοσκό τα ματωμένα σεντόνια, που τα είχαν ποτίσει με λίγο αρνίσιο αίμα.

Όλοι ζητοκραύγασαν για την τύχη του γιδοβοσκού που παντρεύτηκε παρθένα κι αυτός ευτυχισμένος πήρε την γυναίκα του στη στάνη του αφέντη, να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Σ’ αυτό το ανέκδοτο γέλασαν λιγότεροι.

Τότε ένας ηλικιωμένος κύριος, που δεν γέλασε με κανένα από τα δύο ανέκδοτα είπε:
“-Να πω κι εγώ ένα τρίτο ανέκδοτο;”  Όλοι συγκατένευσαν κι άρχισε:

Σε μια χώρα, με παλιά, πολύ παλιά ιστορία, όμορφη και πλούσια, επιτήδειοι και κακοί άνθρωποι, την δυσφήμιζαν στους κατοίκους της με κάθε τρόπο. Την έλεγαν Ψωροκώσταινα, την έλεγαν ορεινή και άγονη, την έλεγαν κρανίου τόπο κι άλλα τέτοια. Οι νέοι της χώρας αυτής, γεννημένοι σε ένα περιβάλλον που κραύγαζε για την ακαταλληλότητα της παραμονής και δημιουργίας στην πατρίδα, έφευγαν στο εξωτερικό αλλά ποτέ δεν ξεχνούσαν την πατρίδα τους. Τόσο γλυκειά ήταν! Πάντα γύριζαν μετά από χρόνια και πάντα κάτι άφηναν. Έτσι η χώρα βάστηξε γλώσσα, πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, θρησκεία πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια! Οι παραδόσεις της χάνονται στα βάθη των αιώνων! Τι τα θες όμως!

Τους ανθρώπους της γνώσης που πείσμωσαν να κάνουν την πατρίδα τους αξιοπρεπή και ανεξάρτητη, να φωτίσουν το Λαό της με γνώση, όσο και να του θυμίσουν ότι είναι απόγονος αυτών που εφεύραν τη Δημοκρατία, τους εκτελούσαν!

Όπως τον Ρήγα, τον Μπελογιάννη, τον Μπάτση και πολλούς άλλους!

Έτσι η χώρα αυτή έμενε ακέφαλη.

Οι άλλοι, οι πολλοί, πείθονταν σαν τον ταξιτζή του πρώτου ανέκδοτου, σαν τον Πέπε και τη γυναίκα του, του δεύτερου, ότι αφέντης και χρήμα είναι ανίκητοι. Ότι, η τιμή και η αξιοπρέπεια είναι κάτι που μπροστά στ’ αφεντικά και το χρήμα έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Τα τσανάκια της εξουσίας, πολλά, όλα στον ίδιο ρυθμό, κανοναρχούσαν: “Ένας είναι ο θεός, το ευρώ, κι εμείς οι δούλοι του!”

Πες, πες, πείστηκαν χιλιάδες ανόητοι, ότι έτσι είναι!
Ηλίθιοι και πουλημένοι, προωθήθηκαν στις ηγετικές θέσεις της χώρας και τώρα η χώρα αυτή κινδυνεύει με γενοκτονία και εξαφάνιση!

Στο ανέκδοτο αυτό δεν γέλασε κανένας!

Συμπέρασμα;

Όλοι κατάλαβαν την θέση τους, όλοι αναλογίζονταν την ευθύνη που τους αναλογεί.
Ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής και αμηχανίας, ένας νέος μίλησε συγκινημένος σε κάπως δυνατό τόνο.
“Έτσι είναι δυστυχώς και μα το θεό, Δεν Πάει Άλλο!”

Μετά απ’ αυτό, άλλοι έφυγαν κι άλλοι έφτιαξαν πηγαδάκια…

Πηγή: Αιρετικές ιδέες

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου