Οι «τρομοκράτες» Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν: Ποιος τελικά έχει την εξουσία να αποφασίζει τη νομιμότητα σε διεθνές πεδίο;

Στις 19.2.2026 το Συμβούλιο της Ε.Ε. ανακοίνωσε την ένταξη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC) στον ενωσιακό κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων

Η ένταξη των IRGC στις τρομοκρατικές οργανώσεις κατά την Ε.Ε., αποκαλύπτει λιγότερα για το ίδιο το Ιράν και περισσότερα για τη διεθνή τάξη.

Της Μαρίας Σιρέτη *

Στις 19.2.2026 το Συμβούλιο της Ε.Ε. ανακοίνωσε την ένταξη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC) στον ενωσιακό κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων κατόπιν  πολιτικής συμφωνίας στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (29.1.2026). Η ένταξη αυτή συνεπάγεται δυνητικά εκτεταμένες νομικές και οικονομικές επιπτώσεις. Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. μπορούν πλέον να προχωρήσουν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, κατασχέσεις και ποινικές διώξεις κατά εταιρειών, δικτύων και φυσικών προσώπων που συνδέονται με τους IRGC εντός των ευρωπαϊκών δικαιοδοσιών.

Ο χαρακτηρισμός «τρομοκρατική οργάνωση» -εύκαιρος διά πάσαν χρήσιν- συμπληρώνει την  αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν εδώ και δεκαετίες, με το Ιράν να έχει ενταχθεί αρχικά στον κατάλογο των Κρατών Χορηγών της Τρομοκρατίας των ΗΠΑ από τις 19 Ιανουαρίου 1984  -τη μακροβιότερη καταχώριση στον τρέχοντα κατάλογο (ο οποίος περιλαμβάνει επίσης την Κούβα, τη Βόρεια Κορέα και τη Συρία)- ως το 2019, όταν οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης, ως επίσημο κρατικό στρατιωτικό σώμα, χαρακτηρίστηκαν από τις ΗΠΑ ως Foreign Terrorist Organization (FTO).
Η Ε.Ε. μέχρι πρόσφατα δίσταζε. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι η ένταξη των IRGC θα συνιστούσε βήμα που ουσιαστικά θα ποινικοποιούσε την επικοινωνία  με το ιρανικό κράτος και θα πυροδοτούσε τη διπλωματία. Η απόφαση για τον χαρακτηρισμό των IRGC ελήφθη αφού η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία αποφάσισαν τελικά να υποστηρίξουν το μέτρο, έχοντας προηγουμένως διατυπώσει επιφυλάξεις. Ανακοινώνοντας την απόφαση, η ύπατη εκπρόσωπος της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλας, απέδωσε την κίνηση στην καταστολή των διαδηλωτών στο Ιράν, δηλώνοντας ότι «η καταστολή δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη». Στην προέκταση αυτής της παραδοχής και με πρωτοφανή αστοιχείωτο τρόπο, η καταστολή ταυτίζεται εννοιολογικά με την «τρομοκρατία».

Το νομικό πλαίσιο

Ο κατάλογος τρομοκρατίας της Ε.Ε., που θεσπίστηκε το 2001, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα νομικά καθεστώτα της Ένωσης που υιοθέτησαν στοχευμένα περιοριστικά μέτρα. Βασίζεται στην Κοινή Θέση 2001/931 του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 , η οποία υιοθετήθηκε μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Αρχικά, εφάρμοσε σε επίπεδο Ε.Ε. κυρώσεις που είχαν ήδη υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (ΣΑΗΕ). Ωστόσο, μπορούν επίσης να συμπεριληφθούν πρόσωπα και ομάδες που δεν έχουν  κατηγοριοποιηθεί από το ΣΑΗΕ. Με την πάροδο των ετών, αυτό συνέβη ολοένα και συχνότερα, καθιερώνοντας τον κατάλογο τρομοκρατίας της ΕΕ ως αυτοτελές εργαλείο πολιτικής, πολιτικά και νομικά ανεξάρτητο από το ΣΑΗΕ. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων που απορρέουν από την καταχώριση στον κατάλογο τρομοκρατίας καθορίζονται σε χωριστή νομική πράξη του Συμβουλίου, και συγκεκριμένα στον Κανονισμό 2580/2001.

Υπάρχει ωστόσο  μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ του καταλόγου τρομοκρατίας της Ε.Ε. και άλλων καθεστώτων κυρώσεων: η καταχώριση στον κατάλογο τρομοκρατίας της Ε.Ε. εξαρτάται κατ’ αρχήν από απόφαση «αρμόδιας εθνικής αρχής» σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 της Κοινής Θέσης. Η απόφαση αυτή μπορεί, μεταξύ άλλων, να συνίσταται σε απόφαση εθνικού δικαστηρίου κατόπιν τρομοκρατικής ενέργειας ή σε απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας να χαρακτηρίσει μια ομάδα ως τρομοκρατική οργάνωση υπό τις προβλέψεις του εθνικού δικαίου. Η έννοια βέβαια  της αρμόδιας αρχής όσο και το περιεχόμενο της εκάστοτε απόφασης προκαλούν συχνά  ανοιχτά ζητήματα ερμηνείας.

Ο «ορισμός» της τρομοκρατίας

Το ενδιαφέρον για τον ορισμό της τρομοκρατίας στους υπερεθνικούς οργανισμούς είναι ότι καταρχήν είναι τόσο χαλαρός, για να προσαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις και ταυτόχρονα να διατηρεί επίφαση συγκεκριμένης διατύπωσης που καθιστά την εκάστοτε προσφέρουσα συνθήκη δεκτική εφαρμογής.

Είναι χαρακτηριστική η ευκολία με την οποία αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «τρομοκρατική» σε ορισμένες ομάδες και όχι σε άλλες, καθώς και το πώς ονοματίζονται οι ενέργειες ορισμένων κρατών «πράξεις τρομοκρατίας», ενώ το Ισραήλ -ήδη υπόλογο ενώπιον της ετυμηγορίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για το έγκλημα της γενοκτονίας- λειτουργούσε ως «ενεργούν σε αυτοάμυνα» στο πλαίσιο του jus ad bellum. Όποιος ισχυρίζεται ότι το Ιράν είναι ένα κράτος-τρομοκράτης, ωσάν να συνιστά μια ειδική κατηγορία κράτους τοποθετημένου στο ιστορικό συγκείμενο της γεωπολιτικής διευθέτησης, θα πρέπει πρώτα ενδεχομένως να εξηγήσει σε τι διαφέρει από την τρομοκρατική δράση κατά αμάχων η λειτουργία του IDF, ως κρατικού στρατού του Ισραήλ, υπαγόμενου ευθέως στην κρατική ιεραρχία. Το εάν ο Ισραήλ και ο στρατός του είναι συγκρίσιμα αντιπαραδείγματα δεν αποτελεί κάτι που επαφίεται στην αξιολογική κρίση και άποψη του καθενός μας, αλλά στα πορίσματα όχι μόνο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης μέχρι τώρα (η προσωρινή/ενδιάμεση απόφαση -interim ruling- του Ιανουαρίου του 2024  αναγνώρισε ότι ο ισχυρισμός περί γενοκτονίας είναι εύλογος και διέταξε το Ισραήλ να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα ώστε να αποτραπούν πράξεις γενοκτονίας), αλλά και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στο οποίο τόσο η Ελλάδα όσο και τα περισσότερα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσγράφουν, για να μην αναφέρουμε καν την σωρεία λεπτομερέστατων πορισμάτων με πληθώρα τεκμηρίων του ΟΗΕ.

Προϊόντος δε του χρόνου, ο όρος της τρομοκρατίας φαίνεται να διευρύνεται ολοένα ώστε να περιλαμβάνει και μεγαλύτερες και πιο αόριστα προσδιορισμένες ομάδες ανθρώπων τόσο εντός των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και διεθνώς. Η πρόσφατη ανακοίνωση της οδηγίας εθνικής ασφάλειας NSPM-7 του Ντόναλντ Τραμπ έθεσε τις βάσεις για την καταστολή και τη στοχοποίηση ομάδων και ατόμων σε εθνικό επίπεδο, που εμπίπτουν σε αχαρτογράφητα νομικά πλαίσια με πολύ πρόσφατα τα παραδείγματα δολοφονίας πολιτών στις ΗΠΑ από πράκτορες του ICE επί ανύπαρκτης νομικής βάσης για τα συγκεκριμένα περιστατικά.

Εάν ακόμα  λάβουμε υπόψιν τις διεθνείς ρήτρες για το τι συνιστά τρομοκρατία και τι όχι, τότε η δολοφονία επίσημου κρατικού απεσταλμένου σε διπλωματική αποστολή σε τρίτη χώρα από τις ΗΠΑ το 2020, δηλαδή η δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί από αμερικανικό drone στο Ιράκ, ενόσω ήταν εκεί́ με διπλωματική ιδιότητα, θα αποτελούσε τον λεξικογραφικό ορισμό της τρομοκρατίας, αλλά κάτι τέτοιο δεν συγκινεί την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντί να καταδικάσει τη δολοφονία του Σολεϊμανί κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου ως δυσανάλογη κλιμάκωση της σύγκρουσης, οι Ευρωπαίοι παρότρυναν  την Τεχεράνη «να αποφύγει περαιτέρω βίαιες πράξεις ή την υποστήριξή τους».

Στην Κοινή Θέση ως «τρομοκρατική ομάδα» νοείται η δομημένη ομάδα περισσότερων των δύο προσώπων, η οποία έχει συσταθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα και ενεργεί συντονισμένα με σκοπό την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων. Ως «δομημένη ομάδα» νοείται η ομάδα που δεν έχει συγκροτηθεί τυχαία για την άμεση τέλεση τρομοκρατικής πράξης και η οποία δεν απαιτεί να διαθέτει τυπικά καθορισμένους ρόλους για τα μέλη της, συνέχεια στη σύνθεση των μελών της ή ανεπτυγμένη οργανωτική δομή.

Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο της έννοιας της τρομοκρατικής πράξης αφορά την αλληλεπίδραση μεταξύ του άρθρου 1 παράγραφος 3 της Κοινής Θέσης, ως διάταξης του δικαίου της Ε.Ε., και του διεθνούς δικαίου. Σε αίτημα της Χαμάς για  την ακύρωση της καταχώρισής της στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ε.Ε., οι αιτούντες υποστήριξαν ότι οι πράξεις κρατικών δρώντων ή νόμιμων κυβερνήσεων δεν μπορούν να συνιστούν τρομοκρατικές πράξεις κατά το άρθρο 1 παράγραφος 3 της Κοινής Θέσης. Με άλλα λόγια, υποστήριξαν ότι η διάταξη αυτή περιέχει εξαίρεση για πράξεις που τελούνται από κρατικούς δρώντες.

Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC)

Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης κατοχυρώνονται ρητά στο άρθρο 150 του Συντάγματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, υπαγόμενοι απευθείας στην ηγεσία του Ανώτατου Ηγέτη της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Αγιατολάχ Χαμενεΐ, αποτελώντας έναν ισχυρό παράλληλο στρατιωτικό μηχανισμό ασφαλείας που δημιουργήθηκε μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, με συνταγματική αποστολή, εθνική νομιμοποίηση και κοινωνική ενσωμάτωση.
Δεν είναι τυχαίο που ανώτατες διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις παραμένουν συγκεντρωμένες στα χέρια αξιωματικών της επαναστατικής γενιάς, των οποίων η αυθεντία είναι άρρηκτα δεμένη με την ιδιότητα του θεματοφύλακα της εθνικής ανεξαρτησίας. Η σύγχρονη ιστορία του Ιράν εξηγεί το γιατί. Το πραξικόπημα του 1953 από τη CIA κατά του πρωθυπουργού Μοχάμεντ Μοσαντέκ, άφησε ένα διαρκές αποτύπωμα στην ιρανική πολιτική συνείδηση: η εκλογική νομιμοποίηση δεν παρείχε επαρκή προστασία απέναντι στην εξωτερική απειλή. Το τελευταίο σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1979 αναδιαμόρφωσαν την ιδεολογική ραχοκοκαλιά και το στρατιωτικό πυρήνα της εξουσίας των Φρουρών της Επανάστασης, αναγκάζοντας το Ιράν να εγκαταλείψει κάθε προσδοκία συμβατικής ισοτιμίας με τους αντιπάλους του.

Το Παράδοξο της Απόφασης

Αφενός η απόφαση της Ε.Ε. δείχνει ασύμβατη με την αρχή της κυριαρχικής ισότητας των κρατών (αρ.2 (1) Χάρη ΟΗΕ). Μια περιφερειακή οργάνωση όπως η ΕΕ δεν έχει τη δικαιοδοσία να ποινικοποιεί τμήματα εθνικής κυριαρχίας άλλων κρατών ακόμα κι αν ο  χαρακτηρισμός ως ‘terrorist organisation’ δεν είναι από μόνος του διεθνής ποινικός χαρακτηρισμός.

Αφετέρου, κατά το δίκαιο της Ε.Ε., ο χαρακτηρισμός μιας οντότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης δεν αποτελεί μόνον μία επικοινωνιακή και τυπική διακήρυξη. Συνιστά μια μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. αντιλαμβάνεται το καθεστώς της Τεχεράνης. Για χρόνια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη επιχείρησαν να διακρίνουν μεταξύ «μετριοπαθών» και «σκληροπυρηνικών», μεταξύ του ιρανικού κράτους και των IRGC, ή μεταξύ διπλωματίας και ασφάλειας. Η απόφαση της Ε.Ε. διαλύει αυτή τη διαίρεση. Οι IRGC δεν αποτελούν περιφερειακό δρώντα εντός του συστήματος -αποτελούν βασικό βραχίονα του κράτους, ο οποίος εφεξής αντιμετωπίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση.

Επειδή ακριβώς η  έννοια της τρομοκρατίας δημιουργήθηκε για μη κρατικούς δρώντες ή  ένοπλες ομάδες εκτός κρατικής δομής, η εφαρμογή της σε έναν βασικό θεσμό ενός κυρίαρχου κράτους εμφανίζεται ως μία άνευ προηγουμένου διασάλευση της θεμελιώδους διάκρισης μεταξύ κράτους ως υποκειμένου διεθνούς δικαίου και μη κρατικού δρώντος.
Γνήσιες τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως το ISIS και η Αλ Κάιντα, ορίζονται από τη σκόπιμη βία κατά αμάχων. Οι IRGC, αντιθέτως, έδρασαν στο Ιράκ και τη Συρία στο πλαίσιο συνεργασίας με διεθνώς αναγνωρισμένες κυβερνήσεις και κατόπιν πρόσκλησής τους. Στο σήμερα αυτής της αντίφασης και μόλις λίγες μέρες πριν την ένταξη στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων, στις 13 Φεβρουαρίου, το Ιράν εξελέγη αντιπρόεδρος της Επιτροπής Κοινωνικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών. Ο διορισμός του εγκρίθηκε χωρίς αντίρρηση κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της επιτροπής στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.

Μετά τον χαρακτηρισμό του IRGC ως τρομοκρατικής οργάνωσης από την Ε.Ε. η Τεχεράνη έχει επισήμως χαρακτηρίσει τις αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις των κρατών μελών της ΕΕ ως «τρομοκρατικές οντότητες» ως συμβολικό αντίμετρο πριν τη διαφαινόμενη κλιμάκωση. 

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν εγκρίνει κανείς τους IRGC. Το ερώτημα είναι ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει τη νομιμότητά τους στο διεθνές πεδίο, όταν μάλιστα ο  χαρακτηρισμός ως «τρομοκρατικής οργάνωσης» δεν συντελείται μέσω κάποιου καθολικού νομικού μηχανισμού, αλλά μέσω μονομερών πολιτικών αποφάσεων. Δεν υπάρχει απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που να χαρακτηρίζει τους IRGC τρομοκρατική οργάνωση, ούτε κάποιο διεθνές δικαστικό όργανο δεν έχει κρίνει σχετικό ισχυρισμό.

Οι πρακτικές αυτές δεν κάνουν εντέλει κάτι κακό στο Ιράν ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, αλλά εμπεδώνουν ένα συμπέρασμα πραγματικά αδιανόητο ελάχιστες δεκαετίες πριν, το οποίο θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε ως «απομόνωση της Δύσης από την διεθνή κοινότητα» (!), αν μιλήσουμε με όρους πληθυσμιακούς, οικονομικούς, εντέλει διεθνούς ισχύος και συσχετισμών. Δηλαδή, είναι μια πολιτική αυτοευτελιστική, μια πολιτική  αυτοϋπονόμευσης της θεσμικής επιρροής και απεκδυόμενη οιουδήποτε ψήγματος κανονιστικής αξιοπιστίας,  η οποία υπονομεύει το κύρος των κρατών που την αποδέχονται στο διεθνές στερέωμα.

Η ένταξη των IRGC στις τρομοκρατικές οργανώσεις κατά την απόφαση της Ε.Ε., αποκαλύπτει λιγότερα για το ίδιο το Ιράν και περισσότερα για τη διεθνή τάξη που επιδιώκει να το οριοθετήσει.

* Μαρία Σιρέτη, Δικηγόρος Αθηνών


Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου