Πόνος, θετικότητα, πόλεμος και η ασυμμετρία με τη Δύση
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Οι σύγχρονες γεωπολιτικές αναλύσεις τείνουν να επικεντρώνονται σε υλικούς παράγοντες: στρατιωτική ισχύ, τεχνολογία, οικονομία. Ωστόσο, ένας λιγότερο ορατός αλλά ενδεχομένως καθοριστικός παράγοντας είναι η ψυχολογία των κοινωνιών και ειδικότερα η σχέση τους με τον πόνο και την αρνητικότητα.
Η υπόθεση ότι οι δυτικές κοινωνίες διαθέτουν χαμηλότερο «κατώφλι κόστους» σε σύγκριση με χώρες όπως το Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς μια ιστορική και φιλοσοφική προσέγγιση. Σε αυτό το σημείο, η έννοια της «κοινωνίας της αλγοφοβίας» του Byung-Chul Han προσφέρει ένα ιδιαίτερα ισχυρό ερμηνευτικό πλαίσιο.
Η Δύση δεν υπήρξε πάντα επιφυλακτική απέναντι στον πόνο. Στον Πρώτο και κυρίως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κοινωνίες αποδέχονταν μαζικές απώλειες, η θυσία θεωρούνταν αναγκαία και ηθικά νομιμοποιημένη, και ο πόνος εντασσόταν σε ένα αφήγημα επιβίωσης. Η Δύση της εποχής εκείνης ήταν μια «ηρωική κοινωνία»: ο πόνος δεν ήταν ανωμαλία, αλλά προϋπόθεση ιστορικής δράσης.
Μετά το 1945, όμως, συντελείται μια βαθιά μεταβολή. Η οικονομική ευημερία, η τεχνολογική και ιατρική πρόοδος, η άνοδος της μεσαίας τάξης και η έμφαση στο άτομο και στα δικαιώματα μετασχηματίζουν ριζικά τη σχέση με τον πόνο. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο πόνος παύει να θεωρείται φυσικός και μετατρέπεται σε κάτι προς αποφυγή. Η κοινωνία μεταβαίνει από τη θυσία στην άνεση, από το καθήκον στην αυτοπραγμάτωση.
Ο Byung-Chul Han περιγράφει αυτή τη νέα συνθήκη ως «κοινωνία της αλγοφοβίας» αλλά και της αέναης θετικότητας. Ο πόνος απονομιμοποιείται, η δυσφορία θεωρείται αστοχία του συστήματος/ατομική αποτυχία και κάθε μορφή αρνητικότητας τείνει να εξαλειφθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόνος δεν χρειάζεται απλώς να δικαιολογηθεί - χάνει το δικαίωμα ύπαρξης.
Ο πόλεμος, ως κατεξοχήν εμπειρία αρνητικότητας, καθίσταται έτσι όχι μόνο ανεπιθύμητος, αλλά πολιτισμικά «ξένος» προς τη σύγχρονη Δύση.
Ο πόλεμος του Βιετνάμ αποτέλεσε κρίσιμο σημείο καμπής. Η μαζική έκθεση στον πόνο μέσω των μέσων ενημέρωσης, η αμφισβήτηση της σκοπιμότητας του πολέμου και η κοινωνική κόπωση από τις απώλειες διαμόρφωσαν ένα νέο ψυχολογικό όριο: ο πόνος γίνεται πολιτικά μη ανεκτός όταν δεν φέρει σαφές και άμεσο νόημα.
Έτσι διαμορφώνεται το σύγχρονο «κατώφλι κόστους». Δεν είναι απλώς στρατιωτικό ή οικονομικό, αλλά βαθιά ψυχολογικό και πολιτισμικό. Ενεργοποιείται όταν η σύγκρουση δεν βιώνεται ως αναγκαία και όταν η αρνητικότητα δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα πειστικό αφήγημα.
Στο Ιράν, από την άλλη μεριά, η σχέση με τον πόνο είναι διαφορετικά συγκροτημένη. Ο πόνος μπορεί να αποκτήσει θρησκευτικό, πολιτικό και πολιτισμικό νόημα, εντάσσεται σε αφήγημα αντίστασης και η θυσία λειτουργεί ως στοιχείο ταυτότητας. Η εμπειρία του πολέμου Ιράν–Ιράκ εδραίωσε αυτή τη νοοτροπία.
Εδώ ο πόνος δεν είναι απλώς κόστος - είναι μηχανισμός συνοχής, νοήματος και αντοχής. Δεν απονομιμοποιεί τον αγώνα· τον ενισχύει.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τον περιορισμό του κόστους, ενώ το Ιράν επενδύει στη διάρκεια και τη φθορά.
Η ουσία της ασυμμετρίας δεν βρίσκεται απλώς στη στρατιωτική ισχύ, αλλά στη διαφορετική σχέση με την αρνητικότητα. Στη Δύση, η αρνητικότητα πρέπει να εξαλειφθεί. Στο Ιράν, μπορεί να μετατραπεί σε νόημα.
Αυτό δημιουργεί μια καθοριστική διαφοροποίηση: η μία πλευρά τείνει να αποχωρεί όταν το κόστος γίνεται δυσβάστακτο, ενώ η άλλη μπορεί να συνεχίζει ακριβώς επειδή το κόστος ενισχύει τη συνοχή της.
Αν η ήδη εξελισσόμενη σύγκρουση διατηρήσει τα σημερινά χαρακτηριστικά της - δηλαδή παραμείνει μακροχρόνια, χαμηλής ή μεσαίας έντασης και χωρίς υπαρξιακή διάσταση για τη Δύση - τότε η έκβασή της είναι πιθανό να οδηγήσει σε μια μεσοπρόθεσμη μετατόπιση ισχύος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό το βάρος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται την παρατεταμένη αρνητικότητα, θα οδηγηθούν σταδιακά σε περιορισμό της εμπλοκής τους. Η πολιτική και κοινωνική κόπωση θα καταστήσει ολοένα και πιο δύσκολη τη διατήρηση ενεργής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, ενώ η στρατηγική τους προσοχή θα μετατοπιστεί αλλού.
Αντίθετα, το Ιράν θα συνεχίσει να απορροφά το κόστος της σύγκρουσης, να ενσωματώνει την αρνητικότητα σε ένα σταθερό αφήγημα αντίστασης και να αξιοποιεί τον χρόνο ως στρατηγικό πλεονέκτημα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική στρατιωτική επικράτηση, αλλά μια σταδιακή, de facto επικράτηση του Ιράν μέσω φθοράς - η οποία θα εκφραστεί ως αναγκαστική απομείωση, και ενδεχομένως αποχώρηση, της αμερικανικής παρουσίας από τη Μέση Ανατολή.
Έτσι, η «νίκη» δεν θα προκύψει από την ισχύ των όπλων, αλλά από την άνιση σχέση των δύο κόσμων με τον πόνο/αρνητικότητα: από το γεγονός ότι ο ένας επιδιώκει να τον εξαφανίσει, ενώ ο άλλος μπορεί να ζήσει μέσα σε αυτόν και να του δώσει νόημα.
ΥΓ Για το Ισραήλ είναι διαφορετικά (από τις ΗΠΑ) τα πράγματα ακριβώς επειδή κι εδώ υπάρχει τεράστια ανοχή στον πόνο, αλλά αυτό είναι ζήτημα περαιτέρω ανάλυσης.
Πηγή: social media



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου