Πέρα από τον Τσίπρα και το Cipralex

Του Γιώργου Κυπριγιάν

Η οχτάχρονη λεηλασία της πατρίδας μας, στο όνομα του χρέους και του ευρώ, μας εξοργίζει όλους. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει πως δεν πάει άλλο πια αυτή η κατάσταση, μα νοιώθει ανίσχυρος να αντιδράσει: Το Κράτος δημεύει το εισόδημα και την ιδιοκτησία του. Η Τράπεζα αρπάζει την περιουσια και τις καταθέσεις του. Στα δικαστήρια χάνει το δίκιο του. Στη δουλειά, τα δικαιώματά του. Τα συνδικάτα έχουν απαξιωθεί. Το πολιτικό σύστημα έχει εκφυλιστεί σε εργολάβο των δανειστών -- η ενημέρωση έχει γίνει φερέφωνό των λίγων.

Είπαν πως οι φτωχοί που ζητάνε δουλειά
έχουν αψά χνώτα: τώρα θα μάθουν πως έχουμε
και αψά μπράτσα.  
Κοριολανός, πράξη Α’, Σκηνή 1

Οι λίγοι εξακολουθούν να πλουτίζουν εις βάρος των πολλών. Οι πολλοί εξακολουθούν να μένουν διαιρεμένοι μεταξύ τους.
Η οργή όταν μένει ανήμπορη καιρό, γίνεται κατάθλιψη, και οι άνθρωποι προσπαθούν να τα βολέψουν από μέρα σε μέρα χωρίς πολλές προσδοκίες για το μέλλον. Εμμονές σε μικροπράγματα αναπληρώνουν τη χαμένη μας αυτοεκτίμηση. Ο ρόλος των ζώων ως φίλων του ανθρώπου έχει οφθαλμοφανώς αναβαθμισθεί. Ο ρόλος του ανθρώπου ως αντικειμένου σαδιστικής εκμετάλλευσης, επίσης. Εφήμερες μόδες μονοπωλούν το ενδιαφέρον. Κάθε κοινωνική τάξη πλειοδοτεί σε εκκεντρικότητα για να διακριθεί από την πιο κοντινή της. Κάποιοι έφτασαν να ντύνουν τα δέντρα το χειμώνα.

Χωρίς μέλλον άξιο λόγου, νοσταλγούμε και οικτίρουμε μαζί το παρελθόν. Τα πάντα πριν την Κρίση ανήκουν στη μυθική προϊστορία της, πότε τυλιγμένα στο μίασμα και πότε στην αύρα. Ο χαμένος παράδεισος της Μεταπολίτευσης, είναι και το προπατορικό αμάρτημα του μικροαστισμού μας. Τώρα, «εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγη τον άρτον σου»[1]. Μα η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Δυστυχώς.

Έτσι εξουσιάζει ο μύθος, δηλαδή η ιδεολογία της εξουσίας.

Ο μύθος δεν είναι η αλήθεια. Κι όμως, η αλήθεια υπάρχει. Δεν έχει σημασία αν μπορείς να τη συλλάβεις με ένα γέλιο βροντερό που ξορκίζει τους δαίμονες, ή την επιστήμη που σε οπλίζει εναντίον τους. Να ανασκάφτεις διαρκώς το παρελθόν, θα πει να μη βουλιάζεις στην άμμο του χρόνου.

Κρίση είναι ένα ερώτημα που αρθρώνεται ρητά σε κάθε δραματική συγκυρία της ιστορίας. Η Σφίγγα ρωτά: μπορεί η Ελλάδα να ευημερήσει με τις δικές της δυνάμεις και σε όφελος του λαού της; Μπορεί να ευημερήσει με τη δική του σημαία, τη δική του γλώσσα, το δικό του νόμισμα, τη δική του γη, τη δική του εργασία;

Την απάντηση τη δίνουν οι νικητές, και σε τούτον εδώ τον τόπο, οι νικητές δεν έχουν πάψει να απαντούν αρνητικά: Μόνο αν διευθύνουν άλλοι επιτρέπεται να έχεις πολιτεία. Μόνο αν αλλοτριωθείς από τη γλώσσα σου μπορείς να μιλήσεις. Μόνο αν μεταναστεύσεις μπορείς να ζήσεις. Μόνο αν αρνηθείς κάθε δικαίωμα δικαιούσαι να δουλέψεις. Μόνο αν υποθηκεύσεις τον άρτο σου τον επιούσιο, μπορείς να τον ζητήσεις σήμερα.

Αυτές οι προτάσεις, πάντοτε κυρίαρχες καθότι πάντοτε προτάσεις της κυρίαρχης τάξης, διατυπώνονται σήμερα με ωμότητα φυσικού νόμου. Γιατί τί είναι κάθε κρίση για τις ταξικές σχέσεις, αν όχι κρίση ειλικρίνειας;

Το να μην έχεις αξιοπρέπεια είναι όρος αξιοπρεπούς διαβίωσης, το να είσαι αγροίκος, προϋπόθεση επιβίωσης, το να είσαι μισάνθρωπος, το πιο εύχερο μέσο κοινωνικοποίησης. Κι αν στο σύστημα αγυρτείας και απάτης τύχει να βρίσκεσαι στην κορυφή, «τότε δικιά σου θα 'ναι όλη η Γη, ως και κάθε που υπάρχει πάνωθέ της»[2].

Κι όμως, αντίθετα από τα φαινόμενα, απάντηση οριστική δεν δώσαμε ακόμη.

Η Κρίση σιγοκαίει και απειλεί να υποτροπιάσει ανα πάσα στιγμή. Η ψευδής κομματική διαπάλη δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός πως στη βουλή αριστερά και δεξιά είναι πτέρυγες του κόμματος των δανειστών. Τα μαγειρεμένα στοιχεία δεν αλλάζουν την καθημερινή εμπειρία πως η κατάσταση χειροτερεύει διαρκώς. Όλες οι αντιφάσεις παραμένουν άλυτες και μόνο η προσωρινή σταθεροποίηση του Κράτους αναστέλει την κοινωνική έκρηξη.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι οι «συνθήκες», που στην αντικειμενικά καθορισμένη ροή τους συγκροτούν και ανασυγκροτούν εκείνη την ολότητα που τις καθιστά «ώριμες». Το ζήτημα είμαστε εμείς. Ο υποκειμενικός παράγοντας. Ο λαός.

Αν η επανάσταση είναι «ανάγκη που γίνεται ιστορία»[3], ένας λαός χρειάζεται τέσσερα πράγματα για να σηκωθεί: θέληση. θέσμιση, στόχους και αυτοπεποίθηση

Πρώτον, θέληση. Θέληση θα πει η ανάγκη που συνειδητοποιείται. Το «δεν πάει άλλο». Η περισσότερο ή λιγώτερο αφηρημένη αντίθεση στην ονομαστική αξία των πραγμάτων.

Δεύτερον, νέες φόρμες -- που θα μορφώσουν τις ατομικές θελήσεις σε κοινό θέλημα. Ένα συλλογικό υποκείμενο δεν είναι απλώς άθροισμα ατόμων. Δεν είναι αυτόματο αποτέλεσμα μιας διατεταγμένης θέσης στην κοινωνική διαδικασία παραγωγής. Είναι η αναπαράσταση και η δυνατότητα της αναπαράστασης. Είναι ο καθρέφτης και η δυνατότητα του καθρέφτη. Είναι ύπαρξη και διαμεσολάβηση. Είναι οργάνωση και συνείδηση. Είναι υλική και φαντασιακή θέσμιση. Είναι δίκτυο και συμμετοχή.

Τρίτον, κοινό πρόγραμμα, ενότητα στους σκοπούς. Αιτήματα τόσο ριζοσπαστικά, ώστε να θετουν τις βάσεις για να λυθούν όλα τα επείγοντα προβλήματα, και τόσο άμεσα, ώστε να συσπειρώνουν τις πλατύτερες δυνατές κοινωνικές συμμαχίες. Ακραία παραδείγματα προς αποφυγή: α) «είναι ο καπιταλισμός», β) «ηλίθιε».

Τέλος, μην ξεχνούμε πως, «η λογική είναι μεν ακλόνητη, αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί σε έναν άνθρωπο που θέλει να ζήσει».[4] Ποτέ κανείς δεν εξεγέρθηκε επειδή πείσθηκε οτι αυτό ή το άλλο σχέδιο είναι το πιο ενδεδειγμένο. Εξεγέρθηκε –πολιτικοποίησε το σώμα του-- πιστεύοντας με θρησκευτικό φανατισμό, οτι αυτό που ζητά, του αξίζει. Και οτι του αξίζει γιατί αξίζει ο ίδιος. Με δυο λόγια, ένας λαός επαναστατεί όταν είναι αξιοπρεπής.

Η δημοκρατία είναι η ανώτατη μορφή έκφρασης της θέλησης για δύναμη. Είναι η ισότιμη συμμετοχή στη συλλογική αυτοκυβέρνηση, που μοχλεύει την κοινωνική δύναμη παραγωγής του ανθρώπου, με σκοπό να ανυψώσει την ατομική του ύπαρξη. Σήμερα, ο μηδενισμός κυβερνά χωρίς έλεγχο. Πρέπει να λευτερώσουμε το πρωταρχικό ένστικτο από τις αλυσίδες που το εκτρέπουν στη λογική της ανάθεσης, της υποταγής και της ιδιωτείας.

Οι τρεις όροι της νίκης του ολοκληρωτισμού: να νοσταλγείς ένα μυθικό παρελθόν, να απελπίζεσαι για ένα ευμετάβλητο παρόν, να περιμένεις ένα μακρινό μέλλον. Ο ανθρωπισμός απαντά: να διορθώνεις την αδικία του χθες, κερδίζοντας το αύριο, σήμερα.

[1] Γένεση, 3.19
[2] Κιπλινγκ, Αν
[3] Άλκη Αλκαίου, Ρόζα
[4] Κάφκα, η Δίκη

Πηγή: Γιώργος Κυπριγιάν

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου