Ο Νεοφιλελευθερισμός σκοτώνει τη Δημοκρατία

Του Αναστάσιου Κώνστα

Το τελευταίο χρονικό διάστημα γινόμαστε μάρτυρες της καλπάζουσας παρακμής της ΕΕ αλλά και όλου του δυτικού κόσμου. Ειδικά οι Έλληνες βιώνουμε, όπως κανένας άλλος λαός της Ευρώπης, τη βαρβαρότητα της παγκόσμιας επιβολής του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος πάνω στις τύχες των λαών. Αυτό, όμως, που πλέον καθίσταται πασιφανές, είναι η διαπίστωση ότι οι απλοί πολίτες δεν έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη λήψη κρίσιμων γι’ αυτούς αποφάσεων και γίνονται σταδιακά έρμαια της οικονομικής τους ανέχειας.

Ο χρηματοπιστωτικός οίκος McKinsey έχει ήδη από την 25-2-2015 επισημάνει με έκθεσή του ότι το δημόσιο χρέος όλων ανεξαρτήτως των χωρών της υφηλίου αυξάνεται τα τελευταία 30 χρόνια. Αυτό είναι παράλογο αλλά άκρως αληθές. Παράλογο είναι επίσης το γεγονός ότι το παγκόσμιο χρέος ξεπερνά το τριπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σε ποιους οφείλονται τα ποσά αυτά; Προφανώς σε όσους μπορούν να περιγραφούν ως παγκόσμια οικονομική ελίτ. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι με την αύξηση του χρέους των κρατών εκκινείται νομοτελειακά ένας μηχανισμός εξάρτησης και βαθμιαίας υποδούλωσης των κρατών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Πολιτικοί και λοιποί κρατικοί θεσμοί χρηματίζονται, χώρες καταστρέφονται κι οι τοκογλύφοι πανηγυρίζουν.

Σ’ όλα τα δυτικά κράτη που ασπάζονται την ελεύθερη οικονομία υπάρχουν κανόνες διαφύλαξης του υγιούς ανταγωνισμού, προστασίας από συμπράξεις (καρτέλ) και συγχωνεύσεις, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν τόσο ισχυρές οικονομικές οντότητες, ώστε να φτάσουν σε σημείο να απειλούν τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και την επιβίωση των καταναλωτών. Το γεγονός αυτό είναι αδιάψευστη ομολογία ότι η οικονομική ισχύς συνιστά κίνδυνο για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτόν οι διεθνείς και εθνικοί κανόνες ανταγωνισμού προβλέπουν τη δυνατότητα ευθείας παρέμβασης των κρατών στα σχέδια ή την πρακτική των οικονομικά ισχυρών, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η διαφύλαξη της οικονομικής ισορροπίας, αφού η οικονομική επιβίωση των πολιτών είναι προαπαιτούμενο για την ορθή λειτουργία της δημοκρατίας. Ειδικά στην πατρίδα μας βλέπουμε ότι η διαρκής μάχη για τη στοιχειώδη επιβίωση καθενός από εμάς είναι τόσο ψυχοφθόρα, ώστε να μην περισσεύει χρόνος, διάθεση και δυνάμεις ούτε για την ενεργό ενασχόληση με τα κοινά και τη διεκδίκηση στοιχειωδών δικαιωμάτων μας, αλλ’ ούτε για την επικοινωνία με τους οικείους μας, τους φίλους μας ή τους συγγενείς μας.

Εύλογα επομένως συνάγεται το συμπέρασμα ότι και μόνη η ύπαρξη κανόνων δικαίου του ανταγωνισμού καταρρίπτει το κύριο επιχείρημα των θιασωτών του νεοφιλελευθερισμού περί δήθεν αυτορύθμισης των αγορών. Άλλωστε είναι προφανές ότι η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος οδηγεί σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, που με τη σειρά τους συνεπάγονται πλήρη έλεγχο των τιμών βασικών και μη βασικών αγαθών αφήνοντας τον πολίτη έρμαιο σε όσους καθορίζουν κυριαρχικά τις τιμές. Οι τελευταίοι αποκτούν έτσι τη δυνατότητα μέσω της οικονομικής εξάρτησης των πολιτών να ελέγχουν σχεδόν απόλυτα και άλλες πτυχές της ζωής τους, όπως την υγεία, την παιδεία, τις αμοιβές για παροχή εργασίας και εν γένει τις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών, αφού ακόμα και η απόφαση για το εάν και πόσα παιδιά θα αποκτήσει μία οικογένεια επηρεάζεται πλέον από οικονομικούς παράγοντες.

Εντός αυτού του πλαισίου κινούνται και οι διατάξεις του εγχώριου δικαίου του ανταγωνισμού αλλά και του άρθρου 106 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ παράλληλα δεν επιτρέπει στην ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας. Πρόκειται για πανηγυρική αναγνώριση του γεγονότος ότι η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος ναρκοθετεί τη λειτουργία της δημοκρατίας, διότι δημιουργεί ανισότητες και εξαρτήσεις που καθιστούν παντελώς αβοήθητους τους πολίτες. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει για κάθε οικονομικό σύστημα που ευνοεί τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, αλλά πολύ περισσότερο για το νεοφιλελεύθερο οικονομικό σύστημα που την εκθειάζει. Είναι επομένως προφανές ότι η οικονομική ισχύς έχει αναγνωριστεί ως επίσημος κίνδυνος για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Έτσι όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες της σταδιακής επικράτησης των απόψεων της Σχολής του Σικάγο, σύμφωνα με τις οποίες η ισορροπία των αγορών δήθεν αποκαθίσταται με αυτόματο τρόπο. Όμως το δίκαιο του ανταγωνισμού, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι κανόνες δικαίου, θεσπίστηκαν για την προστασία των αδυνάμων έναντι των ισχυρών. Το αξίωμα αυτό «λησμονήθηκε» από τις λεγόμενες δυτικές δημοκρατίες, μόλις κατέρρευσε το αντίπαλον δέος του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η οικονομική και κοινωνική κατάρρευση του γραφειοκρατικού αυτού συστήματος παρείχε το άλλοθι στις υπερεθνικές οικονομικές ελίτ να διακηρύξουν τη δήθεν δικαίωσή τους και να εγκαθιδρύσουν ένα οικονομικό σύστημα που καταπίνει τη δημοκρατία και τις ανάγκες των πολιτών. Βάζοντας το χρήμα πάνω από τον άνθρωπο και επιστρατεύοντας απειλές περί τρομοκρατίας και μαζικής μετανάστευσης προέβησαν σε πολέμους «χάριν της δημοκρατίας» ενισχύοντας με τον τρόπο αυτόν φαινόμενα τρομοκρατίας και προκαλώντας στρατιές προσφύγων και οικονομικών μεταναστών.

Δεν αρκέστηκαν, όμως, σ’αυτά. Στο όνομα του νεοφιλελευθερισμού και της υγείας ή της διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος επιστράτευσαν το επιχείρημα ότι πρέπει δήθεν να περισταλούν ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, καθώς και ότι οι περικοπές για τη διάσωση των τραπεζών και εν γένει των αγορών θα πρέπει να γίνονται σε βάρος των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή σε βάρος του κοινωνικού κράτους δικαίου. Έτσι, η δυνατότητα του μέσου πολίτη να ασχοληθεί με τα κοινά κι επομένως να φέρει στο προσκήνιο τις πραγματικές του ανάγκες κατεστάλη ακόμα περισσότερο, αφού για την ενεργό ενασχόληση με τα κοινά χρειάζεται χρήμα για δημόσια προβολή και χρόνος, δηλαδή ακριβώς αυτά που ο μέσος πολίτης δεν διαθέτει πλέον. Μάλιστα στο όνομα της παραγωγικότητας και επ’ ευκαιρία του φόβου της ανεργίας καθιερώθηκε η απάνθρωπη εντατικοποίηση της εργασίας με αποτέλεσμα οι πολίτες να γίνουν σύγχρονοι είλωτες.

Όλα τα προαναφερθέντα συνδυάζονται με την επινόηση διαφόρων ζητημάτων που μπορούν να χωρίσουν τους πολίτες σε αντιμαχόμενες ομάδες τονίζοντας εντέχνως τα δήθεν συγκρουόμενα συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, εκμεταλλευόμενοι και τα προβλήματα της ανεργίας, της τρομοκρατίας και της μετανάστευσης που οι ίδιοι δημιούργησαν. Με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνουν να διχάζουν τους πολίτες, να εκτονώνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε κατευθυνόμενες από το σύστημα ακραίες «λύσεις» και κυρίως να παρατείνουν την αντιδημοκρατική εκμετάλλευση των λαών.

Ιδίως στην πατρίδα μας, οι υποτιθέμενες οικονομικές δυσχέρειες έγιναν το όχημα για την επιβολή οικονομικής και πολιτικής κατοχής και πλήρους απεμπόλησης της εθνικής κυριαρχίας, κατάσταση που πλέον ομολογείται και από «συντηρητικούς» διανοούμενους, όπως ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών και η σύνθεση της γερμανικής κυβέρνησης θα καθορίσουν σε πολύ πιο σημαντικό βαθμό το μέλλον της χώρας μας, καθώς και η πρόσφατη «παρότρυνση» του Γερούν Ντάισελμπλουμ να ξεχάσουμε τις εκλογές μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος του 3ου μνημονίου.

Ευπρόσδεκτη ενδεχομένως η σύντομη ανάλυση, αλλά τι πρέπει να κάνουμε επί του πρακτέου; Η απάντηση μετά τα προεκτεθέντα είναι προφανής, αλλά δεν υλοποιείται εύκολα. Όμως τελικά δεν έχουμε άλλη επιλογή, αν θέλουμε να επιβιώσουμε. Απαιτείται ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, αφού το ελληνικό κράτος είναι φερέφωνο ξένων συμφερόντων και υπόδουλο σ’αυτά. Χρειάζεται επίσης αποτίναξη της οικονομικής εξάρτησης της πατρίδας μας από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με πρόκληση φαινομένου οικονομικού ντόμινο μέσω της άρνησης πληρωμής των υποτιθέμενων χρεών, της εξόδου από ΕΕ και ευρωζώνη, της υιοθέτησης εθνικού νομίσματος, όπως προτείνει η βραβευμένη μελέτη Leaving the Euro του Roger Bootle, και της εθνικοποίησης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, αφού μία τέτοια ενέργεια θα προξενήσει τεράστιες απώλειες στις αγορές, όπως έχει εγκαίρως προειδοποιήσει η έκθεση της 15-1-2015 του Private Banking της τράπεζας Rothschild. Σε εσωτερικό πεδίο επιβάλλεται η σεισάχθεια των οφειλών προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και δημόσιο, καθώς και η απόδοση δικαιοσύνης με τη λογοδοσία όσων μας οδήγησαν σε αυτήν την κατάσταση και πρόδωσαν την πατρίδα. Αυτά, όμως, δεν επαρκούν, εάν δεν αποφασιστεί από τον ίδιο τον λαό η υιοθέτηση εντός Συντάγματος που θα διασφαλίζει τη λειτουργία της δημοκρατίας με πραγματική ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου και έγκαιρο και αποτελεσματικό έλεγχο της οικονομικής ισχύος και κάθε άλλης μορφής επιβολής εξουσίας.

Μπορούμε; Αν κατανοήσουμε ότι η βάση κάθε μορφής κοινωνικής οργάνωσης είναι η γνήσια αλληλεγγύη και η αντιμετώπιση των δυσχερειών με συλλογικό πνεύμα, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα. Η αυτοοργάνωση με ενότητα και μετωπικό πνεύμα συλλογικής αντίστασης, με ταυτόχρονη ανοχή στις αναπόφευκτες διαφωνίες ενόψει του κοινού στόχου απελευθέρωσης μπορούν να μας οδηγήσουν στο ποθητό αποτέλεσμα. Η συνειδητοποίηση της δύναμης του λαού, ο οποίος άλλωστε στελεχώνει τις κρατικές λειτουργίες, αλλά και της ευθύνης που έχουμε απέναντι στους συμπατριώτες μας θα είναι το τελικό βήμα για την ανατροπή. Ήδη διάφορες κοινωνικές ομάδες αντιλαμβάνονται ότι ως πολίτες αυτού του τόπου είναι πολύ περισσότερα όσα μας ενώνουν από εκείνα που μας χωρίζουν. Αρκεί η συνείδηση αυτή να περάσει από τα λόγια στην πράξη.

Ο Αναστάσιος Κώνστας είναι δικηγόρος Αθηνών παρ' Αρείω Πάγω και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στο Εμπορικό Δίκαιο

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου