Κάτω από την τέφρα


Η χώρα θυμίζει τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας

Του Απόστολου Αποστόλου

Οι μέρες έχουν αρχίσει να μυρίζουν θειάφι. Όχι εκείνο το τίμιο θειάφι του παλιού φαρμακείου, που το ’παιρνες για να γιατρέψεις τη ψώρα της εποχής, αλλά το άλλο, εκείνο  το πολιτικό, το υπόγειο, το βεζουβιανό. Ζούμε, λέει, σε δημοκρατία. Μα η δημοκρατία τελευταία θυμίζει εκείνον τον κουρασμένο εισπράκτορα του επαρχιακού λεωφορείου, που τρυπάει εισιτήρια δίχως να κοιτάζει πού πάει το όχημα. Κι εμείς, επιβάτες ενός κράτους που βήχει στάχτη, κοιτάμε από τα παράθυρα τα ερείπια να πλησιάζουν.

Είναι βέβαιο  ότι  κυβέρνηση πέφτει. Όχι με κρότο ηρωικό, μήτε με τη μεγαλοπρέπεια της  αρχαίας τραγωδίας. Πέφτει σαν πολυκατοικία αυθαίρετη χτισμένη πάνω σε ρέμα. Με μικρές καθημερινές υποχωρήσεις, με τριξίματα, με κουφώματα που ξεκολλούν. Και καθώς πέφτει, παρασέρνει όλο το σύστημα των συναλλαγών της. Δηλαδή τις μεσιτείες, τις προμήθειες, τα μυστικά τηλεφωνήματα, τα παζάρια κάτω από τα τραπέζια, εκεί όπου οι ιδεολογίες αλλάζουν χέρια σαν πλαστά χαρτονομίσματα.

Η χώρα θυμίζει τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας. Όχι γιατί έρχεται κάποια θεία τιμωρία (έτσι και αλλιώς οι θεοί έχουν προ πολλού παραιτηθεί από την ελληνική υπόθεση) αλλά γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να χορεύουν ενώ ο ουρανός σκουραίνει. Στις οθόνες όμως  χαμογελούν υπουργοί σαν ξεχασμένοι παρουσιαστές τηλεπαιχνιδιού. Στις αίθουσες των συνεδριάσεων περιφέρονται συμβουλάτορες με τη γλώσσα κολλημένη πάνω στις λέξεις «ανάπτυξη», «σταθερότητα», «μεταρρύθμιση», λες και οι λέξεις ακόμη μπορούν να σώσουν κάτι.

Κι ύστερα ήρθαν τα νέα κόμματα. Πλάσματα «γενετικού χιμαιρισμού», παλαιότερα τα λέγαμε κόμματα κουρελού, τώρα τους φοράνε ευρωπαϊκά σακάκια και τα παρουσιάζουν σαν καινούργιες αφίξεις. Παίρνουν λίγο από δεξιά, λίγο από αριστερά, λίγο από κέντρο, λίγο από τηλεοπτικό πάνελ, λίγο από χορηγούς, λίγο από αλγόριθμους κοινωνικών δικτύων, και φτιάχνουν πολιτικούς οργανισμούς που θυμίζουν μεταμοσχεύσεις χωρίς σώμα.

Κάποιοι άλλοι,  πάλι, βλέποντας το παλιό τους κόμμα να κατεβάζει ρολά σαν μπακάλικο της γειτονιάς που το νίκησαν τα σούπερ μάρκετ, τρέχουν να χτυπήσουν πόρτες νέων κομμάτων. Περιφέρονται κρατώντας βιογραφικά πολιτικής επιβίωσης. Άνθρωποι που κάποτε ορκίζονταν πίστη σε σημαίες, τώρα αλλάζουν στρατόπεδα με την άνεση που αλλάζει κανείς πάροχο κινητής τηλεφωνίας. Η μεταγραφή έχει γίνει εθνική ιδεολογία σ΄ αυτή τη χώρα. 

Κι ο πολίτης; Ο πολίτης κάθεται στη γωνία της εποχής σαν ξεχασμένη ομπρέλα. Δεν θυμώνει πια, και  είναι το πιο επικίνδυνο. Η οργή τουλάχιστον έχει παλμό, αλλά η απογοήτευση είναι αρρώστια αθόρυβη. Μπαίνει μέσα σου σαν υγρασία και σαπίζει σιγά,  σιγά τα δοκάρια της εμπιστοσύνης. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια ούτε στις υποσχέσεις ούτε στις διαψεύσεις. Κοιτούν τους θεσμούς όπως κοιτά κανείς ένα παλιό οικογενειακό έπιπλο που το κρατά μόνο από συνήθεια.

Η πολιτική, που κάποτε διεκδικούσε το δικαίωμα να αλλάζει τον κόσμο, κατέληξε μηχανισμός προσωπικών συμφερόντων. Ένα είδος γραφείου εξυπηρέτησης ημετέρων. Εκεί δηλαδή, όπου οι ιδέες σφραγίζονται, παίρνουν αριθμό πρωτοκόλλου και μπαίνουν στο αρχείο. Και όσοι μιλούν ακόμη για αξίες αντιμετωπίζονται σαν γραφικοί συλλέκτες παλιών γραμματοσήμων.

Μα η παρακμή δεν σταματά στα υπουργικά γραφεία, κατεβαίνει στις κερκίδες των γηπέδων, εκεί όπου οι αντιθέσεις των συμφερόντων φορούν κασκόλ και φωνάζουν συνθήματα. Οι   εξέδρες τώρα πια έχουν γίνει προεκτάσεις πολιτικών γραφείων και επιχειρηματικών ανταγωνισμών. Οι κολαφισμοί, οι εμπτυσμοί, οι ραπισμοί δεν είναι πια εκρήξεις στιγμιαίου φανατισμού, είναι η γλώσσα μιας κοινωνίας που ξέμαθε να συνομιλεί.

Στις κερκίδες των αθλητικών γεγονότων, πολιτικοί παράγοντες και πρόεδροι ομάδων λύνουν τις διαφωνίες τους για συμβόλαια που δεν ολοκληρώθηκαν, για συμφωνίες που χάλασαν στο παρά πέντε, για μερίδια εξουσίας που άλλαξαν χέρια κάτω από τα τραπέζια των επισήμων. Οι εξέδρες δεν φιλοξενούν πια φιλάθλους αλλά παρατάξεις κι οι ζητωκραυγές ακούγονται σαν επευφημίες σε αόρατες συναλλαγές. Οι αθλητικοί αγώνες  έγιναν προεκτάσεις πολιτικών γραφείων  και  επιχειρηματικής ίντριγκας, εκεί όπου τα συνθήματα συγχέονται με τις απειλές και οι σημαίες ανεμίζουν σαν συμβόλαια έτοιμα να υπογραφούν ή να σκιστούν.

Η χώρα στις μέρες μας μοιάζει να περπατά μέσα σε σύννεφο ηφαιστειακής στάχτης. Όμως όλα υπάρχουν ακόμη: οι δρόμοι, τα φώτα, τα τηλεοπτικά πάνελ, τα μεγάλα λόγια. Κι όμως όλα έχουν ήδη αρχίσει να απολιθώνονται. Η εμπιστοσύνη έγινε άγαλμα θαμμένο κάτω από πυροκλαστικά κύματα.

Ίσως το πιο τραγικό δεν είναι πως το σύστημα καταρρέει, γιατί τα συστήματα πάντοτε καταρρέουν. Το πιο τραγικό είναι πως η κοινωνία δείχνει να συνήθισε την πτώση, όπως συνηθίζει κανείς τον θόρυβο του τρένου όταν μένει χρόνια δίπλα στις γραμμές. Κι έτσι, ενώ η τέφρα πυκνώνει πάνω από τα κεφάλια μας, συνεχίζουμε να συζητάμε για δημοσκοπήσεις, για ποσοστά, για συμμαχίες, σαν Ρωμαίοι που στρώνουν το τραπέζι ενώ πίσω τους κατεβαίνει η λάβα.

Κάποτε, ίσως, οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος να σκάψουν μέσα στα ερείπια αυτής της εποχής και να βρουν απολιθωμένα χαμόγελα πολιτικών, διαφημιστικά συνθήματα, κομματικές σημαίες και τηλεοπτικές ατάκες. Και τότε θα απορήσουν όχι για το πώς καταστράφηκε η πόλη, αλλά για το πώς οι κάτοικοί της δεν άκουσαν εγκαίρως τον βόμβο του ηφαιστείου.

* Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.

Πηγή : documentonews.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου