Ρεκόρ κατασχέσεων την τελευταία τριετία


Της Αντριάνας Βασιλά

Στον δυσθεώρητο αριθμό των πέντε εκατομμυρίων ανέρχονται οι κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν πραγματοποιηθεί από το 2015 έως και τον Μάιο του 2018, δηλαδή την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο Συνήγορος του Πολίτη.

Στην έκθεση μάλιστα επισημαίνεται ότι το ποσοστό των Ελλήνων πολιτών που κινδυνεύουν με κατάσχεση των λογαριασμών τους είναι «ανησυχητικά υψηλό», ενώ όλα δείχνουν ότι μέχρι το τέλος του 2018 θα καταγραφεί ρεκόρ κατασχέσεων.
Ενδεικτικό είναι ότι το 2015 η ΑΑΔΕ προχώρησε σε περίπου 650.000 κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών, το 2016 ο αριθμός των κατασχέσεων διπλασιάστηκε, ενώ το 2017 οι κατασχέσεις υπερέβησαν τα 1,7 εκατομμύρια και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία έως τον Μάιο του 2018 οι συντελεσθείσες κατασχέσεις είχαν αγγίξει τα 1,2 εκατομμύρια. Δηλαδή, συνολικά, από το 2015 μέχρι τον Μάιο του 2018 έχουν γίνει 4.850.000 κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.

Ειδικότερα ο Συνήγορος του Πολίτη Ανδρέας Ποττάκης σημειώνει ότι «παρά το τεράστιο αυτό ποσό κατασχέσεων, κινδυνεύουν ακόμη τέσσερα εκατομμύρια πολίτες με κατάσχεση για οφειλές προς το Δημόσιο (εφορία και ασφαλιστικά ταμεία), όταν πριν από 10 χρόνια ο αριθμός συμπολιτών μας που είχαν χρέη προς το Δημόσιο έφθανε λίγο πάνω από ένα εκατομμύριο».

Το γεγονός αυτός αφήνει να εννοηθεί ότι το 2018 θα κλείσει με κατασχέσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τα πέντε εκατομμύρια!

«Η κατάσταση δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη χώρα της Ε.Ε.» υποστήριξε ο Ποττάκης, σημειώνοντας ότι «πρέπει να αναληφθούν νομοθετικές πρωτοβουλίες για να διορθωθούν οι στρεβλώσεις του συστήματος είσπραξης των οφειλών».

Αναφερόμενος στο συνολικό ποσό ιδιωτικών χρεών προς το Δημόσιο είπε ότι «τον Σεπτέμβριο υπήρξε υπέρβαση του ψυχολογικού ορίου των 100 δισ. ευρώ».

Να προστατευθούν οι αδύναμοι

Στην έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη αναφέρεται ακόμη ότι από τα πλοκάμια των κατασχέσεων δεν εξαιρείται ούτε το επίδομα ανεργίας, αλλά και τα επιδόματα ανάπηρων παιδιών, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη βούληση του νομοθέτη. Ειδική μνεία κάνει η έκθεση στην υπόθεση μητέρας που της κατασχέθηκε το επίδομα λοχείας αλλά και στα επιδόματα του ΟΑΕΔ τα οποία έκαναν φτερά, καθώς το σύνολο του λογαριασμού υπερέβαινε το ακατάσχετο όριο των 1.250 ευρώ.

Άλλωστε επισημαίνεται στην έκθεση ότι υποβλήθηκαν αναφορές από γονείς / κηδεμόνες / δικαστικούς συμπαραστάτες ανηλίκων και ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ), οι οποίοι διαμαρτύρονταν ότι προνοιακά βοηθήματα και επιδόματα τα οποία χορηγούντο σε ανηλίκους / αναπήρους / συμπαραστατούμενους κατασχέθηκαν για οφειλές των γονέων / κηδεμόνων / δικαστικών συμπαραστατών.

Η περίπτωση αυτή αποτελεί μια υποπερίπτωση της κατάσχεσης των κοινών λογαριασμών. Ωστόσο, η Αρχή δέχθηκε και αναφορές από μοναδικούς δικαιούχους λογαριασμού στον οποίο επιβλήθηκε κατάσχεση, ενώ στον λογαριασμό αυτόν κατετίθετο το προνοιακό επίδομα ή το ασφαλιστικό βοήθημα. Ο λογαριασμός αυτός δεν ήταν προστατευμένος, επειδή ο δικαιούχος είχε δηλώσει ως προστατευμένο μόνο τον λογαριασμό του μισθού ή της σύνταξης.

Παρέμβαση του Συνηγόρου

Ο Συνήγορος του Πολίτη παρενέβη σε τέτοιου είδους ατομικές περιπτώσεις με έγγραφά του προς τους φορείς που είχαν ζητήσει την κατάσχεση (δήμοι / ΔΟΥ) και ανέπτυξε τη θέση ότι τα χρήματα που είχαν κατασχεθεί δεν ανήκαν στους οφειλέτες / οφειλέτριες, αλλά αντίθετα ανήκαν σε άτομα που έχρηζαν ιδιαίτερης προστασίας, και τους είχαν χορηγηθεί προς τον σκοπό αυτό.

Σε αρκετές περιπτώσεις πέτυχε την επιστροφή των κατασχεθέντων ποσών. Εν συνεχεία απευθύνθηκε προς τη διοίκηση / πολιτική ηγεσία ζητώντας να προστατευθούν ρητά από κατασχέσεις παρόμοια βοηθήματα - επιδόματα.

Η διοίκηση ανταποκρίθηκε αρχικά με νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 51, Ν. 4483/2017, ΦΕΚ Α 107/31.7.2017) του υπουργείου Εσωτερικών, όπου προβλέφθηκε ότι τα βοηθήματα που χορηγούνται εκτάκτως από τους δήμους σε οικονομικά αδύναμους και πολύτεκνους «είναι αφορολόγητα, δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε κράτηση, δεν κατάσχονται ούτε συμψηφίζονται με ήδη βεβαιωμένα χρέη προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ και νομικά πρόσωπα αυτών ή πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζονται στα εισοδηματικά όρια για την καταβολή οποιοσδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα».

Στη συνέχεια, η ΑΑΔΕ με την ΠΟΛ 1146/2017, επέκτεινε το μέτρο του περιορισμού της κατάσχεσης και στα επιδόματα αυτά, με την ιδιαιτερότητα της αποδέσμευσης του συνόλου του επίμαχου ποσού.
Το μέτρο του περιορισμού της κατάσχεσης έχει εισαχθεί με το άρθ. 30 παρ. 4 N.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) που προβλέπει ότι «η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσό ή ποσοστό ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε».

Στη συνέχεια, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ΠΟΛ 1092/2014 παρασχέθηκε η διακριτική ευχέρεια στον προϊστάμενο της ΔΥΟ, έπειτα από σχετική αίτηση του οφειλέτη, να περιορίσει με αιτιολογημένη απόφασή του το ποσό ή ποσοστό της κατάσχεσης, «χωρίς διακρίσεις, με κριτήρια απολύτως αντικειμενικά σχετιζόμενα με ιδιαίτερους λόγους, όπως πραγματική οικονομική αδυναμία, λόγοι υγείας, ύψος οφειλής, παλαιότητα και είδος αυτής και ποτέ επιλεκτικά, χωρίς δηλαδή να σχετίζονται με το πρόσωπο του οφειλέτη». Για τον περιορισμό της κατάσχεσης απαιτείται, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, η διαπίστωση ότι η κατασχεθείσα απαίτηση, εφάπαξ ή περιοδικώς καταβαλλόμενη, είναι σημαντικό μέσο για τη διαβίωση του υπόχρεου».

Τα συμπεράσματα

Σε ό,τι αφορά τα συμπεράσματα της έκθεσης, αυτά είναι:

● Η παρεμπόδιση της αυτόματης και αυτοδίκαιης προστασίας του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ στα εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα με την ανάδειξη της διαδικασίας γνωστοποίησης του ακατάσχετου λογαριασμού στη φορολογική διοίκηση από διαδικαστική προϋπόθεση σε ουσιαστική προϋπόθεση, δυναμιτίζει τον σκοπό του νομοθέτη για προστασία των μισθοσυντήρητων φορολογούμενων.
● Η δικαστική προστασία, είτε με τη μορφή της προσωρινής δικαστικής προστασίας (αναστολή εκτέλεσης κατάσχεσης, αναστολή καταδιωκτικών μέτρων) είτε με τη μορφή της υπαγωγής σε διαδικασία διαγραφής οφειλών λόγω οικονομικής αδυναμίας, αποδεικνύεται δύσχρηστη και αναποτελεσματική.
● Τόσο οι ίδιοι οι οφειλέτες του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, όσο και οι κληρονόμοι τους ή τα φυσικά πρόσωπα αλληλεγγύως ευθυνόμενα με νομικά πρόσωπα που έχουν παύσει να υφίστανται, συχνά αιφνιδιάζονται από τη διαδικασία κατάσχεσης, την οποία πληροφορούνται όταν επιχειρούν πρόσβαση στις καταθέσεις τους.

Αυτό συμβαίνει είτε επειδή το κατασχετήριο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη, πράγμα που κρίθηκε ως συνταγματικά ανεκτό από το ΣτΕ, είτε γιατί η φορολογική ή η κοινωνικοασφαλιστική διοίκηση συσχετίζει τις οφειλές των εκλιπόντων φυσικών προσώπων ή των λυθέντων νομικών προσώπων με τους ήδη μη υφιστάμενους ΑΦΜ τους, και όταν, εν συνεχεία, προβεί σε λήψη καταδιωκτικών μέτρων, τότε τα στρέφει κατά των κληρονόμων και των αλληλλεγγύως ευθυνόμενων φυσικών προσώπων, τα οποία ωστόσο ουδέποτε είχε ενημερώσει για τις οφειλές αυτές.

Επιπλέον, σημειώνει ο Συνήγορος του Πολίτη, παρατηρούνται περιπτώσεις υπερείσπραξης απαιτήσεων φορέων κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο της αναγκαστικής είσπραξης στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, λόγω του ότι, κατά την ακολουθούμενη ηλεκτρονική διαδικασία κοινοποίησης των κατασχετηρίων από το ΚΕΑΟ προς τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν έχει προβλεφθεί τρόπος ελέγχου σχετικά με το αν το ποσό που δεσμεύεται σε μία τράπεζα όπου τηρεί λογαριασμό ο οφειλέτης έχει ήδη δεσμευθεί και αποδοθεί στο ΚΕΑΟ από άλλη τράπεζα.

Τα σφάλματα τα οποία εμφιλοχωρούν στη διαδικασία, είτε με τη μορφή αριθμητικού λάθους είτε με τη μορφή καθυστέρησης ευθυγράμμισης με τροποποιήσεις της νομοθεσίας, συχνά δεν διορθώνονται παρά μόνο με προσφυγή στη δικαιοσύνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον φορολογούμενο.

Πάντως, όπως επισημαίνεται, ακόμη και εάν υπάρξει παραδοχή ενός σφάλματος, η φορολογική ή η κοινωνικοασφαλιστική διοίκηση δεν επιστρέφει στους πολίτες τα παρακρατηθέντα ποσά, αλλά τα συμψηφίζει με υπάρχουσες οφειλές.

Επίσης τα προνομιακά επιδόματα και ασφαλιστικά βοηθήματα δεν τυγχάνουν συνολικής και ενιαίας προστασίας, αλλά κατατρύχονται από αποσπασματική πολυνομοθεσία, που συχνά οδηγεί στην κατάσχεσή τους, με μεγάλη δυσκολία στην επιστροφή των χρημάτων στις ευάλωτες ομάδες προς τις οποίες απευθύνονται.

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Παρά την κατηγορηματική διαβεβαίωση του ενωσιακού δικαίου ότι καταβάλλονται στο ακέραιο στους δικαιούχους, καταλήγουν σε πλείστες περιπτώσεις να μην φθάνουν στα χέρια των αγροτών οφειλετών του Δημοσίου, λόγω μη θέσπισης ρητής διάταξης περί ακατάσχετου στην ελληνική νομοθεσία και διχογνωμίας και μετάθεσης ευθύνης μεταξύ των φορέων ως προς τη διαβεβαίωση περί του ακατάσχετου.

Τέλος, ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι η «πολιτεία οφείλει να διερευνήσει και να αναδείξει λύσεις που θα δώσουν στους φορολογούμενους τη δυνατότητα να αυξήσουν τα εισοδήματά τους, μέσα σε ένα κλίμα ανάπτυξης και οικονομικής ασφάλειας, ώστε να δύνανται εν τοις πράγμασι να αποπληρώσουν τις οφειλές τους».

Όλο και λιγότερα χαλάμε στο σούπερ μάρκετ

Διαρκής η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης για τα απολύτως απαραίτητα
Κάτω από 280 ευρώ ξοδεύει το 54% των ελληνικών νοικοκυριών για τα απολύτως απαραίτητα πλέον στο σούπερ μάρκετ σύμφωνα με έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η συχνότητα αγορών στις αλυσίδες λιανικού εμπορίου για το 65% των ερωτηθέντων είναι μέχρι έξι φορές τον μήνα.

Σε ό,τι αφορά το ύψος της δαπάνης ανά επίσκεψη, η έρευνα έδειξε ότι ποσοστό 68,7% των ερωτηθέντων αφήνει έως 50 ευρώ κάθε φορά που ψωνίζει, ποσοστό 27,5% δαπανά από 51 ως 100 ευρώ και μόνο το 3,8% υπερβαίνει τα 100 ευρώ σε μία τυπική επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ. Η μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ εκτιμάται σε 49 ευρώ. Η μηνιαία δαπάνη των καταναλωτών στα σούπερ μάρκετ εκτιμήθηκε κατά μέσο όρο στα 278 ευρώ.

Αναφορικά με το πώς επιλέγουν οι καταναλωτές προϊόντα, οι ερωτηθέντες δήλωσαν τη σημασία που αποδίδουν όταν ψωνίζουν σε βασικά κριτήρια επιλογής προϊόντων. Εξετάζοντας τη σπουδαιότητα των κριτηρίων επιλογής προϊόντων, προκύπτει ότι σημαντικότερα θεωρούνται η ποιότητα, η τιμή, οι προσφορές και η ελληνική προέλευση.

Στην έρευνα, οι ερωτηθέντες δήλωσαν τι αλλαγές επιφέρει η κρίση στην αγοραστική συμπεριφορά τους. Οι επιλογές δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες και οι ερωτηθέντες μπορούσαν να επιλέξουν περισσότερες από μία απαντήσεις. Συγκεκριμένα, ποσοστό 41% αγοράζει φθηνότερα προϊόντα, 54% αγοράζει λιγότερα προϊόντα, 69% συγκρίνει τιμές σε προϊόντα και καταστήματα, ενώ το 54% περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα.

Το 94,5% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι έχουν προαποφασίσει τι είδη θα αγοράσουν πριν πάνε στο σούπερ μάρκετ.

Στο θέμα της μάρκας του κάθε προϊόντος προαποφασισμένο εμφανίζεται το 47,3% (47,8% των ερωτηθέντων πέρυσι). Αυτό δείχνει, σύμφωνα με την έρευνα, ότι ακόμα περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν μάρκα μέσα στο κατάστημα, συγκρίνοντας τις επιλογές που τους δίνει το σούπερ μάρκετ.
Ποσοστό 80,4% των ερωτηθέντων απάντησε ότι όταν βρίσκει στο σούπερ μάρκετ ελληνικά προϊόντα τα προτιμά από τα εισαγωγής. Διευκρινίζεται ότι αυτή η ερώτηση αφορά την πρόθεση του καταναλωτή και δεν ταυτίζεται με την τελική επιλογή του, που επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες (διαθεσιμότητα στο ράφι, τιμές, προσφορές, κ.λπ.).

Το 77% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι υπάρχει στροφή των καταναλωτών στα προϊόντα ελληνικής παραγωγής, ενώ το 90% δηλώνει πως θέλει να αναγράφεται στη συσκευασία ότι ένα προϊόν είναι ελληνικής παραγωγής.

Το 61% πιστεύει ότι τα ελληνικά προϊόντα έχουν καλύτερη ασφάλεια και ποιότητα, ενώ το 92% πιστεύει πως προτιμώντας ελληνικά προϊόντα στηρίζει την παραγωγή της χώρας.

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι το 86% πιστεύει ότι προτιμώντας ελληνικά προϊόντα βοηθά στη μείωση της ανεργίας.

Πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου