Αφγανιστάν: Για πόσο ακόμα η Ευρώπη θα ακολουθεί τις ΗΠΑ;

 

Οι επιπτώσεις της αποχώρησης και το “απίθανο” νέο κύμα προσφύγων. Θα αντιδράσει η Ευρώπη στις αλλαγές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής;

Του Στιβ Μπέινμπριτζ *

Στις 31 Αυγούστου του 2021, μετά από 20 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ εισέβαλαν τον Οκτώβριο του 2001, για να κυνηγήσουν την Αλ Κάιντα και τον ηγέτη της Οσάμα Μπιν Λάντεν, λίγες εβδομάδες μετά την επίθεση που κατέρριψε τους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη. Οι ΗΠΑ παρέμειναν στο Αφγανιστάν για να αναλάβουν μια καταδικασμένη προσπάθεια  να οικοδομήσουν ένα νέο έθνος. Μετά την απώλεια περισσότερων από 6.000 Αμερικανών και 100.000 Αφγανών και μια αμερικανική επένδυση άνω των δύο τρισεκατομμυρίων δολαρίων, το Αφγανιστάν βρίσκεται ξανά στα χέρια των Ταλιμπάν (‘οι φοιτητές’, στα ελληνικά), οι οποίοι έχασαν από την πλευρά τους περισσότερους από 50.000 μαχητές.

Η γενική γνώμη είναι ότι οι ΗΠΑ είχαν δίκιο να αποχωρήσουν, μια αποχώρηση, η οποία παρεμποδίστηκε από την αστραπιαία προέλαση των Ταλιμπάν που κατέλαβαν τη χώρα σε δέκα και όχι σε 90 ημέρες, όπως είχαν αρχικά όλοι υπολογίσει και εκτιμήσει. Αυτό άφησε τους Αμερικανούς, τους Ευρωπαίους και τους Αφγανούς συμμάχους τους να προσπαθούν απεγνωσμένα να διαφύγουν από το πλημμυρισμένο ασφυκτικά με κόσμο διεθνές αεροδρόμιο της Καμπούλ. Παρά το χάος, που μετατράπηκε σε πανικό και σε μια ακόμη τραγωδία με ανθρώπινες απώλειες από τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας που στοίχισαν τη ζωή 100 και πλέον ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους εκκένωσαν περίπου 124.000 ανθρώπους το διάστημα από τις 14 έως τις 31 Αυγούστου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να επικρίνουν τον Δημοκρατικό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, για τις αποτυχίες του. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι ο Μπάιντεν εφαρμόζει μια συμφωνία που ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σύναψε με τους Ταλιμπάν το 2020. Δεν είναι επίσης σαφές ποιες προσπάθειες θα έκανε μια κυβέρνηση Τραμπ για να εκκενώσει τους μη-Αμερικανούς. Οι υποστηρικτές του Τραμπ δηλώνουν όλο αυτό το διάστημα στα ΜΜΕ δήλωσαν ξεκάθαρα ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν καμία υποχρέωση να δεχτούν Αφγανούς πρόσφυγες, ακόμη και αυτούς που συνεργάστηκαν μαζί τους.

Μια ευρύτερη απόσυρση

Η αποχώρηση από το Αφγανιστάν είναι μέρος μιας πολιτικής απεμπλοκής των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Το 2019, υπό τον Τραμπ, οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη Συρία και φέτος θα σταματήσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράκ, αφήνοντας πίσω τους μόνο “συμβούλους” και “εκπαιδευτές”. Οι αμερικανικές προτεραιότητες στην περιοχή θα είναι η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας μέσω πληροφοριών, αεροπορικών επιθέσεων και επιδρομών των ειδικών δυνάμεων. Παράλληλα, είναι βέβαιη η συνέχιση των προσπαθειών για τον περιορισμό του Ιράν και η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων, εν ολίγοις, η αντιμετώπιση της φερόμενης απειλής που θέτει η Τεχεράνη για τους συμμάχους των ΗΠΑ: Ισραήλ και Σαουδική Αραβία.

Η 20ή επέτειος της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους ενδέχεται να δει τον πρόεδρο Μπάιντεν να ανακοινώνει το τέλος του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”, που ξεκίνησε από τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους. Η Αμερική θα πάρει μια ανάσα και θα επικεντρωθεί σε άλλες απειλές, όπως η άνοδος της Κίνας και οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο (cybersecurity) από ξένες δυνάμεις, κυρίως από τη Ρωσία. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικά ερωτήματα, συμπεριλαμβανομένου του τι σημαίνει αυτή η αλλαγή πολιτικής για το Αφγανιστάν και τον πιο σταθερό σύμμαχο των ΗΠΑ: τη γηραιά Ευρώπη.

Ένα απρόβλεπτο μέλλον

Οι Ταλιμπάν προσφέρουν στους Αφγανούς ένα τέλος στην ξένη κατοχή και σταθερότητα, ακόμη και αν η δρακόντεια εφαρμογή του νόμου της Σαρία είναι το τίμημα. Ωστόσο, αυτή η πολυπόθητα σταθερότητα δεν είναι εγγυημένη. Οι Ταλιμπάν είναι Παστούν, μια φυλή που αποτελεί περίπου το 42% των περίπου 33 εκατομμυρίων πολιτών του αφγανικού πληθυσμού. Οι υπόλοιποι είναι Τατζίκοι, Χαζάρα, Ουζμπέκοι, Τουρκμένοι ή από μία από διάφορες  άλλες φυλές, όλες με μακρά ιστορία συγκρούσεων μεταξύ τους. Υπάρχουν και θρησκευτικές διαιρέσεις. Το Ισλαμικό Κράτος της Επαρχίας Χορασάν (Islamic State Khorasan Province -ISKP), η ομάδα πίσω από τις φονικές επιθέσεις στο αεροδρόμιο της Καμπούλ κατά την εκκένωση, δεν πιστεύει ότι η ερμηνεία των ισλαμικών νόμων από τους Ταλιμπάν είναι αρκετά αυστηρή. Το ISKP είναι ξεκάθαρο, δεν θα ανεχθεί την απόκλιση από το θέλημα του Θεού, όπως το βλέπει.

Το Αφγανιστάν έχει επίσης αλλάξει τα τελευταία 20 χρόνια. Η ζωή στην Καμπούλ, παρόλα που δεν είναι η ίδια με μιας σύγχρονης δυτικής πόλης, είναι έτη φωτός μπροστά από εκείνη στο αγροτικό Αφγανιστάν. Ο πληθυσμός είναι νεότερος, περισσότερες γυναίκες εκπαιδεύονται και εργάζονται, οι άνθρωποι έχουν ηλεκτρικό ρεύμα, υδραυλικά, μεταφορές και κινητά τηλέφωνα. Δεν είναι σαφές αν οι Ταλιμπάν, οι οποίοι στερούνται διοικητικής εμπειρίας ακόμη και ενός ημι-μοντέρνου κράτους, θα μπορέσουν να βγάλουν από το μπουκάλι το τζίνι ακόμη και ενός μερικού εκσυγχρονισμού. Το Αφγανιστάν κινδυνεύει να ξαναγίνει καταφύγιο για τρομοκράτες. Αν όμως, οι δραστηριότητες των νέων τρομοκρατών περιοριστούν στη Μέση Ανατολή τότε αυτό δεν θα είναι πλέον πρόβλημα της Δύσης.

To πρόβλημα για την Ευρώπη

Για την Ευρώπη, το άμεσο μέλημα αφορά ένα κύμα Αφγανών προσφύγων όμοιο με εκείνου από τη Συρία το 2015. Αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο. Οι Ταλιμπάν δυσκολεύουν ακόμη και αυτούς που έχουν κατοικία σε άλλες χώρες να φύγουν από τη χώρα και δεν θα επιτρέψουν μια μαζική έξοδο. Η χερσαία διαδρομή προς την Ευρώπη, μια διαδρομή άνω των 3.000 χιλιομέτρων, απαιτεί τη διέλευση από το Ιράν πριν φτάσουν στην Τουρκία. Το σιιτικό μουσουλμανικό Ιράν έχει ήδη σχεδόν ένα εκατομμύριο σουνίτες μουσουλμάνους Αφγανούς. Δεν θέλει άλλους και έκλεισε τα σύνορά του με το Αφγανιστάν.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, φέτος μέχρι στιγμής περίπου 600 αιτούντες άσυλο από το Αφγανιστάν έχουν φτάσει στην Ελλάδα μέσω θαλάσσης. Δεν προέρχονταν από το Αφγανιστάν, αλλά από την Τουρκία. Ωστόσο, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, δεν έχει καμία πρόθεση να επιτρέψει στους Αφγανούς πρόσφυγες (ακόμη και αν φτάσουν εκεί) να διασχίσουν τα σύνορα από το Ιράν στην Τουρκία με την ελπίδα να τους περάσουν στην Ευρώπη, κυρίως επειδή η Ευρώπη δεν θα τους αφήσει να μπουν. Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία κατέστησαν ήδη σαφές ότι δεν θα επαναληφθεί η προσφυγική κρίση του 2015 και η Ελλάδα έκλεισε τα σύνορά της με την Τουρκία για τους Αφγανούς πρόσφυγες.

Σε γενικές γραμμές, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν έδειξε ότι η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ είναι στρατιωτικά ανίσχυροι οργανισμοί χωρίς τους Αμερικανούς. Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται μαζί με τις ΗΠΑ στο Αφγανιστάν από το 2001 και περισσότεροι από 450 Βρετανοί στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους. Διακόπτοντας τις καλοκαιρινές διακοπές του, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον αντιμετώπισε σφοδρή κριτική στη Βουλή των Κοινοτήτων σχετικά με την απόσυρση. Η μόνη απάντηση του Τζόνσον ήταν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορούσε να μείνει στο Αφγανιστάν “χωρίς αμερικανική δύναμη”.

Για να προστατεύσει τα συμφέροντά της και να διαχειριστεί την αστάθεια, η Ευρώπη, ίσως, πρέπει να αναπτύξει τη δική της ικανότητα για διπλωματική και στρατιωτική επέμβαση, χωριστά από τις ΗΠΑ. Αυτό θα πάρει χρόνο και μπορεί να είναι δαπανηρό, αλλά ίσως να ήρθε η ώρα η Ευρώπη να βγει από την προστασία της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας. Μετά το Αφγανιστάν, η Ευρώπη πρέπει να σκεφτεί πώς μπορεί να ασκήσει επιρροή σε έναν κόσμο που φαίνεται να κυριαρχείται παγκοσμίως από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία και, στη Μέση Ανατολή, από το Ιράν.

* Στιβ Μπέινμπριτζ, Βρετανός αναλυτής, γεννημένος στο Στόουκ, που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.


Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου