Οκτώ μαθήματα για Ελλάδα-Κύπρο από τον πόλεμο στην Ουκρανία

 

Του Θέμη Τζήμα

Τα γεγονότα στην Ουκρανία προσφέρουν ορισμένα πολύτιμα μαθήματα για τον Ελληνισμό (Ελλάδα και Κύπρο), σε ό,τι αφορά μια πιθανή πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία, παρότι προφανώς η συσχέτιση πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Κι αυτό, επειδή οι διαφορές ισχύος, η διεθνοπολιτική θέση, οι οικονομικές δυνατότητες και το θέατρο του εκεί πολέμου είναι πολύ διαφορετικά από τα αντίστοιχα μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.

Συμπέρασμα πρώτο: Εφεδρείες και πάλι εφεδρείες! Η Ρωσία ξεκίνησε την εκστρατεία της με λιγότερους από 200.000 στρατιώτες, χωρίς να προβεί σε επιστράτευση. Πρόκειται για πολιτικό υπολογισμό, επειδή οι επιστρατεύσεις είναι αντιδημοφιλείς. Η Ουκρανία μπορούσε να αξιοποιήσει το ολιγάριθμο των Ρώσων, αν είχε την δυνατότητα μιας γενικής επιστράτευσης, ώστε να παρατάξει ένα εκατομμύριο (44 εκατομμύρια ο πληθυσμός της) στο πεδίο της μάχης.

Με μια αναλογία 1:5 επιτιθεμένου-αμυνομένου, θα μπορούσε να προβάλει ανυπέρβλητα στρατιωτικά και πολιτικά εμπόδια στο Κρεμλίνο. Παρότι διέταξε γενική επιστράτευση η ουκρανική κυβέρνηση, αυτή αποδείχτηκε ανέφικτη. Αντιθέτως, η Ουκρανία πολεμά με σώματα εκπαιδευμένα από το ΝΑΤΟ (Αζόφ και λοιπούς) δεκάδων χιλιάδων, με νατοϊκούς μισθοφόρους και πλέον φαίνεται ότι στέλνει στο μέτωπο κάποιους λίγους ανεκπαίδευτους εφέδρους και τις μονάδες εδαφικής άμυνας, οι οποίες δεν διαθέτουν κατάλληλη εκπαίδευση.

Η Ελλάδα με έναν στρατό υπό τα όπλα περίπου 100.000, ο οποίος σε μεγάλο του μέρος είναι ανεκπαίδευτος για πολεμικές συνθήκες, υποτάσσεται στο νατοϊκό πρότυπο, της διατήρησης ολιγάριθμων ελίτ μονάδων στον στρατό ξηράς, αεροπορίας και ναυτικού. Το πρότυπο αυτό ήταν κατάλληλο για πολυεθνικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ παλιότερα, αλλά ακατάλληλο για πόλεμο μεταξύ εθνικών κρατών.

Είναι αναγκαία η διαμόρφωση μαζικής και αποτελεσματικής παλλαϊκής άμυνας, η οποία θα μπορεί να ενεργοποιηθεί άμεσα σε περίπτωση σύρραξης, τόσο σε Ελλάδα, όσο και σε Κύπρο, προκειμένου να υπάρχει ο μέγιστος δυνατός αριθμός, επαρκώς εκπαιδευμένων εφεδρειών. Ο όποιος πόλεμος δεν κερδίζεται με αεροναυτική υπεροχή μόνο ή με ελίτ δυνάμεις. Αυτό μπορεί να συμβεί σε ολιγοήμερα, περιορισμένα στο Αιγαίο, επεισόδια. Όχι σε γενικευμένους πολέμους.

Επάρκεια οπλισμού

Συμπέρασμα δεύτερο: Η Ουκρανία υποστηρίζεται μαζικά σε εξοπλισμό. Παρότι αυτό αποδίδει, αποδεικνύεται ανεπαρκές μέχρι σήμερα για να ανατρέψει την πορεία του πολέμου. Δεν μπορεί ένας στρατός, εν μέσω πολέμου, να εκπαιδεύεται σε οπλικά συστήματα κάθε είδους, διαφορετικών τύπων και μοντέλων, όπως και να εφοδιάζεται το μέτωπο, χωρίς αεροπορική υπεροχή.

Όλα αυτά προϋποθέτουν επάρκεια πολεμικού υλικού, πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών και μάλιστα πολεμικού υλικού προσαρμοσμένου στις ανάγκες του εμπολέμου κι όχι του προμηθευτή. Στην Ελλάδα θεωρείται πιθανό μόνο ένα “θερμό επεισόδιο” και επομένως η επάρκεια οπλισμού κρίνεται με βάση αυτό το σενάριο κι όχι και με βάση γενικευμένο-μακρόχρονο πόλεμο. Πρόκειται για ολέθρια προσέγγιση. Πρέπει να σχεδιάσουμε άμυνες για συνθήκες μακρόχρονης στήριξης, χωρίς κατά τόπους επαρκή αεροπορική κάλυψη των οδών μεταφοράς του οπλισμού,  κυρίως στα νησιά.

Αντίσταση και σύγκρουση

Συμπέρασμα τρίτο: Η επιτυχής αντίσταση θέλει στρατηγικό σχεδιασμό και προκαλεί επιμήκυνση της σύγκρουσης. Μπορεί αυτό να ακούγεται παράλογο, αλλά είναι απολύτως λογικό. Ξεκινούμε από το δεύτερο: Συναντάται πολύ συχνά στα καθ’ ημάς η αφελής προσέγγιση ότι σε περίπτωση σύγκρουσης με την Τουρκία, αν κατορθώσουμε να αντισταθούμε επιτυχώς σε ένα πρώτο κύμα τουρκικής επίθεσης, η Τουρκία ηττημένη θα αναγκαστεί να υποχωρήσει και η σύγκρουση θα τερματιστεί.

Πρόκειται για αποτέλεσμα της ίδιας στρεβλής προσέγγισης, η οποία διαβλέπει μόνο πιθανότητα “θερμού επεισοδίου”. Η πραγματικότητα είναι ότι αν ο επιτιθέμενος δεν δεχτεί εν τω μεταξύ κάποιο παραλυτικό πλήγμα στον πυρήνα της στρατιωτικής του μηχανής, δυνατότητα την οποία Ελλάδα και Κύπρος ακόμα δεν διαθέτουν έναντι της Τουρκίας, θα συνεχίσει να επιτίθεται έως ότου επιτύχει τους στόχους του, εφόσον οι απώλειές του είναι λογικές.

Άρα πρέπει ως αμυνόμενος, είτε να έχεις σχέδιο πρώτα ακρωτηριασμού της επιθετικής του δυνατότητας (για παράδειγμα ένα άμεσο πλήγμα εναντίον του τουρκικού στόλου που θα παραλύσει τις αποβατικές του δυνατότητες), ώστε να σταθεροποιήσεις το μέτωπο και κατόπιν να μεταβείς από την αμυντική φάση στην επιθετική φάση (για παράδειγμα με δική σου αεροναυτική, πυραυλική υπεροχή η οποία θα προκαλέσει προβλήματα στα μέτωπα του Έβρου και της Κύπρου) είτε να είσαι έτοιμος για μακρόχρονη, κοπιώδη και αιματηρή προβολή αντίστασης.

Σε κάθε περίπτωση θα έχεις χρονική επιμήκυνση της σύγκρουσης. Η χρονική αυτή επιμήκυνση απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό για το πώς θα αναδιατάξεις την οικονομική και πολιτική σου ζωή, αλλά και για το πώς επιδιώκεις να τελειώσεις την σύγκρουση. Στην ουκρανική περίπτωση έχουμε την απόλυτη τραγωδία από ουκρανικής πλευράς. Από τις πρώτες ημέρες έχουμε ένα μπρος-πίσω των Ουκρανών, ως προς το αν δέχονται ή όχι την μη ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, όπως και ως προς το τι επιδιώκουν για την Κριμαία και το Ντονμπάς. Στην πραγματικότητα, ενώ οι Ρώσοι έχουν δική τους στρατηγική, οι Ουκρανοί έχουν την στρατηγική των ΗΠΑ. Αυτή η προφανής έλλειψη εθνικής ουκρανικής στρατηγικής, είναι προφανές ότι βαραίνει και στην μαχητική ικανότητα τελικά των ενόπλων δυνάμεών τους και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.

Σύγχρονος οπλισμός όχι “τεχνολαγνεία”

Συμπέρασμα τέταρτο: Και ο πόλεμος στην Ουκρανία, όπως και σχεδόν κάθε πόλεμος από εκείνους στους οποίους συμμετέχουν παγκόσμιες δυνάμεις αποτελεί μεταξύ άλλων ένα πλαίσιο επίδειξης νέων και εντυπωσιακών οπλικών συστημάτων. Εν προκειμένω έχουμε τους υπερηχητικούς πυραύλους από την Ρωσία. Ταυτοχρόνως έχουμε πολύ αμφιλεγόμενα αποτελέσματα για τα Bayraktar, τα οποία φαίνεται ότι χωλαίνουν απέναντι σε καλά οργανωμένες αεράμυνες με επάρκεια μέσων, ενώ τα πιο “ταπεινά” αντιαρματικά διαφημίστηκαν δεόντως.

Ο εξοπλισμός με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα είναι απολύτως αναγκαίος προκειμένου να ακυρώσεις το πλεονέκτημα του αντιπάλου- βλ. πχ. Bayraktar- ή για να κερδίσεις πραγματικό και ψυχολογικό πλεονέκτημα- με πυραυλικά συστήματα- ωστόσο από μόνα τους δεν κερδίζουν κανέναν πόλεμο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι υπερηχητικοί πύραυλοι “αλλάζουν το παιχνίδι” στην συγκεκριμένη σύγκρουση, χωρίς να υποτιμούμε την σημασία τους.

Είναι ο πεζικάριος, το πυροβολικό, τα τεθωρακισμένα και δίπλα σε αυτά η αεροπορία, το ναυτικό και η αφθονία πυραυλικών συστημάτων- χωρίς απαραιτήτως να είναι υπερσύγχρονοι οι χρησιμοποιούμενοι πύραυλοι- εκείνα τα οποία κρίνουν αποφασιστικώς τον πόλεμο. Έως ότου φτάσουμε σε ένα επίπεδο τεχνολογίας στο οποίο θα πολεμούν οι μηχανές και όχι οι άνθρωποι, το μείζον δεν είναι λίγες υπέρ-εξελιγμένες πλατφόρμες ή πυρομαχικά αλλά άφθονα, αρκετά εξελιγμένα οπλικά συστήματα και επαρκές, καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό θα πρέπει εγκαίρως να το λάβουν σοβαρά υπόψιν, όσοι στα καθ΄ ημάς νομίζουν ότι αν δώσουμε έναν ολόκληρο προϋπολογισμό για λίγα F-35 θα τρομοκρατήσουμε την Τουρκία.

Πολεμική οικονομία

Συμπέρασμα πέμπτο: Ο πόλεμος απαιτεί πολεμική οικονομία. Και η πολεμική οικονομία προϋποθέτει ετοιμότητα ως προς το πώς μετατρέπεις μια οικονομία που λειτουργεί με όρους- στρεβλής μάλιστα- αγοράς σε πολεμική οικονομία. Εφοδιαστικές αλυσίδες, ενέργεια, διατροφική επάρκεια, υδροδότηση, επικοινωνίες, συναλλαγματικά αποθέματα, σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα, εξωτερικό εμπόριο, βιομηχανική παραγωγή, παροχές, μισθοδοσία και πολλά άλλα πρέπει να μπορούν άμεσα να περάσουν σε συνθήκες ισχυρού κεντρικού συντονισμού.

Η Ουκρανία δεν έδειξε να διαθέτει τέτοιο σχεδιασμό. Είναι απολύτως εξαρτημένη από την ξένη βοήθεια, η οποία στην ελληνική περίπτωση δεν θα υπάρχει σε αυτήν την έκταση. Αντιθέτως, η Ρωσία έδειξε πολύ μεγαλύτερη ετοιμότητα. Φυσικά Ελλάδα και Κύπρος δεν είναι Ρωσία, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν αναιρεί ότι υφίστανται τρόποι να διασφαλίσουμε μεγαλύτερη οικονομική βιωσιμότητα σε συνθήκες ακραίων πιέσεων.
 
Aξιοποίηση της γεωγραφίας

Συμπέρασμα έκτο: Το πεδίο επικαθορίζει εν πολλοίς την πορεία των επιχειρήσεων. Η περιορισμένη πρόσβαση των Ουκρανών στην θάλασσα τους αναγκάζει να τοποθετήσουν αντιστοίχως τις πλέον μάχιμες μονάδες τους. Τα σύνορά τους με την Λευκορωσία επίσης επηρεάζουν την στρατιωτική τους διάταξη. Από την άλλη, διαθέτουν ένα πολύ μεγάλο στρατηγικό βάθος, στα δυτικά τους σύνορα.

Αθήνα και Λευκωσία δεν αξιοποιούν τις δυνατότητες του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας-Κύπρου, αλλά τον αντιμετωπίζουν ως πολύ κοστοβόρο, πολύ εκτεταμένο και τον έχουν ακυρώσει. Πρόκειται για ολέθριο λάθος στην αντίληψη του πεδίου, με στρατηγικές συνέπειες. Επίσης, είναι αμφίβολη η αξιοποίηση του Αιγαίου ως νησιωτικού χώρου, ικανού να προσφέρει στρατηγικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα και στρατηγικό βάθος, με τον πλήρη εξοπλισμό του, επειδή ακριβώς το βλέπουμε μόνο αποσπασματικά, ως άθροισμα νησιών και όχι ως ενιαίο θέατρο μάχης, σε οργανική σύνδεση με Κύπρο και Έβρο.

Παραλλήλως, η ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών βάσεων στην Λιβύη και προοπτικά στην Αλβανία αναδιατάσσει όλο το σκηνικό, καθώς και χωρίς ακόμα να διενεργηθεί από εκεί η οποιαδήποτε επιχείρηση μπορεί να δεσμεύσει κρίσιμες ελληνικές δυνάμεις, μακριά από τα κύρια μέτωπα. Αντιστοίχως, η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να σκεφτούν περιφερειακές συμμαχίες και στρατιωτική παρουσία, ικανές να προκαλέσουν το ίδιο πρόβλημα στην Τουρκία.

Σύμμαχοι-πάτρωνες

Συμπέρασμα έβδομο: Η ύπαρξη συμμάχων είναι απολύτως αναγκαία, αρκεί να βρίσκονται αρκετά κοντά και να μην είναι πάτρωνες. Η Ουκρανία απολαμβάνει πρωτοφανούς στρατιωτικής υποστήριξης, την οποία Ελλάδα και Κύπρος δεν θα έχουν. Από την άλλη, οι υπερατλαντικοί “σύμμαχοι” είναι στην πραγματικότητα πάτρωνες. Αυτό σημαίνει ότι η ουκρανική ηγεσία αδυνατεί να ασκήσει δική της εθνική πολιτική. Σε τέτοιες καταστάσεις το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η βοήθεια στο πεδίο εμπεδώνει στρατηγική δέσμευση και τελικά αδυναμία ελιγμών. Η Ουκρανία θα πολεμήσει μέχρι ενός για χάρη των ΗΠΑ, χωρίς δυνατότητα να υπηρετήσει τις δικές της ανάγκες.

Στην περίπτωση Ελλάδας και Κύπρου οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να μας υποστηρίξουν. Θα προσπαθήσουν να μας χειραγωγήσουν σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Αν κατά την διάρκεια ενός πολέμου με την Τουρκία, δεν έχουμε δυνατότητα εξισορρόπησης τέτοιων πιέσεων θα βρεθούμε με στρατηγική αμερικανική κι όχι ελληνική. Αν κάτι τέτοιο είναι μια φορά επικίνδυνο σε καιρό ειρήνης καθίσταται ακόμα χειρότερο εν καιρώ πολέμου.

Στρατηγική αποτροπή

Συμπέρασμα όγδοο: Ο ασφαλέστερος τρόπος να αποτρέψεις έναν πόλεμο είναι να διαθέτεις οπλικά συστήματα που καθιστούν απαγορευτική τη σκέψη έναρξής του. Το έχουμε δει πάμπολλες φορές και το βλέπουμε και τώρα. Η Ουκρανία δεν διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο και δεν είχε αντίστοιχη αποτρεπτική δυνατότητα. Η Ρωσία συνδυάζει την εξέλιξη του στρατηγικού της οπλοστασίου με αποτρεπτική στρατηγική απέναντι στο ΝΑΤΟ πλέον.

Αν η Μόσχα ήταν σαφέστερη ως προς τις κόκκινες γραμμές, ο πόλεμος ίσως να είχε αποφευχθεί και δεν θα πλήρωνε, όπως τώρα, τον κατευνασμό επί δεκαετίες. Σίγουρα αυτός ο πόλεμος θα επιταχύνει το κυνήγι απόκτησης πυρηνικών όπλων και από μεσαίες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας. Οφείλουμε να προετοιμαστούμε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Πρέπει επιτέλους να αντιληφθούμε ότι ο κατευνασμός επιταχύνει την πορεία προς την σύγκρουση.

Αν η Ρωσία είχε ξεκαθαρίσει εμπράκτως και πειστικώς, από την δεκαετία του 1990, ότι οποιαδήποτε επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς ήδη από τότε συνεπαγόταν πόλεμο, δεν θα είχαμε φτάσει ως εδώ. Το ίδιο λάθος κάνουμε και εμείς. Δεν μπορείς πάντα να επιλέξεις στην πράξη αν θα πολεμήσεις ή όχι. Γι’ αυτό οφείλεις να είσαι έτοιμος να διεξάγεις έναν ολοκληρωτικό πόλεμο του 20ου αιώνα κι όχι να “ελπίζεις” σε επαναλήψεις της κρίσης των Ιμίων, στην οποία ηττηθήκαμε.

Πηγή: SLpress

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου