Ανάπτυξη ή παπατζιλίκια;


Μια χώρα που φορολογεί την εργασία, τα καύσιμα, τη μετακίνηση, την ιδιοκτησία και την παραγωγή  και μετά δήθεν αναρωτιέται γιατί δεν έχει βιομηχανία, γιατί η γεωργία φθίνει, γιατί η κτηνοτροφία μαραζώνει και γιατί η αλιεία σβήνει

Του Μιχάλη Χαιρετάκη

Κάθε τόσο ακούμε το ίδιο παραμύθι.
Η Ελλάδα αναπτύσσεται. Η Ελλάδα ανεβαίνει βαθμίδα.  Η Ελλάδα επιστρέφει. Η Ελλάδα προσελκύει επενδύσεις. Η Ελλάδα αλλάζει σελίδα.

Ωραίες λέξεις. Γυαλισμένες, όμορφα τακτοποιημένες. Έτοιμες για δελτία ειδήσεων, συνέδρια, πάνελ, power point παρουσιάσεις  και χειροκροτήματα από κάποιους που φοράνε κομματικά γυαλιά ή ζουν σε άλλο πλανήτη.

Μόνο που, αν κατέβεις από το βήμα και πατήσεις στο πεζοδρόμιο, η εικόνα αλλάζει.

Γιατί η πραγματική οικονομία δεν ζει στα γραφήματα. Ζει στο ενοίκιο. Στο ρεύμα. Στο φορτηγό. Στα διόδια. Στο ΦΠΑ. Στη βενζίνη. Στον μισθό που κοστίζει πολύ στον εργοδότη αλλά φτάνει πολύ λίγος στον εργαζόμενο. Στο γραφείο που δεν μπορείς να νοικιάσεις. Στην αποθήκη που έγινε πολυτέλεια. Στο προϊόν που ακριβαίνει πριν καν φτάσει στο ράφι.

Και εκεί αρχίζει να φαίνεται το μεγάλο παπατζιλίκι.

Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα με προβλήματα. Είναι μια χώρα όπου το ίδιο το σύστημα έχει φτιάξει την παραγωγή ακριβή πριν καν αρχίσει η παραγωγή.

Πριν πουλήσεις, πληρώνεις.
Πριν προσλάβεις, πληρώνεις.
Πριν μεταφέρεις, πληρώνεις.
Πριν επενδύσεις, πληρώνεις.
Πριν βγάλεις κέρδος, πληρώνεις.

Και όταν τελικά δεν μένει αρκετό οξυγόνο στην επιχείρηση, έρχεται το πολιτικό προσωπικό και σου λέει με σοβαρό ύφος:
«Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα».
Μα ποια παραγωγικότητα;

Με τι πόδια να τρέξει η οικονομία όταν της έχεις δέσει πέτρες;

Η Ελλάδα έχει βασικό ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλούς συντελεστές στην Ευρώπη, και αυτός ο φόρος πέφτει πάνω στην καθημερινή κατανάλωση, δηλαδή πάνω στον άνθρωπο που ξοδεύει σχεδόν όλο το εισόδημά του για να ζήσει. Δεν είναι ένας ουδέτερος φόρος. Είναι φόρος πάνω στην επιβίωση.

Έχει καύσιμα από τα ακριβότερα στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Oil Bulletin, στα τέλη Απριλίου 2026 η αμόλυβδη 95 στην Ελλάδα ήταν περίπου 2,04 ευρώ το λίτρο, δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Και η φορολογία δεν είναι λεπτομέρεια: ανάλυση του Euronews το 2026 κατέτασσε την Ελλάδα τέταρτη στην Ευρώπη στη φορολογική επιβάρυνση της βενζίνης.

Και εδώ είναι το κόλπο.

  • Το καύσιμο δεν είναι απλώς αυτό που βάζεις στο αυτοκίνητο για να πας βόλτα ή αυτό που καταναλώνει ο τουρίστας το καλοκαίρι.
  • Το καύσιμο είναι μέσα στο ψωμί.
  • Είναι μέσα στο γάλα.
  • Είναι μέσα στα φρούτα.
  • Είναι μέσα στα οικοδομικά υλικά.
  • Είναι μέσα στα ανταλλακτικά.
  • Είναι μέσα στο κόστος του τεχνίτη.
  • Είναι μέσα στη μεταφορά του τουρίστα.
  • Είναι μέσα στην τιμή του προϊόντος πριν αυτό μπει στο ράφι.

Όταν φορολογείς άγρια το καύσιμο, δεν φορολογείς μόνο τον οδηγό. Φορολογείς ολόκληρη την κυκλοφορία της οικονομίας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, πάνω στο καύσιμο έρχονται και τα διόδια. Οι περισσότεροι βασικοί αυτοκινητόδρομοι στην Ελλάδα έχουν διόδια για όλα τα οχήματα. Δηλαδή το φορτηγό πληρώνει καύσιμο, φόρους, συντήρηση, μισθό οδηγού, ασφάλειες, διόδια  και μετά όλοι απορούν γιατί το προϊόν φτάνει ακριβό στον καταναλωτή.

Τα διόδια είναι ένας δεύτερος, ιδιωτικοποιημένος ΦΠΑ της ασφάλτου.

Δεν τον βλέπεις στην απόδειξη του σούπερ μάρκετ, αλλά τον έχεις πληρώσει.
Δεν γράφει πάνω το γάλα «περιέχει διόδια», αλλά τα περιέχει.
Δεν γράφει το τούβλο «περιέχει εργολαβική παραχώρηση», αλλά την έχει μέσα στην τιμή.

Και επειδή η Ελλάδα δεν έχει σοβαρό, ισχυρό, πυκνό και αξιόπιστο σιδηροδρομικό εμπορευματικό δίκτυο, το φορτηγό γίνεται μονόδρομος. Όταν το φορτηγό είναι μονόδρομος, το πετρέλαιο είναι μονόδρομος. Όταν το πετρέλαιο είναι μονόδρομος, τα διόδια είναι μονόδρομος. Και όταν όλα αυτά είναι μονόδρομος, η ακρίβεια γίνεται δομική.

Δεν είναι «εισαγόμενος πληθωρισμός» μόνο.
Είναι εσωτερικά κατασκευασμένο κόστος.

Το ίδιο συμβαίνει με τη στέγη. Όχι μόνο την κατοικία. Και την επαγγελματική στέγη. Γραφεία, μαγαζιά, αποθήκες, εργαστήρια, χώροι logistics. Όταν τα ακίνητα ανεβαίνουν όχι επειδή ανέβηκαν οι μισθοί και η παραγωγικότητα, αλλά επειδή μπήκαν funds, Golden Visa, τουριστική πίεση, Airbnb και κερδοσκοπία, τότε το κόστος μεταφέρεται σε όλη την οικονομία.

Ο εργαζόμενος θέλει μεγαλύτερο μισθό για να πληρώνει ενοίκιο.

Ο εργοδότης δεν μπορεί να τον δώσει γιατί έχει εισφορές, φόρους, ενέργεια και επαγγελματικό ενοίκιο.
Το μαγαζί ανεβάζει τιμές.
Ο πελάτης δεν αντέχει.
Η οικονομία πιέζεται.

Και ο υπουργός βγαίνει στην τηλεόραση να μιλήσει για «επενδυτική βαθμίδα».
Επενδυτική βαθμίδα για ποιον;

Για τον νέο που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι;
Για τον μικρό επιχειρηματία που δεν μπορεί να νοικιάσει γραφείο;
Για τον αγρότη που πληρώνει καύσιμο και μεταφορά;
Για τον βιοτέχνη που δεν έχει φθηνή ενέργεια;
Για τον εργαζόμενο που βλέπει τον μεικτό μισθό να εξαφανίζεται πριν φτάσει στην τσέπη;

Η μεγάλη απάτη είναι ότι παρουσιάζουν ως «επενδύσεις» πράγματα που πολλές φορές δεν χτίζουν νέα παραγωγική βάση.

Τι έρχεται κυρίως;

  • Χρυσές βίζες.
  • Ακίνητα.
  • Ξεπούλημα των  δημόσιων ασημικών.
  • Τουριστικά projects.
  • Logistics γύρω από εισαγωγές.
  • Ξενοδοχεία.
  • Resorts.
  • Real estate και funds με ακίνητα που αλλάζουν χέρια.
  • Εξαγορά υπαρχόντων υποδομών.

Αυτό δεν είναι πάντα κακό από μόνο του. Αλλά δεν είναι παραγωγική αναγέννηση. Άλλο πράγμα να χτίζεις βιομηχανία, τεχνολογία, μεταποίηση, εξαγωγική αγροδιατροφή, μηχανουργεία, φαρμακευτική παραγωγή, ενέργεια χαμηλού κόστους, εφοδιαστική αλυσίδα υψηλής αξίας  και άλλο να πουλάς γη, ακίνητα, άδειες παραμονής και να πουλάς δημόσιες υποδομές.

Η ίδια η Golden Visa είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα. Η Ελλάδα παραμένει ένας από τους ελκυστικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς για "residency-by-investment", ενώ τα όρια επένδυσης έχουν ανέβει σε ακριβές περιοχές όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Μύκονος και Σαντορίνη. Την ίδια ώρα, η συζήτηση στην Ευρώπη για τα golden visa και τα δεύτερα σπίτια γίνεται όλο και πιο έντονη, επειδή τέτοια μοντέλα συχνά πιέζουν τις τοπικές αγορές κατοικίας.

Και μετά έχουμε το άλλο: αποκρατικοποιήσεις. Πουλήθηκε, για παράδειγμα, το 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών μέσω IPO, με το κράτος να αντλεί περίπου 785 εκατομμύρια ευρώ. Μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία. Και λογιστικά, ίσως να είναι. Αλλά πολιτικά και ιστορικά πρέπει να ρωτήσεις: πόσες φορές μπορεί μια χώρα να πουλάει περιουσιακά στοιχεία και να το βαφτίζει ανάπτυξη;

Γιατί η πώληση περιουσίας δεν είναι το ίδιο με τη δημιουργία παραγωγής.

Αν πουλήσω το σπίτι μου, έχω ρευστότητα. Δεν έγινα παραγωγικότερος.
Αν πουλήσω το χωράφι μου, έχω χρήματα. Δεν απέκτησα βιομηχανία.
Αν πουλήσω το αεροδρόμιό μου, έχω έσοδο. Δεν σημαίνει ότι έχτισα νέα οικονομία.
Η Ελλάδα συχνά μπερδεύει την είσπραξη με την ανάπτυξη.
Μπερδεύει την άφιξη τουρίστα με την παραγωγική ισχύ.
Μπερδεύει την φούσκα της ανόδου της αξίας των ακινήτων με τον πλούτο.
Μπερδεύει την πώληση δημόσιων assets με επενδυτική στρατηγική.

Και το χειρότερο: έχει φτιάξει οικονομία που στηρίζεται υπερβολικά στον τουρισμό.
Ο τουρισμός είναι χρήσιμος. Είναι πλούτος. Είναι εξαγωγή υπηρεσίας. Είναι σημαντικό εθνικό πλεονέκτημα. Αλλά όταν γίνεται ο βασικός πνεύμονας της χώρας, τότε η χώρα δεν αναπνέει κανονικά. Αναπνέει εποχικά.

Η Τράπεζα της Ελλάδος σημείωνε ότι στο πρώτο εννεάμηνο του 2025 οι διεθνείς αφίξεις έφτασαν τα 31,6 εκατομμύρια ταξιδιώτες, με αύξηση 4% σε ετήσια βάση, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις σε σταθερές τιμές αυξήθηκαν 6,2%. Ωραία. Αλλά αυτό ακριβώς δείχνει και την εξάρτηση. Αν μία χρονιά δεν έρθουν αυτοί οι άνθρωποι, τι μένει;
Μένει ο ένας να πουλάει υπηρεσίες στον άλλο.
Ο ένας καφέ στον άλλο.
Ο ένας ενοίκιο στον άλλο.
Ο ένας delivery στον άλλο.
Ο ένας λογιστικά στον άλλο.
Ο ένας τουριστικά πακέτα στον άλλο.
Ο ένας μεταπώληση στον άλλο.

Αυτό δεν είναι ολοκληρωμένη οικονομία. Είναι οικονομία που γυρίζει γύρω από τον εαυτό της και περιμένει τον ξένο να βάλει καύσιμο στο κύκλωμα.
Αν λείψει ο τουρισμός, «τον ήπιαμε».

Και δεν είναι υπερβολή. Το είδαμε στην πανδημία. Το μπορείς να το ξαναδείς με έναν πόλεμο, με μία μεγάλη ενεργειακή κρίση, με κλιματική καταστροφή, με φωτιές, με γεωπολιτική ένταση, με πτώση εισοδημάτων στην Ευρώπη, με ακριβά αεροπορικά, με μια διεθνή ύφεση.
Μια χώρα με ισχυρή παραγωγική βάση αντέχει κραδασμούς.
Μια χώρα με τουρισμό, ακίνητα και υπηρεσίες προσεύχεται να πάει καλά η σεζόν.

Και εδώ είναι το πραγματικό ερώτημα:

Μπορεί μια χώρα να λέει ότι αναπτύσσεται όταν:

  • έχει ακριβή ενέργεια,
  • ακριβό καύσιμο,
  • ακριβά διόδια,
  • ακριβές μεταφορές,
  • αδύναμο σιδηρόδρομο,
  • ακριβή επαγγελματική στέγη,
  • υψηλό ΦΠΑ,
  • υψηλές εισφορές,
  • χαμηλούς καθαρούς μισθούς,
  • αργή δικαιοσύνη,
  • ιδιωτικό χρέος,
  • δημόσιο χρέος,
  • δημογραφική κατάρρευση,
  • brain drain,
  • και επενδύσεις που συχνά περιστρέφονται γύρω από ακίνητα, τουρισμό και πώληση υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων;

Μπορεί.
Αλλά τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη.
Μιλάμε για παπατζιλίκια με στατιστική επένδυση.

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι να ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων ενώ οι νέοι δεν μπορούν να νοικιάσουν.
Ανάπτυξη δεν είναι να πουλάς δημόσια περιουσία και να το λες επενδυτική επιτυχία.
Ανάπτυξη δεν είναι να έχεις εκατομμύρια τουρίστες και μισθούς που δεν φτάνουν μέχρι τις 20 του μήνα.
Ανάπτυξη δεν είναι να γεμίζουν τα νησιά το καλοκαίρι και να αδειάζουν οι τσέπες τον χειμώνα.
Ανάπτυξη δεν είναι να χτίζεις ξενοδοχεία και να μην χτίζεις παραγωγική ραχοκοκαλιά.
Ανάπτυξη δεν είναι να πουλάς άδειες παραμονής μέσω ακινήτων και να το εμφανίζεις ως στρατηγική επένδυση.

Ανάπτυξη είναι να μπορείς να παράγεις.

Να μεταφέρεις φθηνά.
Να εξάγεις ανταγωνιστικά.
Να πληρώνεις καλά.
Να έχεις φθηνή ενέργεια.
Να έχεις γρήγορη δικαιοσύνη.
Να έχεις σταθερούς κανόνες.
Να έχεις σιδηρόδρομο.
Να έχεις βιομηχανία.
Να έχεις αγροδιατροφική αλυσίδα με προστιθέμενη αξία.
Να έχεις τεχνολογία.
Να έχεις ανθρώπους που δεν φεύγουν.
Να έχεις κράτος που δεν λειτουργεί σαν συνέταιρος στα έσοδα και άφαντος στα ρίσκα.

Η Ελλάδα έχει δυνατότητες.

Έχει θέση.
Έχει ήλιο.
Έχει θάλασσα.
Έχει αγροτική παραγωγή.
Έχει ανθρώπους.
Έχει μυαλά.
Έχει διασπορά.
Έχει λιμάνια.
Έχει τουριστικό όνομα.
Έχει γεωπολιτικό βάρος.

Αλλά αντί να τα οργανώσει σε παραγωγική στρατηγική, τα μετατρέπει σε ταμειακές μηχανές.

  • Ο δρόμος γίνεται διόδιο.
  • Το καύσιμο γίνεται φόρος.
  • Το σπίτι γίνεται asset.
  • Το νησί γίνεται resort.
  • Το αεροδρόμιο γίνεται πώληση.
  • Η άδεια παραμονής γίνεται επενδυτικό προϊόν.
  • Ο μισθός γίνεται βάση εισφορών.
  • Η κατανάλωση γίνεται ΦΠΑ.
  • Η μικρή επιχείρηση γίνεται φορολογικός στόχος.

Και μετά, με απίστευτο θράσος, το ονομάζουν «νέο παραγωγικό μοντέλο».
Όχι.
Αυτό δεν είναι νέο παραγωγικό μοντέλο.
Είναι το παλιό εισπρακτικό μοντέλο των κοτζαμπάσηδων, ντυμένο με ευρωπαϊκή ορολογία, επενδυτικές παρουσιάσεις και ψηφιακά λογότυπα.

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλες φιέστες.

Δεν χρειάζεται άλλα συνέδρια με λέξεις όπως «ανθεκτικότητα», «καινοτομία», «μετασχηματισμός» και «εξωστρέφεια».

Χρειάζεται να απαντήσει σε απλές, βρώμικα πραγματικές ερωτήσεις:

  • Πόσο κοστίζει να μεταφέρεις ένα προϊόν από τη Μακεδονία στην Αθήνα;
  • Πόσο κοστίζει να στείλεις τρόφιμα σε νησί;
  • Πόσο κοστίζει να νοικιάσεις γραφείο;
  • Πόσο κοστίζει το ρεύμα σε ένα μικρό εργοστάσιο;
  • Πόσο κοστίζει το πετρέλαιο στο φορτηγό;
  • Πόσο πληρώνει ο εργοδότης για να πάρει ο εργαζόμενος έναν αξιοπρεπή καθαρό μισθό;
  • Πόσα χρόνια θέλει μια δικαστική διαφορά;
  • Πόσο σταθερή είναι η φορολογία;
  • Πόσο εύκολα παίρνει δάνειο μια παραγωγική μικρομεσαία επιχείρηση;
  • Πόσο εξαρτάται η χώρα από τη σεζόν;

Εκεί φαίνεται η αλήθεια.
Όχι στα δελτία τύπου.

Και η αλήθεια είναι σκληρή:

Η Ελλάδα δεν αποτυγχάνει επειδή δεν έχει δυνατότητες.
Αποτυγχάνει επειδή έχει οργανώσει τις δυνατότητές της με τρόπο που τις ακυρώνει.

  • Έχει δρόμους, αλλά τους έκανε πανάκριβους.
  • Έχει ήλιο, αλλά έχει ακριβή ενέργεια.
  • Έχει θάλασσα, αλλά έχει ακριβή τη μετακίνηση στα νησιά.
  • Έχει ακίνητα, αλλά τα έκανε κερδοσκοπία.
  • Έχει τουρισμό, αλλά τον έκανε πατερίτσα της οικονομίας.
  • Έχει  ανθρώπους που οι περισσότεροι είναι ικανοί αλλά τους διώχνει.
  • Έχει μικρές επιχειρήσεις, αλλά τις πνίγει.
  • Έχει κράτος, αλλά το κράτος δεν χτίζει παραγωγή· μαζεύει χαράτσια.

Οπότε, ας τελειώνουμε με τις λέξεις.

Αν η ανάπτυξη σημαίνει να πουλάμε δημόσια περιουσία, να ανεβάζουμε ακίνητα, να γεμίζουμε Airbnb, να δίνουμε Golden Visa, να περιμένουμε τουρίστες, να φορολογούμε καύσιμα, να στήνουμε διόδια και να κάνουμε τον μικρό παραγωγό λογιστικό πτώμα, τότε ναι  έχουμε ανάπτυξη.

Αν όμως ανάπτυξη σημαίνει μια χώρα που παράγει, εξάγει, πληρώνει αξιοπρεπώς, μεταφέρει φθηνά, κρατάει τους νέους της, χτίζει βιομηχανία, μειώνει το κόστος της πραγματικής οικονομίας και δεν εξαρτάται από το αν θα γεμίσουν οι ξαπλώστρες τον Αύγουστο, τότε όχι.

Δεν έχουμε ανάπτυξη.
Έχουμε παπατζιλίκια.



Πηγή: social media

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου