Κόκκινο πανί για τους Αμερικανούς ο Nord Stream 2

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πολλές και καθόλου αμελητέες είναι οι επιπτώσεις από τη στροφή 180 μοιρών των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Η σχεδόν βέβαιη επανάληψη του μεγάλου συνασπισμού, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων της Δεξιάς με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους, αφήνει για το απώτερο μέλλον τις σαρωτικές αλλαγές που απαιτούσαν οι επίδοξοι σύμμαχοι της Μέρκελ στο ζήτημα της οικονομικής πολιτικής, των σχέσεων με τις Βρυξέλλες και μεταξύ πολλών άλλων στο ζήτημα του αγωγού μεταφοράς από τη Ρωσία φυσικού αερίου, ονόματι Nord Stream (Βόρειο Ρεύμα) 2. Ένα θέμα που είχε διχάσει όσο ελάχιστα άλλα την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις ΗΠΑ να αναμιγνύονται σε προκλητικό βαθμό, αφήνοντας κατά μέρους τα προσχήματα.

Η Γερμανία επενδύοντας στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια όχι μόνο της ίδιας, αλλά και άλλων ακόμη χωρών της κεντρικής Ευρώπης συμφώνησε με τη Ρωσία στην κατασκευή ενός αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου αξίας 9,5 δισ. ευρώ, μέσω της Βαλτικής θάλασσας. Το στρατηγικής σημασίας αυτό έργο (που θα λειτουργήσει συμπληρωματικά με τον αγωγό Nord Stream 1 μήκους 1.200 χιλιομέτρων που ξεκινάει από το Βάιμποργκ της Ρωσίας και καταλήγει στο Λούμπμιν της Γερμανίας, επίσης μέσω της Βαλτικής) συνάντησε πολύ γρήγορα τα διασταυρωμένα βέλη των πιο διαφορετικών πλευρών, κυρίως από τρεις κατευθύνσεις.

Αρχικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επικαλέστηκε τις αρχές της Ενεργειακής Ένωσης, η οποία τείνει να εξελιχθεί σε δούρειο ίππο των αμερικανικών συμφερόντων. Τυπικά, η Ενεργειακή Ένωση στοχεύει σε πέντε αλληλοτροφοδοτούμενους στόχους: Πρώτο, στην ενεργειακή ασφάλεια, αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη, δεύτερο, στην εσωτερική ενεργειακή αγορά, τρίτο, στην ενεργειακή αποδοτικότητα ως συμβολή στη συγκράτηση της ενεργειακής ζήτησης, τέταρτο, στην απεξάρτηση από τον άνθρακα και, πέμπτο, στην έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα[1]. Η αρχή ωστόσο που όχι και τόσο άρρητα διαπερνάει την Ενεργειακή Ένωση είναι η δημιουργία ενός αδιαπέραστου ενεργειακού τείχους μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ. Επικαλούμενες οι Βρυξέλλες την προ δεκαετίας σχεδόν αντιπαράθεση της Ρωσίας με την Ουκρανία που ως μήλο της έριδας είχε τους διερχόμενους από τα ουκρανικά εδάφη ρωσικούς αγωγούς μεταφοράς αερίου οι οποίοι καταλήγουν στη Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, κηρύσσουν την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ, κάνοντας ό,τι μα ό,τι είναι δυνατό για να διακοπούν οι ροές ενεργειακών προϊόντων από τη Ρωσία στη Δύση. Κι όταν λέμε ό,τι είναι δυνατόν εννοούμε κατ’ αρχήν την εξάρτηση της ΕΕ από τη δικτατορία του Αζερμπαϊτζάν απ’ όπου θα προέρχεται το φυσικό αέριο που θα τροφοδοτεί τον ΤΑΠ ( που είναι αμερικανικό προτεκτοράτο) και τις ίδιες τις ΗΠΑ!

Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ, που είναι η δεύτερη εστία πολέμου ενάντια στον Nord Stream 2, όσο κι αν κρύβεται πίσω από αιτιολογίες για την υποτιθέμενη απειλούμενη ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ, υποκινείται από δύο πολύ πιο σοβαρές αιτίες. Αρχικά από το δικό τους οικονομικό συμφέρον καθώς οι ΗΠΑ είναι άμεσος ανταγωνιστής των Ρώσων κι αυτό ελάχιστα λέγεται δημόσια. Το όχημα τους είναι το υγροποιημένο αέριο (LNG) που ψύχεται στους -160 βαθμούς Κελσίου και συμπιέζεται ώστε να μπορεί να μεταφερθεί με σχετικά αποδοτικούς όρους. Έγραφαν χαρακτηριστικά οι Financial Times στις 5 Οκτωβρίου με αφορμή τον πυρετό των επενδύσεων μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών σε εργοστάσιο υγροποίησης φυσικού αερίου: «Έχουν την υποστήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης που προσπαθεί να δώσει ώθηση στις εξαγωγές αερίου για να συμβάλει στο στόχο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Αυτά όμως τα σχέδια πρέπει πρώτα να βρουν αγοραστές για το αέριο τους». Οι διαφωνίες των Αμερικάνων επομένως στον αγωγό Nord Stream 2 στοχεύουν στην εξάλειψη του ανταγωνισμού έτσι ώστε να φύγουν οι Ρώσοι από την αγορά και να μείνουν μοναδικοί προμηθευτές. Επίσης στην αποτροπή της συγκρότησης μιας σταθερής ευρασιατικής συμμαχίας, καθώς έτσι θα αδυνάτιζαν οι δικές τους προσβάσεις στην από δω μεριά του Ατλαντικού.

Παρότι όμως, οι μέθοδοι των Αμερικανών δεν συνάδουν και πολύ με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς τις οποίες επικαλούνται, θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι αν πρόκειται να προμηθευτούμε έτσι φθηνό αέριο …κομμάτια να γίνει κι ο Nord Stream 2. Μα, το σκάνδαλο είναι πώς ο πυρετός των πολυδάπανων εγκαταστάσεων που χτίζονται από την μια άκρη της Ευρώπης ως την άλλη με σκοπό να υποδεχθούν το LNG, να το επαν-αεριοποιήσουν και να το διοχετεύσουν στην αγορά κάνει το αμερικανικό φυσικό αέριο να έρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά σε υψηλότερη τιμή από το ρωσικό! Έγραφε πάλι η βρετανική εφημερίδα στις 3 Αυγούστου: «Η τιμή του αμερικανικού αερίου είναι περίπου 2,85 δολ. ανά ΜΜΒΤU, αλλά αυξάνει σε πάνω από 6 δολ. συνυπολογίζοντας όλα τα συναφή κόστη μεταφοράς, υγροποίησης και αεριοποίησης, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Gazprom. Αυτή η τιμή συγκρίνεται με περίπου 5 δολ. ανά ΜΜΒΤU στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς, όπου η Gazprom ελέγχει περίπου το ένα τρίτο της προσφοράς»!

Για να εξασφαλίσει ο Λευκός Οίκος τις πωλήσεις του δικού του αερίου στη γηραιά ήπειρο δε δίστασε στο τελευταίο κύμα οικονομικών κυρώσεων προς τη Ρωσία, που ψηφίσθηκε (με μια πολύ ισχυρή πλειοψηφία 97 ψήφων έναντι 2)  με πρόσχημα την υποτιθέμενη ανάμιξη της Μόσχας στις προεδρικές εκλογές του 2016 και υπογράφτηκε στις 2 Αυγούστου, να συμπεριλάβει κι όσες εταιρείες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να εμπλακούν στην κατασκευή και τη χρηματοδότηση του Nord Stream 2. Έτσι αποσύρθηκαν κολοσσοί όπως οι γερμανικές EON και Wintershall, η γαλλική Engie, η αυστριακή OMV, η βρετανική Shell και άλλες που με βάση το αρχικό σχέδιο θα χρηματοδοτούσαν το μισό κόστος του αγωγού. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι η υποτιθέμενη βοήθεια της Μόσχας στην εκλογική νίκη του ρεπουμπλικανού υποψηφίου ακόμη κι αν δεν υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί… Και πιο εύκολα αντιλαμβάνονται όλοι τα νέα ύψη στα οποία οδηγούνται οι αμερικανοευρωπαϊκές αντιπαραθέσεις όσο οι ΗΠΑ μετέρχονται και των πιο απαράδεκτων μέσων για να εξυπηρετήσουν τις ενεργειακές τους βιομηχανίες. Ενδεικτικό στοιχείο για την όξυνση των αντιθέσεων είναι η κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε από το Βερολίνο και τη Βιέννη, μετά την απόφαση της αμερικανικής γερουσίας, όπου προειδοποιούσε «για μια νέα και πολύ αρνητική ποιότητα στις ευρω-αμερικανικές σχέσεις».

Εναντίον του Nord Stream 2 (που ως πρόεδρο έχει τον πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, για να μη μείνει καμιά αμφιβολία για τη σημασία που αποδίδει στην κατασκευή και ολοκλήρωσή του το βαθύ γερμανικό κράτος) τάχθηκαν με σφοδρότητα και οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, με προεξάρχουσα την Πολωνία. Η αντίθεσή τους δεν εξηγείται αποκλειστικά και μόνο χάρη στην παραδοσιακό φιλοαμερικανισμό και τον αχαλίνωτο αντιρωσισμό τους. Εξηγείται επίσης και λόγω των οικονομικών ζημιών που επισείει η απόφαση της Μόσχας να προσπεράσει τα εδάφη τους για να απαλλαγεί από ένα συνεχή εκβιασμό τον οποίο ασκούσαν στη Ρωσία.

Στο πλευρό όσων αντιτίθενται προστέθηκαν και οι Γερμανοί Πράσινοι που μπορεί να μην είχαν κανένα πρόβλημα με την αποστολή γερμανικού στρατού εκτός συνόρων, ούτε με τον βομβαρδισμό των Βαλκανίων στις αρχές του ’90 αλλά ο Nord Stream 2 γρήγορα έγινε γι’ αυτούς …κόκκινο πανί. «Η θέση μας είναι πολύ καθαρή: απορρίπτουμε τον αγωγό για πολλούς λόγους – οικολογικούς, λόγους αλληλεγγύης με τους άλλους ευρωπαίους γείτονες, οικονομικούς και λόγους ασφάλειας», δήλωνε στις 9 Νοεμβρίου στους Financial Times η ευρωβουλευτής Ράινχαρντ Μπούτικοφερ και μέλος της αντιπροσωπείας των Πρασίνων στις διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, χωρίς όμως να απορρίπτει εξ ίσου κατηγορηματικά το σχιστολιθικό φυσικό αέριο των ΗΠΑ…

[1] European Commission (2015), Energy Union Package – A framework strategy for a resilient Energy Union with a Forward Looking Climate Change Policy: COM(2015) 80 Final. Brussels, 25.5.2015

Πηγή: ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου