Οι πολύ μεγάλες αντιθέσεις των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Λίγα, απελπιστικά λίγα, είναι τα καλά νέα για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση για τις ΜΜΕ και τα οποία παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση των Μικρομεσαίων, που διοργανώθηκε στο Τάλιν της Εσθονίας μεταξύ 22 και 24 Νοεμβρίου 2017.

Αφορούν, συγκεκριμένα, την αύξηση της απασχόλησης κατά 2,4% τη διετία 2015-2016. Η αύξηση μάλιστα, πρέπει να τονιστεί προς αποφυγή πολιτικών εντυπώσεων, ξεκίνησε το 2013. Εντοπίζεται δε στις μικρές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ανακάμψει από την κρίση καλύτερα σε σχέση με τις μεγαλύτερες. Συνολικά την περίοδο 2013-2016 η απασχόληση στις μικρές εταιρείες έχει αυξηθεί κατά 18,5%.

Κατά τ’ άλλα, η ευρύτερη εικόνα είναι εξόχως απογοητευτική, καθώς οι ελληνικές ΜΜΕ ακόμη δεν έχουν ανακάμψει από την κρίση, όπως δείχνει το γεγονός ότι η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση κατά το 2016 παρέμεναν υποδεέστερες κατά 34% και 18,4% των επιπέδων του 2008. Η σημασία δε των επιδόσεων των ΜΜΕ για το σύνολο της οικονομίας υπογραμμίζεται από τη βαρύτητά τους στην ελληνική οικονομία καθώς αντιπροσωπεύουν το 87% της συνολικής απασχόλησης (ενώ στην ΕΕ το 67%) ενώ παράγουν τα τρία τέταρτα της προστιθέμενης αξίας, όταν στην ΕΕ παράγουν σχεδόν το 57%.


Το σπουδαιότερο εύρημα όμως της ετήσιας έρευνας για τις ΜΜΕ σχετίζεται με τη διαμόρφωση μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, με κριτήριο τις επιδόσεις των μικρομεσαίων. (Πολύ καιρό δηλαδή πριν η γερμανίδα καγκελάριος ζητήσει την μετεξέλιξη της ΕΕ σε μια Ένωση πολλών ταχυτήτων σε θεσμικό – πολιτικό επίπεδο, όπως έκανε τον Μάρτιο από την ιταλική πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τα 60 χρόνια από την υπογραφή της συνθήκης τη Ρώμης, είχε επέλθει ο κατακερματισμός της ΕΕ στο οικονομικό επίπεδο…) Σε αδρές γραμμές αυτό που με την πρώτη ματιά διακρίνεται είναι η διαμόρφωση ενός σχετικά ευημερούντα Βορρά και ενός απόλυτα χειμαζόμενου Νότου – κι εδώ τα προβλήματα δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα, που μόνιμα παρουσιάζεται ως ο «ευρωπαίος ασθενής». Η εντύπωση δηλαδή που οικοδομείται ότι μόνο η Ελλάδα ξέμεινε στον μνημονιακό θάλαμο των βασανιστηρίων, ενώ οι άλλες πληγείσες χώρες, όπως  Κύπρος και η Πορτογαλία, έχουν εξέλθει προ πολλού και δρέπουν τους καρπούς των μόχθων τους, δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα.

Στην κορυφή των επιδόσεων βρίσκεται, κατά το αναμενόμενο, ο ευρωπαϊκός Βορράς (Γερμανία, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Αγγλία, Βέλγιο, Σουηδία, Φινλανδία και Πολωνία) όπου και η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση αυξήθηκαν το 2016 σε σχέση με το 2008. Σε μια ενδιάμεση κατάσταση βρίσκονται δύο κατηγορίες κρατών. Στην πρώτη κατηγορία (όπου περιλαμβάνονται Ολλανδία, Δανία, Εσθονία, Λιθουανία, Τσεχία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε για την προαναφερόμενη περίοδο αλλά η απασχόληση μειώθηκε. Ή, ανάπτυξη χωρίς τη δημιουργία θέσεων εργασίας, όπως πολύ συχνά περιγράφεται αυτή η κατάσταση με τη μεγέθυνση να προέρχεται από επενδύσεις έντασης κεφαλαίου και ελαστικής εργασίας, χωρίς να δημιουργεί κοινωνικό μέρισμα. Στη δεύτερη κατηγορία, όπου βρίσκεται μόνη της η Γαλλία, σημειώθηκε αύξηση μεν της απασχόλησης, αλλά η προστιθέμενη αξία μειώθηκε. Μάλλον αυτή την ανορθογραφία έχει βαλθεί να διορθώσει ο πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν που έχει θέσει ως προτεραιότητά του την αναθεώρηση του εργατικού νόμου, με διευκόλυνση των απολύσεων και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Και τέλος υπάρχει η τελευταία ταχύτητα της Ευρώπης όπου όλα πήγαν και πηγαίνουν άσχημα: και η απασχόληση που μειώθηκε και η προστιθέμενη αξία που επίσης μειώθηκε. Στις τάξεις της συμπεριλαμβάνει τον ευρωπαϊκό Νότο, δηλαδή Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Κύπρο (η οποία αποχαιρετά μία – μία τις προ-μνημονιακές της αξιοθαύμαστες επιδόσεις), όπως επίσης την Κροατία και τη Λετονία.

Η διαμόρφωση αυτής της τελευταίας ταχύτητας πέραν του προφανούς, ότι η υπέρβαση της κρίσης την οποία υποδηλώνουν τα συνολικά μεγέθη (όπως για παράδειγμα η αύξηση της προστιθέμενης αξίας κατά 10,9% του αριθμού των επιχειρήσεων κατά 10,8% και της απασχόλησης κατά 0,6% από το 2008 ως το 2016) δεν είναι συμμετρικά κατανεμημένη, δηλαδή δεν αφορά όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Ευρώπης, υποδεικνύει την ανάγκη εφαρμογής νέων, πέραν δηλαδή των υπαρχόντων, μέτρων ενίσχυσης προς όφελος αυτών των επιχειρήσεων. Η ανάγκη υιοθέτησης τέτοιων μέτρων υπογραμμίζεται καθώς το κλείσιμο του προηγούμενου καθοδικού κύκλου φέρνει στην επιφάνεια τον δομικό μετασχηματισμό που συντελέστηκε όσο διαρκούσε η κρίση. Κι αν το κενό που αφήνουν πίσω τους η βιομηχανία και οι κατασκευές μπορούν να καλυφθούν, τουλάχιστον κατά ένα βαθμό από τον τομέα των υπηρεσιών, το κενό που αφήνει πίσω της η υστέρηση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου δεν μπορεί να καλυφθεί χωρίς μια άνωθεν βοήθεια που θα επιστρέφει μέρος των κερδών που αποκομίζουν οι χώρες της πρώτης ταχύτητας από την επέλασή τους στις χώρες της περιφέρειας. Γιατί, η αποθέωση των εξαγωγών κι η ανάδειξή τους σε βασιλική οδό για την επιχειρηματική επέκταση, δεδομένων μάλιστα των περιοριστικών πολιτικών στο εσωτερικό που δεν επιτρέπουν την αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης, τι άλλο μπορεί να σημαίνει πέρα από διάβρωση των εμπορικών ισοζυγίων των πιο αδύναμων χωρών και αλλεπάλληλα πλήγματα στις πιο ευάλωτες  επιχειρήσεις τους, που είναι οι μικρομεσαίες;

Διαφορετικά, η αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ που πράγματι παρατηρείται στις χώρες του Νότου θα συμβαδίζει στο διηνεκές με συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διψήφια ποσοστά ανεργίας και εργασιακή ανασφάλεια… Μια κατ’ επίφαση ανάπτυξη!

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επίκαιρα»

Πηγή: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΣ


Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου