Φασισμός… αντιφασισμός, κάτι ξεχάσαμε. Το θέμα ήταν η Μακεδονία


Της Εβελίνας Χατζηδάκη

Έχω την εντύπωση ότι χάσαμε τη μπάλα. Ναι, τη χάσαμε δυστυχώς και δεν ξέρω αν θα την ξαναβρούμε. Πότε έγινε αυτό; Μα όταν ξεχάσαμε ή θελήσαμε να παρακάμψουμε το γεγονός ότι το ξεσήκωμα των μαθητών έγινε για τη Μακεδονία.

Όταν δεν μπορέσαμε ή δεν αντέχαμε να δούμε τι ακριβώς συνέβαινε γύρω μας και θελήσαμε να παρουσιάσουμε την υπόθεση σαν μια διαμάχη φασισμού και αντιφασισμού, να τη σπρώξουμε μάλιστα να εξελιχτεί σε κάτι τέτοιο. Κι αυτό που δεν θέλαμε να δούμε ή θελήσαμε συνειδητά να το κρύψουμε ήταν ο χαρακτήρας και το αίτημα του νέου αυτού, απρόσμενου και πρωτόγνωρου για τα νεότερα χρόνια μαθητικού κινήματος.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά με τα υπερφορτωμένα προγράμματα που τους στερούν τη ζωή, με τις μηδαμινές ελπίδες και την πλήρη αβεβαιότητα για το μέλλον τους, με την τεχνολογία που τα καθηλώνει πάνω στο κινητό τους, μέσα στην αιχμάλωτη χώρα πού βρέθηκαν να ζουν, ξεσηκώθηκαν για ένα θέμα όχι μόνο πολιτικό αλλά καίρια εθνικό το οποίο έμμεσα -και εύκολο να μετατραπεί σε άμεσα- εναντιώνεται στα νατοϊκά σχέδια για τα Βαλκάνια και στην δουλοπρεπή υποχωρητικότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΝΕΛ στις επιταγές του Πάιατ. Και είναι βέβαια αυτό το θέμα της Μακεδονίας.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς ότι η φυσιολογική αντίδραση του υπόλοιπου κινήματος (αυτού που υπάρχει τέλος πάντων ) και των αυτοαποκαλούμενων «πρωτοποριών» του θα ήταν να μην αφήσουν μόνα τους τα σχολεία αλλά να γίνει ο ξεσηκωμός τους ευκαιρία για μια γενικότερη αντιστασιακή έκρηξη και για τα εθνικά και για τα εσωτερικά θέματα, τι έγινε;

Αυτό πού είχε γίνει και με την περίπτωση των σχετικών συλλαλητηρίων κάποιους μήνες πριν.

Εξαπολύθηκε μια τέτοια σφοδρή επίθεση ενάντια στα παιδιά που είχαν πάρει τις πρωτοβουλίες (με φροντίδα αυτή τη φορά να χτυπήσουν τα βέλη και τους γονείς και άλλους ενηλίκους) που για άλλη μια φορά μετά τα συλλαλητήρια νοιώσαμε ότι έχουμε να κάνουμε πια με έναν οργανωμένο ιδεολογικό στρατό έτοιμο να συκοφαντήσει, και να διαλύσει στο μέτρο που μπορεί οποιαδήποτε κίνηση γίνει για υπεράσπιση της απαγορευμένης πια να γίνεται αντικείμενο αναφοράς, πατρίδα.

Δεν ήταν αυτό, όπως δεν ήταν και με τα πρώτα συλλαλητήρια μια απλή έκφραση μιας άλλης άποψης, αλλά η σφοδρότητα, η επιμονή και οι βαριές τρομοκρατικές εκφράσεις και χαρακτηρισμοί για όποιον και όποια επέμενε στην ανάγκη κινητοποίησης για τα εθνικά θέματα έδειχνε, ότι κάτι πολύ σοβαρότερο συμβαίνει, ότι ήταν ένας ακήρυχτος πόλεμος με στόχο να χτυπήσει και να εξαφανίσει από προσώπου γης όλον τον κόσμο που διεκδικούσε να κρατήσει την πατρίδα του.

Όχι, ο στρατός αυτός δεν είχε τίποτα να απαντήσει στο θέμα που βάζαν τα παιδιά για τη Μακεδονία εκτός απ’ αυτά τα απίστευτα που έγραφαν τα τρυκ με την υπογραφή του ΚΚΕ τα οποία διέψευσε (όμως πολύ αργά και χωρίς τις σφοδρές καταγγελίες που συνηθίζει στις καθόλου σπάνιες περιπτώσεις όπου βλέπει χαφιέδες, πράκτορες και προβοκάτορες να παρεμβαίνουν στη δουλειά του, ώστε να μην έχει διαλύσει εντελώς τις υποψίες ότι δεν του ήταν και τόσο ξένα).

Το μόνο σίγουρο είναι πώς ο αόρατος στρατός δεν ήθελε η Μακεδονία και τα υπόλοιπα εθνικά θέματα να γίνονται κέντρο προβληματισμού ούτε στα σχολεία ούτε πουθενά (αυτό θέλει και ο Πάιατ αλλά ας μην το κάνουμε θέμα γιατί πιστεύω ότι η μεγάλη μάζα αυτών των ανθρώπων έχει μόνο παγιδευτεί στα κόλπα του ΝΑΤΟ, Σόρος κ.λ.π.).

Δεν είπαν τίποτα λοιπόν για τη Μακεδονία, αδιαφόρησαν (ή ενδιαφέρθηκαν από την ανάποδη) για την επιθυμία των παιδιών να ασχοληθούν μ’ αυτό το θέμα όπως είχαν κάνει και με τα πλήθη που είχαν τρέξει στα προηγούμενα συλλαλητήρια και απλά προσπάθησαν να το βγάλουν από την ατζέντα με προτροπές να ασχοληθούν με τα μαθήματά τους, με τα δικά τους προβλήματα, με την κατάσταση της εκπαίδευσης, την ανεργία, το μέλλον τους. Όχι δεν τους είπαν και ούτε έμοιαζαν να καταλαβαίνουν ότι εκεί πάει το πράγμα, ότι δηλαδή με τα άλλα ασχολείται το ΝΑΤΟ, ο Σόρος και η Γερμανία όσο μπορεί.

Το θέμα λοιπόν είναι ότι ένα τεράστιο πλήθος που οι «αντιεθνικιστές» δεν είδαν ούτε στον ύπνο τους είχε ξεχυθεί στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας τότε και τώρα τη σκυτάλη έχουν πάρει τα παιδιά για να εκφράσει την οργή του μπροστά σε συμφωνίες που θεωρεί ότι οδηγούν και προαναγγέλουν πιθανόν τον διαμελισμό της χώρας.

Αν ο τρόπος που το έκανε, αν τα συνθήματα και τα αιτήματα ήταν σωστά αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να συζητηθεί με συμμετοχή και παρεμβάσεις επί τόπου και σίγουρα όχι με χυδαία επίθεση και με προσπάθεια να αλλάξουν θέμα οι κινητοποιήσεις ή να σταματήσουν.

Για κάτι τέτοιο όμως θα χρειαζόταν ένα κοινό ενδιαφέρον ή τουλάχιστον μια αποδοχή ότι δεν μπορούμε να αδιαφορούμε για ένα ζήτημα που το κίνημα έχει επιλέξει σαν κορυφαίο ακόμα και στην περίπτωση που δεν είναι η δική μας επιλογή. Κάτι τέτοιο δεν συνέβηκε όμως στην προκειμένη περίπτωση. Και πώς έγινε το «στρίβειν δια του αρραβώνος»; Μα πιάνοντας τη σανίδα σωτηρίας του φασισμού και της Χρυσής Αυγής (για άλλη μια φορά). Φεύγουμε τρέχοντας από το πρόβλημα φωνάζοντας: «Αααα, τρέξτε, μακρυά, φασίστες» αν και κατά βάθος αισθανόμαστε την παρουσία τους ανακουφιστική γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να ομολογήσουμε ότι δεν μας αφορά τι γίνεται με τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θράκη, το Αιγαίο. Είναι πατρίδα μας μήπως η Ελλάδα; Μα να λέμε κάτι τέτοιο είναι από μόνο του εθνικιστικό.

Είναι αλήθεια παρούσα η Χρυσή Αυγή στο μαθητικό κίνημα για τη Μακεδονία; Είναι. Όχι στο βαθμό πού λένε, όχι ότι το ελέγχει, εξάλλου πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο με παιδιά που τώρα αποκτούν τις πρώτες πολιτικές τους εμπειρίες;

Φαίνεται όμως ότι κάποια απ’ αυτά έχουν επηρεαστεί και κάποια συνθήματα δεν είναι για να χαιρόμαστε. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αναμενόμενο ότι θα συνέβαινε όχι μόνο με τα παιδιά αλλά και με ένα κομμάτι του κόσμου που είχε πάει στα συλλαλητήρια και η ευθύνη ανήκει σε τραγικό βαθμό σ’ αυτούς που τώρα φωνάζουν για φασίστες. Γιατί και τότε φώναζαν, και μετά τη λυσασμένη επίθεση που είχε δεχτεί αυτός ο κόσμος ότι ήταν ακροδεξιός, δεν είναι λογικό οι λιγότερο πολιτικοποιημένοι απ’ αυτούς να καταλήξουν να γίνουν αφού μόνο εκεί γίνονται αποδεκτοί;

Τις δικές μας αντοχές να πρέπει συνέχεια να αντιμετωπίζουμε τις κατηγορίες ότι είμαστε φασίστριες (-ες) και να απαντούμε δεν τις έχει όλος ο κόσμος και πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι και επιδίωξη γιατί έτσι οι αντιπατριώτες έχουν δικαιολογία που δεν χρειάζεται επιχειρήματα. Ποιοι τους αντιστρατεύονται; Οι φασίστες.

Παλιά και δοκιμασμένη μέθοδος από συγκεκριμένο χώρο όπου όποιος διαφωνούσε μαζί τους ήταν χαφιές, της Ασφάλειας και πράκτορας. Τώρα ο πανφασισμός έχει καλύψει όλα αυτά χωρίς καμία ενοχή και καμία αίσθηση ευθύνης από κανέναν αντιφασίστα.

Υπάρχει λοιπόν η Χρυσή Αυγή υπόγεια σ’ αυτό το κίνημα και προσπαθεί να το τραβήξει στις γραμμές της (τώρα προσπαθεί δεν το έχει κατορθώσει ακόμα). Αυτή κάνει τη δουλειά της και γιατί όχι αφού απουσιάζουν οι υπόλοιποι; Η παρουσία της όμως θα έπρεπε φυσιολογικά να γίνει ένας παραπάνω λόγος για τη δική μας ενεργοποίηση και συμπαράσταση και όχι για να το βάλουμε στα πόδια. Όμως και να ήθελαν οι έντρομοι αντιφασίστες δεν θα κατορθώσουν τίποτα αν δεν έχουν ενδιαφέρον για το ίδιο το θέμα που βάζουν οι κινητοποιήσεις: τη Μακεδονία και τα εθνικά θέματα, την υπεράσπιση της πατρίδας.

Γιατί η μετατροπή της συζήτησης σε θέμα «φασισμού- αντιφασισμού» δεν είναι επιλογή των παιδιών και αν περάσει θα είναι χειραγώγηση. Διαβάζω για παράδειγμα το κάλεσμα μιάς ΕΛΜΕ για εκδήλωση για τον Παύλο Φύσσα και μια προκήρυξη πού λέει για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Λοιπόν όχι. Μπορεί να έχουμε περάσει την ζωή μας με την πεποίθηση ότι είμαστε «η πρωτοπορία» που οι άλλοι πρέπει να ακολουθούν, αλλά καιρός να καταλάβουμε ότι κανείς δεν θα ακολουθήσει επιλογές που δεν είναι δικές του.

Ένα κίνημα που έχει κέντρο τη Μακεδονία είναι δεκτικό για παρεμβάσεις που επίσης έχουν κέντρο ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και εφόσον πείσουν βέβαια ότι είναι από πραγματικό ενδιαφέρον, γιατί από το άλλο έχει και ο Τσίπρας και οι χρυσαυγίτες από άλλη σκοπιά, που τους δώσαμε τη δυνατότητα να προβάλλονται σαν πατριώτες και να μολύνουν τον χώρο. Αν μόνο από «αντιφασισμό» καταλαβαίνουμε, αυτόν τον μοντέρνο αντιφασισμό που εξελίσσεται σε μια νέα πατρίδα ξεπουλώντας τη δική μας, καλλίτερα να αποσυρθούμε. Τη μπάλα που χάσαμε δεν θα την ξαναβρούμε. Κινήματα στα μέτρα μας και όπως μας βολεύουν, κανένας ράφτης δεν μπορεί να μας φιάξει.

Πηγή: Αιρετικές Ιδέες



Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου