Το παράπονο της κυρίας Γιάννας - Τη στενοχωρούν η έλλειψη στέγης και αρμοδιοτήτων για την επιτροπή «Ελλάδα 2021»


Του Σταύρου Χριστακόπουλου

Δύο μήνες θα κλείσουν οσονούπω από την ανακοίνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την οποία ο πρωθυπουργός – σε μια από τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησής του – ανακοίνωσε ότι συστήνεται η επιτροπή «Ελλάδα 2021» με αντικείμενο τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση του 1821, με επικεφαλής τη Γιάννα Αγγελοπούλου.

Στη διάρκεια των δύο αυτών μηνών καμία είδηση δεν έχει προκύψει για τη δραστηριότητα της εν λόγω επιτροπής – κάτι ίσως αναμενόμενο λόγω του ότι, από την ανακοίνωση έως σήμερα, έχουν μεσολαβήσει ο Αύγουστος και τα μπάνια του λαού. Επομένως θα ήταν μάλλον δύσκολο η επιτροπή να έχει αναπτύξει κάποια αξιοσημείωτη δραστηριότητα.

Άλλωστε το πιθανότερο είναι ότι το πρώτο κρίσιμο διάστημα θα καταναλωθεί στην ανεύρεση στέγης (η οποία εκκρεμεί) και στον σαφή καθορισμό των αρμοδιοτήτων της επιτροπής, καθώς ούτε καν η αρχική πρωθυπουργική ανακοίνωση περιλάμβανε κάποια συγκεκριμένη πληροφορία για τον ακριβή ρόλο της.

Πόσο μάλλον που, ύστερα από τις πρώτες εντυπώσεις και αντιδράσεις, ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης είχε σπεύσει να διευκρινίσει ότι «η επιτροπή (σ.σ.: τα μέλη της οποίας θα εργαστούν αμισθί) θα είναι συμβουλευτική του πρωθυπουργού και θα κάνει προτάσεις για τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν. Η τελική επιλογή ανήκει στην κυβέρνηση και τη Βουλή».

Ανοιχτά ζητήματα

Η αλήθεια είναι ότι, πέραν της στέγασης και των αρμοδιοτήτων της εν λόγω επιτροπής, είναι ανοικτά μια σειρά ζητήματα.

1. Το πρώτο σχετίζεται με τις προθέσεις της κυβέρνησης, η οποία, διαπνεόμενη από μια οικονομίστικη λογική, έχει δηλώσει ότι προσανατολίζεται στη «δημιουργία ενιαίας εικόνας branding της χώρας και των φορέων του ελληνικού κράτους».

Επειδή λοιπόν στο Μέγαρο Μαξίμου και η λοιπή κυβέρνηση έχουν επικεντρωθεί συνολικά στο «φρεσκάρισμα» και την επαναπροώθηση των εθνικών μας brand names (από τα μακεδονικά προϊόντα έως την επέτειο της Επανάστασης), ώστε να ενισχυθεί η διεθνής αναγνωρισιμότητά τους, λογικά δεν θα πρέπει να περιμένουμε κάτι συγκλονιστικά πρωτότυπο στο ιδεολογικό και το πολιτισμικό επίπεδο.

2. Το δεύτερο αφορά τη δομή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία είναι σκληρά πρωθυπουργοκεντρική και συγκεντρωτική, σε βαθμό που, όπως γλαφυρά περιγράφει ο Κώστας Ιορδανίδης στην «Καθημερινή» (22.9.2019), «με βάση όσα ίσχυαν στο παρελθόν, να είναι περίπου αναξιοπρεπής η κατοχή υπουργικού χαρτοφυλακίου»

Εάν, λοιπόν, ούτε καν οι υπουργοί αισθάνονται ότι διαθέτουν ισχυρό βαθμό αυτονομίας, πόσο πιθανό θα ήταν να πιστεύει η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου ότι μπορεί να αυτοσχεδιάσει και να αναπτύξει έναν ρόλο ο οποίος να προσιδιάζει στη φιλοδοξία της να αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα στη διαδικασία εορτασμού της επαναστατικής επετείου;

3. Το τρίτο ζήτημα αφορά το πολύ μεγάλο πλήθος των ιδρυμάτων, υπουργείων, πρεσβειών, τραπεζών, περιφερειών, πόλεων, επιμελητηρίων, ομογενειακών και άλλων, κάθε είδους, φορέων που θα αναπτύξουν πρωτοβουλίες – όχι κατ’ ανάγκην ελεγχόμενες από την κυβέρνηση – ή θα καταρτίσουν και θα υποβάλουν προτάσεις σχετικές με το είδος και το περιεχόμενο πολυποίκιλων εκδηλώσεων εορτασμού.

Σε αυτό το πλαίσιο και σ’ αυτόν τον ορυμαγδό θα είναι πραγματικά δύσκολο να ξεχωρίσουν για την οξυδέρκεια και την πρωτοτυπία τους οι συμβουλές που είναι επιφορτισμένη να παράσχει η επιτροπή «Ελλάδα 2021», η οποία, αν υποθέσουμε ότι θα συγκροτηθεί και θα αποκτήσει γραφεία γύρω στα Χριστούγεννα (στην καλύτερη εκδοχή), θα έχει στη διάθεσή της μόλις ένα ημερολογιακό έτος για την όποια παραγωγή έργου.

Αδιόρατη απειλή... ρήξης

Η ανησυχία αυτή, ομολογουμένως εύλογη, φαίνεται ότι έχει κάνει τη Γιάννα Αγγελοπούλου να εκμυστηρεύεται αυτή την περίοδο την αγωνία της σε δημοσιογράφους και ήδη βλέπουν το φως δημοσιεύματα των οποίων οι συντάκτες:

● Επικρίνουν την κυβερνητική παράταξη για «προσκόμματα στη συγκρότηση της επιτροπής και υπονόμευση του έργου της», τα οποία, μεταξύ άλλων, αποδίδονται σε «εξωθεσμικούς παράγοντες και μιντιάρχες».
● Εκπλήσσονται με την υποβάθμιση του ρόλου της επιτροπής σε συμβουλευτικό – και μάλιστα αφήνουν να πλανάται μια αδιόρατη απειλή ρήξης, καθώς «η Γιάννα δεν μπαίνει υπό επιτροπεία» και, συνεπώς, «λάθος πόρτα χτύπησαν».

Προφανώς τα δημοσιεύματα δεν έχουν γραφτεί αυθαιρέτως και εν αγνοία της Γ. Αγγελοπούλου. Αντιθέτως είναι καταφανές ότι η κυρία Αγγελοπούλου επικοινωνεί τα παράπονά της, καθώς διαπιστώνει ότι ο ρόλος της δεν είναι αυτός που είχε φανταστεί όταν αποδεχόταν την πρόταση του πρωθυπουργού.

Ωστόσο, μια άλλη παράμετρος που αναδεικνύεται μέσω δημοσιευμάτων θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε αν αποτελεί παράπονο της ιδίας ή δημοσιογραφική διαπίστωση. Πρόκειται για τον ισχυρισμό ότι:

«Έμπειροι πολιτικοί παρατηρητές διακρίνουν, ανάμεσα σε όσους προσπαθούν να απομονώσουν την Αγγελοπούλου, και κάποιους από εκείνους που πρωταγωνίστησαν στην κατασυκοφάντηση των επιτυχημένων Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την εγκατάλειψη της κληρονομιάς και των υποδομών τους – για να μην τα πιστωθεί η Γιάννα και από φόβο μην και μπει στο πολιτικό παιχνίδι και τους εκτοπίσει!».

Αυτός ο ισχυρισμός, ωστόσο, μοιάζει παρωχημένος για τους εξής λόγους:

● Πρώτον, το ενδεχόμενο εισόδου της Αγγελοπούλου στην πολιτική είναι μια προ πολλού τελειωμένη υπόθεση.
● Δεύτερον, το ενδεχόμενο δημιουργίας κομμάτων από επιχειρηματίες υψηλής οικονομικής επιφάνειας (κοινώς μια ελληνική εκδοχή του μπερλουσκονισμού), παρότι συζητείται πολλά χρόνια, στην Ελλάδα αποδείχθηκε αβάσιμο.
● Τρίτον, ούτε καν το περίφημο «κόμμα (ή κυβέρνηση) τεχνοκρατών» κατάφερε να ευδοκιμήσει. Η κυβέρνηση Παπαδήμου ήταν εξαιρετικά βραχύβια, σε πολύ ειδικές συνθήκες, και δεν μπορεί να επαναληφθεί.

Υπ’ αυτήν την έννοια η υπενθύμιση των παλαιών πολιτικών φιλοδοξιών της Γιάννας Αγγελοπούλου δεν κάνουν καλό στην προσπάθειά της να διεκδικήσει έναν ρόλο ισχυρότερο από αυτόν που έχει επιλέξει η κυβέρνηση...

Πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ


Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου