Της Χριστιάνας Στυλιανού
Υπάρχει κάτι βαθιά επιδραστικό στη μυσταγωγική, υπνωτική φωνή του Νικ Κέιβ όταν μιλά για την τέχνη – μια φωνή ηθικής σιγουριάς, σχεδόν ποιμαντική.
Όταν, λοιπόν, μέσα από τα Red Hand Files, έσπευσε να υπερασπιστεί τον Βιμ Βέντερς μετά τη δήλωσή του στη Berlinale ότι οι ταινίες πρέπει να «μένουν έξω από την πολιτική», η τοποθέτησή του λειτούργησε σχεδόν καθησυχαστικά για πολλούς: σαν μια υπεύθυνη, ώριμη παρέμβαση που αποκαθιστά την τάξη και προστατεύει την καλλιτεχνική φαντασία από αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως «συρρίκνωση».
Ο Βέντερς, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, δήλωσε ότι «καμία ταινία δεν έχει αλλάξει πραγματικά την ιδεολογία κάποιου πολιτικού» και πως οι δημιουργοί οφείλουν να μένουν έξω από την πολιτική, να αποτελούν «το αντίβαρο» της. Όταν ρωτήθηκε για τη Γάζα, επανέλαβε την ανάγκη αποστασιοποίησης – μια απάντηση που οδήγησε σε μαζικές αντιδράσεις, μεταξύ των οποίων και ακυρώσεις εμφανίσεων σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως η Άρουντατι Ρόι.
Και τότε ο Κέιβ πήρε θέση μιλώντας για έναν άνθρωπο «με απαρέγκλιτες αρχές, στοχαστικό και ευθαρσή», και για μια χειρονομία «προστασίας» προς την καλλιτεχνική κοινότητα, και για την ανάγκη να διασωθεί το φεστιβάλ από τον «καλλιτεχνικό μηδενισμό» και την «πολιτικοποιημένη τέχνη». Επιστράτευσε το παράδειγμα της Εβδομάδας Συγγραφέων της Αδελαΐδας, που κατέρρευσε μέσα σε «πυρηνικό νέφος δειλίας» και «επιτελεστικής αγανάκτησης». Υπερασπίστηκε την τέχνη ως κάτι που «υφίσταται προς χάριν του εαυτού της», που μας οδηγεί στο κάλλος, στην αλήθεια, στο δέος.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη συγκινητική διατύπωση διακρίνεται μια πιο σύνθετη -και λιγότερο αθώα- στάση.
Γιατί ούτε ο Βέντερς ούτε ο Κέιβ δρουν με αφέλεια. Αντιθέτως, γνωρίζουν σε βάθος το οικοσύστημα στο οποίο ανήκουν και το οποίο – συνειδητά ή μη – υπερασπίζονται: έναν διεθνή μηχανισμό μεγάλων φεστιβάλ, επιτροπών βραβείων, μουσείων, γκαλερί, πολιτιστικών ιδρυμάτων και διακρατικών συνεργασιών.
Πρόκειται για έναν κατεξοχήν προνομιούχο χώρο, όπου η ουδετερότητα λειτουργεί ως διαβατήριο ένταξης και διατήρησης κύρους. Έναν βαθιά θεσμικό κόσμο, στον οποίο η πρόσβαση, η αναγνώριση και η διαρκής ορατότητα εξαρτώνται από εύθραυστες ισορροπίες και σιωπηρές συναινέσεις.
Την ίδια στιγμή όμως που η τέχνη, όπως οι θέσεις του Βέντερς και του Κέιβ, προσπαθεί να διαχωριστεί από την πολιτική, στην πραγματικότητα οι άνθρωποι στη Γάζα βιώνουν καθημερινά μια βίαιη πολιτική κατάσταση που δεν σηκώνει ουδετερότητα, αλλά απαιτεί απροκάλυπτη μαρτυρία και καταγραφή.
Στη Λωρίδα της Γάζας, ύστερα από χρόνια πολέμου και αδιάκοπων ένοπλων συγκρούσεων, περισσότεροι από 72.000 Παλαιστίνιοι έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες έχουν τραυματιστεί. Η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων είναι άμαχοι – παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένοι – που παλεύουν να επιβιώσουν σε συνθήκες ασφυκτικής πολιορκίας, με δραματικές ελλείψεις σε τρόφιμα, πόσιμο νερό, φάρμακα και βασικές ιατρικές υπηρεσίες.
Αντί, λοιπόν, να αντιμετωπίζουμε την «πολιτική» ως μια απειλή για την αυτονομία της τέχνης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι σε συνθήκες βαθιάς αδικίας και βίας η τέχνη δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, καθώς ούτε η πραγματικότητα γύρω της δεν είναι ουδέτερη. Όταν η ίδια η πραγματικότητα είναι φορτισμένη, άνιση και αιματηρή, η τέχνη δεν μπορεί να στέκεται δήθεν αμέτοχη.
Όταν ο Βέντερς υποστηρίζει ότι πρέπει να μένουμε «έξω από την πολιτική», δεν το κάνει από μια θέση περιθωρίου ή ευαλωτότητας. Τοποθετείται από το ίδιο το κέντρο ενός συστήματος που του έχει ήδη εξασφαλίσει θεσμική αναγνώριση, οικονομική σταθερότητα και κοινωνικό κύρος.
Η αποστασιοποίηση που εισηγείται δεν συνιστά ρήξη ούτε ενέχει πραγματικό κόστος. Αντιθέτως, λειτουργεί ως εγγύηση ασφάλειας. Είναι ένας τρόπος να διατηρείται αλώβητη η θέση μέσα σε μια προνομιούχα πολιτιστική κοινότητα, η οποία επιδιώκει πάνω απ’ όλα τη σταθερότητα και τη διατήρηση της εσωτερικής της συνοχής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «απολιτική» στάση δεν συνιστά απουσία πολιτικής θέσης, αλλά αποτελεί, αντίθετα, την πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της: την επιλογή να διαφυλαχθεί το υπάρχον σύστημα, να παραμείνουν ανέγγιχτες οι δομές που παράγουν και αναπαράγουν το προνόμιο. Αυτό που απειλείται δεν είναι η φαντασία, αλλά η ίδια η αλήθεια. Η αλήθεια ότι η τέχνη μπορεί και πρέπει να μιλά για το άδικο.
Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν η τέχνη πρέπει να είναι πολιτική. Το ερώτημα είναι ποια πραγματικότητα υπηρετεί όταν ισχυρίζεται πως δεν είναι πολιτική.



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου