Τοξικότητα η αλήθεια


Λέξεις όπως  «μεταρρύθμιση», «σταθερότητα», «ευθύνη», «πατριωτισμός», είναι  λέξεις κουρασμένες

Του Απόστολου Αποστόλου *

Υπάρχουν εποχές που η πολιτική λέει ψέματα και υπάρχουν κι άλλες χειρότερες όπου δεν μπαίνει καν στον κόπο να τα μεταμφιέσει. Τα σερβίρει γυμνά, με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που ξέρει πως η αλήθεια δεν έχει πια κοινό, μόνο τηλεθέαση. Εκεί βρισκόμαστε τώρα, σ’ ένα κοινοβουλευτικό θέατρο όπου οι λέξεις δεν σημαίνουν, απλώς χρησιμοποιούνται, όπως τα χαρτομάντιλα, μιας χρήσεως.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, δήλωσε με στόμφο πως «δεν θα αφήσουμε τη Βουλή να μετατραπεί σε ένα διαρκές δικαστήριο και η καθημερινότητα δεν θα υποταχθεί στους αυτόκλητους δικαστές». Σωστά. Μόνο που ξέχασε να προσθέσει το συμπλήρωμα της πρότασης, ότι η Βουλή δεν πρέπει να μετατραπεί ούτε σε διαρκές πλυντήριο, γιατί, αν η δικαιοσύνη κουράζει, η απορρυπαντική πολιτική εξουσία φαίνεται πως ξεκουράζει αφάνταστα.

Η χώρα κυβερνάται πια από μια παράξενη μέθοδο αντιστροφής της λογικής, που λέει ότι δε χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα, αρκεί να αλλάξεις τη χρήση των λέξεων. Κι εδώ ο πρωθυπουργός αποδεικνύεται ευλαβικός μαθητής ενός κακοποιημένου Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, όταν εκείνος είχε πει: «Μην αναζητάς το νόημα, αναζήτησε τη χρήση του», που στην ελληνική κυβερνητική μετάφραση αυτό έγινε: «Μην αναζητάς την αλήθεια, αρκεί να ελέγχεις την αφήγηση». Έτσι η λογική δεν αποτελεί  εργαλείο κατανόησης αλλά ντεκόρ εξουσίας, σαν εκείνα τα ψεύτικα βιβλία στις βιτρίνες υπουργικών γραφείων.

Η κυβέρνηση έχει αναγάγει τη διαλληλία σε επίσημο κρατικό δόγμα, που όταν  κατηγορείται σημαίνει ότι διώκεται,  και διώκεται γιατί έχει   δίκιο. Και επειδή έχει  δίκιο θα πρέπει να συνεχίσει ακριβώς τα ίδια. 

Μια κυκλική επιχειρηματολογία που θυμίζει γάτα να κυνηγά την ουρά της, μόνο που εδώ η γάτα πληρώνεται από τον φορολογούμενο και η ουρά είναι οι θεσμοί.

Κάποτε οι πολιτικοί προσπαθούσαν τουλάχιστον να πείσουν, ενώ τώρα αρκούνται στο να κουράζουν. Να εξαντλήσουν την κοινωνία ώσπου να παραδοθεί όχι από συμφωνία αλλά από κόπωση. Η αλήθεια σήμερα δεν δολοφονείται, αλλά λιποθυμά από επανάληψη. Όλα βαφτίζονται «τοξικότητα», η κριτική είναι τοξικότητα, οι αποκαλύψεις είναι τοξικότητα οι ερωτήσεις είναι τοξικότητα. Σε λίγο και η πραγματικότητα η ίδια θα θεωρείται αντιπολιτευτική εκτροπή.

Κι όταν η κριτική δεν έρχεται από απέναντι αλλά από μέσα, τότε εμφανίζεται η άλλη μεγάλη λέξη: «εσωστρέφεια». Τι υπέροχη λέξη. Τι βολική, σαν βαριά κουρτίνα που σκεπάζει κάθε αμηχανία. Βουλευτές που ψιθυρίζουν ανησυχίες καλούνται να αποφύγουν τη «μίζερη εσωστρέφεια». Δηλαδή να σωπάσουν ευγενικά και να συνεχίσουν να χειροκροτούν με την πειθαρχία του δημοσίου υπαλλήλου, Η εσωκομματική διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικό σύμπτωμα αλλά ως αισθητικό ελάττωμα που  χαλάει το κάδρο.

Η εξουσία άλλωστε αγαπά τις λέξεις μόνο όταν είναι υπάκουες. Θέλει βουλευτές χωρίς απορίες, δημοσιογράφους χωρίς επιμονή και πολίτες χωρίς μνήμη. Κυρίως χωρίς μνήμη, γιατί η μνήμη είναι ο μεγάλος σαμποτέρ κάθε κυβερνητικής αφήγησης. 

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, σχεδόν ποιητικά θλιβερό, σ’ αυτή τη συνεχή αντιστροφή νοημάτων. Η δημόσια ζωή έχει χάσει τη βαρύτητά της, οι λέξεις αιωρούνται σαν άδεια σακάκια σε υπουργικές κρεμάστρες. Λέξεις όπως  «μεταρρύθμιση», «σταθερότητα», «ευθύνη», «πατριωτισμός», είναι  λέξεις κουρασμένες, χρησιμοποιημένες τόσο πολύ που ακούγονται πια σαν μεταλλικά ρέστα στον πάτο μιας τσέπης. Κανείς δεν τις πιστεύει, αλλά όλοι συνεχίζουν να τις ξοδεύουν με όλα τα μέσα.

Και μέσα σ’ αυτή τη χορογραφία της θεσμικής ευπρέπειας, περισσεύει πάντα εκείνο το αδιόρατο άρωμα παραίτησης. Οι πολίτες δεν σοκάρονται πια, ενημερώνονται μηχανικά, όπως κοιτάζει κανείς τον καιρό πριν βγει από το σπίτι. «Σκάνδαλο με πιθανές πολιτικές ευθύνες»,  νεφώσεις κατά τόπους, «αντιδράσεις της αντιπολίτευσης», άνεμοι μεταβλητοί. Έτσι η  δημοκρατία στις μέρες της πρωθυπουργίας του κ. Μητσοτάκη μετατράπηκε σε δελτίο πρόγνωσης, όπου όλα προβλέπονται αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Και η εξουσία, αυτάρεσκη  συνεχίζει να μιλά για σταθερότητα, λες και η σταθερότητα είναι σαν ένα καράβι ακίνητο  ενώ  η θάλασσα το ρουφάει στο βυθό της.

Τελικά η Βουλή δεν γίνεται  δικαστήριο όπως είπε ο κ. Μητσοτάκη, περισσότερο μοιάζει με ένα μεγάλο στεγνωτήριο συνειδήσεων, μπαίνουν μέσα οι ευθύνες μουσκεμένες και βγαίνουν αφράτες, αρωματισμένες με επικοινωνία. Κάθε σκάνδαλο περνάει από πρόγραμμα «ευθύνης χωρίς υπευθύνους» και  κάθε κρίση μετατρέπεται σε ευκαιρία διαχείρισης εικόνας. Ταυτόχρονα  κάθε αντίρρηση αντιμετωπίζεται σαν ενοχλητικός λεκές που πρέπει να εξαφανιστεί πριν από το επόμενο δελτίο.

Και μέσα σε όλα αυτά, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας απέκτησε ξαφνικά και νέο εσωτερικό εχθρό. Όχι κάποιον αντιφρονούντα με παντιέρα, ούτε έναν αποστάτη παλαιάς κοπής,  αλλά κάποιον που κάνει κακές παρέες με Α. Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή και εκείνος είναι ο Νίκος Δένδιας. Γιατί στην κυβέρνηση της ΝΔ  υπάρχει μπόλικη πολιτική καχυποψία, αρκεί  να διαθέτει κάποιος  δημόσιο προφίλ,  σχετική πολιτική αυτονομία και μια υποψία σιωπηλής δημοφιλίας για να σε αντιμετωπίσουν ως πιθανή απειλή. Δεν χρειάζεται να πεις κάτι, αρκεί να μη λες διαρκώς «ναι», εξάλλου η εξουσία φοβάται ακόμη και τις σκιές που γεννά η ίδια.

* Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Πηγή : documentonews.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου