Στον μεταπολεμικό καπιταλισμό η ίδια η οικογένεια μετατρέπεται σε έναν από τους πολλούς παράγοντες του risk management της καθημερινότητας
Του Αντόν Μιχαήλοβιτς *
Η οικογενειακή δομή ως αντανάκλαση της εξέλιξη των καπιταλιστικών σταδίων
Προφανώς ένα παιδί δεν μπορεί να ανατραφεί και να μεγαλώσει δίχως οικογένεια. Καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία υπήρξαν διάφοροι τύποι οικογενειών: η κοινότητα, η φατριά, η διευρυμένη οικογένεια, η πυρηνική, η μονογονεϊκή κλπ, αυτό όμως που χαρακτήρισε την εποχή που ακολούθησε της 2ης βιομηχανικής επαναστάσεως ήταν η καθιέρωση της πυρηνικής ως κυρίαρχου οικογενειακού μοντέλου στην αστικοποιημένη Ευρώπη, μέχρι και το τέλος του φορντικού καπιταλισμού (κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘70), αντικαθιστώντας την διευρυμένη οικογένεια, το ακριβώς προηγούμενο κυρίαρχο οικογενειακό μοντέλο. Το γιατί συνέβη αυτό δεν είναι αποτέλεσμα μίας νέας ατομικίστικης ιδεολογίας η οποία έκανε πέρα τον παππού και την γιαγιά, αλλά η αντανάκλαση της μεταβολής των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων στις κοινωνικές σχέσεις και συγκεκριμένα στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Στην προβιομηχανική Ευρώπη κύρια μονάδα παραγωγής και αναπαραγωγής της εργασίας ήταν το νοικοκυριό. Τα χωράφια δουλεύονταν συλλογικά και η οικονομική δραστηριότητα ήταν στενά συνδεδεμένη με την συγγένεια των μελών-χωρικών. Η ίδια οικογένεια δεν ήταν απλά ένας θεσμός στοργής και ανατροφής παιδιών, αλλά ένα εργαλείο συντονισμού της εργασίας, κληρονομιάς και επιβίωσης. Καθώς η κύρια παραγωγική δύναμη ήταν η καλλιέργεια της γης, η παραγωγή απαιτούσε εποχιακή και ευέλικτη εργασία, συνεργασία μεταξύ των γενεών και μετάδοση της γνώσης μέσω της καθημερινής πρακτικής. Τα ίδια τα παιδιά μετατρέπονταν ουσιαστικά σε παραγωγικά στοιχεία, ενώ οι υπερήλικες είτε βοηθούσαν στην παραγωγή, είτε στην συντήρηση του νοικοκυριού και στην ανατροφή των νεαρότερων μελών της οικογένειας. Η ανατροφή, η παραγωγή και η αναπαραγωγή ήταν τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα προβιομηχανικό σπιτικό λειτουργούσε ως μινιατούρα της προβιομηχανικής οικονομίας.
Οι βιομηχανικές επαναστάσεις όμως και ιδιαίτερα το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής ανέτρεψαν αυτή την συνθήκη. Ενώ παλαιότερα η εποχιακή και ρευστή οικογενειακή εργασία συντηρούσε όλα τα μέλη, πλέον με τα βίας συντηρεί το ανδρόγυνο και τα παιδιά τους. Οι βιομηχανικές επαναστάσεις προκάλεσαν ένα μαζικό ρεύμα μετακίνησης των πρώην χωρικών προς τα αστικά κέντρα, στεγάζοντάς τους σε μικρά σπίτια, κατάλληλα για ένα ανδρόγυνο και δύο με τρία παιδιά, εισάγοντας και έναν νέο καταμερισμό εργασίας βάσει φύλου: ο άνδρας στην παραγωγή, η γυναίκα στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Η μαζική βιομηχανική παραγωγή προσέφερε μακροχρόνια συμβόλαια εργασίας, ασφάλιση, σταθερή δουλειά και μισθό ικανό να καλύψει τις βασικές βιοτικές ανάγκες ενός μέσου σπιτικού τεσσάρων-πέντε μελών. Αυτό συντηρούσε μεν το ανδρόγυνο και τα παιδιά του, όχι όμως θείους, θείες, ξαδέρφια, παππούδες κλπ, οδηγώντας μακροπρόθεσμα στην παρακμή του προηγούμενου οικογενειακού μοντέλου. Το κεφάλαιο εξωτερικοποιούσε τα κόστη αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ενώ σταθεροποιούσε το εργατικό δυναμικό με σχετικά χαμηλό κόστος. Στην περίπτωση μιας διευρυμένης οικογένειας το κόστος αναπαραγωγής θα ήταν υψηλότερο.
Με λίγα λόγια, ο φορντισμός απαιτούσε αστικοποίηση, κινητικότητα και τυποποίηση της εργασίας, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να καλύψει η διευρυμένη οικογένεια με τους ευρείς δεσμούς συγγένειας και την μειωμένη κινητικότητα. Αργότερα, με την είσοδο των γυναικών στην βιομηχανική παραγωγή, η ανατροφή των παιδιών περνά στα χέρια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου μέσω αυτής απαγκιστρώθηκαν από την οικογένεια, μοιράζοντας την μόρφωσή τους μεταξύ αυτής και του κράτους, καλλιεργώντας την ιδεολογία του πολίτη που ήταν υπόλογος στο έθνος, όχι μόνο στο σόι του.
Αν αναρωτιέστε για ποιο λόγο ασχολούμαι με την εξέλιξη της οικογένειας αντί να μπω κατευθείαν στο ψητό η απάντηση είναι η εξής: καθώς ο φορντισμός καταρρέει την δεκαετία του ‘70 και αντικαθίσταται από τον μεταφορντισμό της τριτογενοποιημένης, ευέλικτης και επισφαλούς εργασίας, ο θεσμός της πυρηνικής οικογένειας βρίσκεται σε σοβαρή κρίση και προβλέπεται αντικατάσταση από άλλα μοντέλα. Ως εκ τούτου, μέσω αυτής της ιστορικής αναδρομής επιχειρώ να δείξω πόσο ευαίσθητες στην μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων – και φυσικά των παραγωγικών σχέσεων – είναι οι κοινωνικές σχέσεις, εν προκειμένω η οικογενειακή δομή.
Με την καθιέρωση της πυρηνικής οικογένειας, τον περιορισμό της οικογένειας από διψήφιο αριθμό μελών σε μονοψήφιο και την μεταβολή της έννοιας της από «σόι» σε «γονείς-παιδιά», καλλιεργείται αντίστοιχα και με πίεση από πλευράς γονέων προς τα παιδιά να «εγκαταλείψουν» το σπίτι με την ενηλικίωσή τους και να βρουν δικό τους, σχηματίζοντας και την δική τους οικογένεια. Αυτή η πίεση φυσικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία αντανάκλαση των υπάρχοντων υλικών συνθηκών στην σφαίρα των ιδεών, της κοινωνικής νόρμας. Καθώς ο βιομηχανικός μισθός όπως είπαμε, μπορούσε να συντηρήσει μόνο δύο ενήλικες και τα παιδιά, ήταν δεδομένο πως αυτά έπρεπε μετά την εφηβία να συντηρούν τους εαυτούς τους και την οικογένειά τους με την δική τους εργασία. Φυσικά δεν ήταν όλα τόσο απλά, καθώς για τα δεδομένα του 19ου αιώνα ή/και του 20ου η ενηλικίωση ήταν κοινωνικά αντιληπτή με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι σήμερα, τις περισσότερες φορές κιόλας τα κορίτσια παντρεύονταν από τα 15 ή τα 16, ενώ τα αγόρια παρέμεναν στην οικογένεια ακόμα και μετά τα 20 εώς ότου βρουν κάποια σύζυγο και ανοίξουν το δικό τους σπιτικό, ταυτόχρονα όμως εργάζονταν. Επιπλέον, ιδιαίτερα κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, συχνό φαινόμενο ήταν και η παιδική εργασία, συγκεκριμένα για τις πιο φτωχιές και πολυάριθμες οικογένειες. Αυτό φυσικά άλλαξε με πιο προοδευτικές νομοθεσίες και την θεσμοθέτηση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επίσημη είσοδο στον φορντικό καπιταλισμό.
Μία άλλη ίσως περίπτωση είναι αυτή της Ελλάδας. Καθώς η χώρα άργησε να εκβιομηχανιστεί λόγω της ιστορικής καθυστέρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των αιματηρών συγκρούσεων που ακολούθησαν του πολέμου ανεξαρτησίας και τον άκρως καθυστερημένο εκσυγχρονισμό της επαρχίας, πολλά προβιομηχανικά κατάλοιπα παρέμειναν στις κοινωνικές σχέσεις μέχρι και το ‘60-’70, π.χ. η συλλογική οικογενειακή εργασία, η προίκα κλπ. Ως εκ τούτου θα εστιάσουμε περισσότερο στην δυτική Ευρώπη και λιγότερο στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι πριν την σύγχρονη εποχή.
Η μεταπολεμική πραγματικότητα
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η συμφωνία της Γιάλτας και οι νικηφόροι αντι-αποικιακοί αγώνες άρχισαν να μεταβάλουν την μορφή του καπιταλισμού και την οργάνωση της παραγωγής στα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Οι πολιτικές πιέσεις για οικονομικές και πολιτικές παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, το ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα έφεραν μεγάλες νίκες μεν, αλλά και προσαρμογή των δυτικών κρατών στη νέα συνθήκη. Το ανερχόμενο κόστος παραγωγής οδήγησε σε μία σταδιακή αποβιομηχανοποίηση με την μεταφορά εργοστασιακών μονάδων στον τρίτο κόσμο, σε χώρες όπου χαρακτηρίζονταν από ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, συνδικαλιστικού κινήματος και μέχρι τότε παρέμεναν υποανάπτυκτες και αγροτικές οικονομίες, κάνοντας το κόστος παραγωγής πολύ πιο φθηνό. Η εξωγενής ανάπτυξη παραγωγικών δυνάμεων ανέτρεψε τις παλαιές παραγωγικές σχέσεις, μετατρέποντας πρώην φυλάρχους και δεσποτάδες σε νυν κομπραδόρους αστούς οι οποίοι κερδοσκοπούσαν πάνω στην συνεργασία με το δυτικό κεφάλαιο. Οι σχέσεις διανομής έγιναν πολύ πιο άνισες από πριν, εξαθλιώνοντας το νεοσύστατο προλεταριάτο, κάτι που εκφράστηκε πολιτικά ως αντίθεση με την εμφάνιση διαφόρων προοδευτικών αντι-ιμπεριαλιστικών κινήματων (π.χ. Νασσερισμός) ή και σοσιαλιστικών λόγω της επιρροής από ΕΣΣΔ και Κίνα.
Αυτές οι αλλαγές όμως δεν περιορίστηκαν μόνο στον τρίτο κόσμο. Η σταδιακή αποβιομηχανοποίηση της Ευρώπης ως αποτέλεσμα του κορεσμού των εσωτερικών αγορών λόγω μονοπωλίων και της ταυτόχρονης πίεσης που άσκησαν τα πανίσχυρα βιομηχανικά συνδικαλιστικά κινήματα αλλά και οι νικηφόροι αντιαποικιακοί αγώνες, συνοδεύτηκε από στασιμοπληθωρισμό, ύφεση και πλέον δομική, όχι κυκλική ανεργία. Τα παλαιά βιομηχανικά κέντρα (Ρουρ, Βαλλονία, Βόρεια Αγγλία) κατέρρευσαν και μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις μετατράπηκαν σε κέντρα μεταβιομηχανικής ανάπτυξης. Νέοι κλάδοι όπως η πληροφορική, η εξυπηρέτηση πελατών, οι μεταφορές, τα ΜΜΕ, έφεραν ραγδαία ανάπτυξη στην ευρωπαϊκή ήπειρο και συνδυαστικά με την μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής στο εξωτερικό αλλά και την αυτοματοποίηση έφεραν ραγδαία ανάπτυξη στις μητροπόλεις της Γηραιάς Ηπείρου. Ραγδαία ανάπτυξη, αλλά άνιση. Η ταξική έκφραση αυτού ήταν μία παρακμή του παραδοσιακού βιομηχανικού προλεταριάτου και η σταδιακή αντικατάστασή του από ένα τριτογενοποιημένο προλεταριάτο, η άνοδος μιας νέας εργατικής αριστοκρατίας «μανατζεραίων» και από τους μακροχρόνια ανέργους. Αντίστοιχα, οι νέες οξυμένες ταξικές ανισότητες φάνηκαν και στην νέα χωροταξία των πόλεων, στην ανάπτυξη υποβαθμισμένων φτωχογειτονιών, γκέττο, υπερπολυτελών προαστίων αλλά και υπερανεπτυγμένων «φαντεζί» κέντρων των πόλεων, ουσιαστικά μεγάλης χωρητικότητας εμπορικά κέντρα, τουριστικά θέρετρα και προσωρινές στάσεις και παύσεις μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.
Δεδομένου ότι η νέα συνθήκη έφερε πολλές νέες αντιθέσεις, ικανές να προκαλέσουν νέες και σοβαρές αναταραχές στα ευρωπαϊκά κέντρα -και σε έναν βαθμό το έκαναν-, η ανάγκη ανάκτησης της παγκόσμιας αστικής πρωτοκαθεδρίας και περαιτέρω αύξησης των κερδών έπρεπε να εκφραστεί ιδεολογικά και με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσει διχασμό εντός του νέου, αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ζυμωμένου προλεταριάτου και να το παραλύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά κατά της εξαθλίωσής του και του υπαίτιου αυτής. Ίσως εκεί εντοπίζεται και η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού, μιας ιδεολογίας η οποία δεν εξυπηρετούσε κανέναν άλλο σκοπό παρά την ιδεολογική νομιμοποίηση της αναδιάρθρωσης του δυτικού καπιταλισμού και της εξαθλίωσης των εργατικών μαζών.
Παρουσιάζοντας το κράτος ως «ένα εμπόδιο στον δρόμο των αγορών και της ανάπτυξης», τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος ως «αποπαρασίτωση της κοινωνίας», τις ιδιωτικοποιήσεις και την απορύθμιση των αγορών ως «αποτελεσματικότητα και ελευθερία», τον ατομικισμό και την κοινωνική εσωστρέφεια ως «ατομικό αγώνα για αυτοπραγμάτωση» κατόρθωσε μακροπρόθεσμα να κάνει ρουά-ματ στην σκακιέρα του διαίρει και βασίλευε της ταξικής πάλης. Μετατράπηκε έτσι στην καλύτερα αναπτυγμένη ιδεολογική γλώσσα του μεταφορντισμού, της αντεπίθεσης της αστικής τάξης στο εσωτερικό αλλά και οργάνωση μιας πιο μεγάλης ιμπεριαλιστικής αντεπίθεσης κατά του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, πρώτη φάση της οποίας όπως είπαμε ήταν η παράλυση του «εσωτερικού εχθρού».
Η τεκνοποίηση στον μεταφορντισμό
Προχωρώντας όμως στο ζήτημα της οικογένειας και εφόσον έχουμε εξηγήσει τις μεταβολές των υλικών συνθηκών κατά την πρώιμη μεταφορντική περίοδο, ας κάνουμε μία σύνοψη του τι επικρατούσε στον φορντισμό ώστε να γίνει ξεκάθαρη η διαφορά. Μέχρι και το ‘70 η δυτική Ευρώπη χαρακτηρίζονταν από σταθερή – μακροπρόθεσμη εργασία, προσιτή οικονομικά στέγαση, ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η συνθήκη της εποχής επέτρεπε πρόωρο γάμο, με την πυρηνική οικογένεια να είναι ο πυλώνας του εθνικού καπιταλισμού και τα παιδιά να απολαμβάνουν την στήριξη του κοινωνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο κεϋνσιανός συντηρισμός – το τονίζω αυτό γιατί ο νεοφιλελεύθερος συντηρητισμός πήρε άλλο δρόμο – της εποχής εστίαζε τόσο πολύ στις παραδοσιακές αξίες, κάτι που αργότερα τον έκανε πολέμιο της νέας κουλτούρας (πανκ, σεξουαλική απελευθέρωση, καταναλωτισμός κλπ) και τον μετέτρεψε σε βαρίδιο μιας νομοτελειακής ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού των 80’s. Όμως με το πάγωμα μισθών, την εμπορευματοποίηση της κατοικίας, τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος και φυσικά την επισφαλή εργασία του μεταφορντισμού, είναι πλέον δεδομένη μια μακροπρόθεσμη μεταβολή του οικογενειακού μοντέλου, ασχέτως αν ο συντηρητισμός, κόντρα στην ροή της ιστορίας, προσπαθεί να το διατηρήσει με νύχια και με δόντια. Η γενιά του ύστερου ‘70 και ειδικά του ‘80, έμελλε να ‘ναι μία από τις πρώτες γενιές που θα καθυστερεί να φύγει από το σπίτι της, που θα καθυστερήσει να τεκνοποιήσει ή δεν θα τεκνοποιήσει καθόλου λόγω στρες, μειωμένου χρόνου και απολαβών και αβεβαιότητας για το μέλλον. Η ίδια η οικογένεια μετατρέπεται σε έναν από τους πολλούς παράγοντες του risk management της καθημερινότητας, ενώ η τεκνοθεσία σε ένα μακροπρόθεσμο οικονομικό στοίχημα εντός της βραχυπρόθεσμης αγοράς εργασίας.
Παρά το γεγονός ότι η είσοδος της γυναίκας στην παραγωγή εντοπίζεται πολύ νωρίτερα, πλέον αρχίζει να γίνεται δομική. Ο ρόλος της νοικοκυράς αρχίζει να παρακμάζει εώς ότου τείνει προς εξάλειψη και αντικαθίσταται από έναν πιο μοιρασμένο καταμερισμό της εργασίας, δίχως φυσικά αυτό να καταργεί υπερφόρτωση υποχρεώσεων στις γυναίκες, ένα ιδεολογικό κατάλοιπο περασμένων εποχών το οποίο διατηρείται εώς και σήμερα, φυσικά σε πιο περιορισμένο βαθμό.
Η ίδια η τριγενοποιημένη εργασία γεννά και νέες υποχρεώσεις σε μαζική κλίμακα. Η υπερωρία, τα κυλιόμενα ωράρια, το dressing-code, η εταιρική συμπεριφορά, ο ανταγωνισμός για προαγωγή, καλλιεργούν μία άνευ προηγουμένου πίεση η οποία δημιουργεί προβλήματα ακόμα και για την εργατική αριστοκρατία των υψηλότερων απολαβών. Επιπλέον, η δουλειά ακολουθεί τους πάντες παντού. Στο σπίτι, στην καφετέρια, στο μπαρ, στις διακοπές. Αν και αυτό επιταχύνθηκε με την εξέλιξη της κινητής τηλεφωνίας -κάτι που θα συζητήσουμε στο δεύτερο μέρος του άρθρου όπου θα εστιάσουμε στον ψηφιακό καπιταλισμό- δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο ένα τηλέφωνο στο σπίτι από τον εργοδότη για πρόωρη άφιξη στην εργασία, ή για έκτακτη βάρδια, ή αντίστοιχα για κάποιο πρόβλημα που προέκυψε. Αντίστοιχα, για επαγγέλματα όπως πωλητές και μαρκετίστες, πολύ συχνά ήταν και τα meetings εκτός ωραρίου καθώς δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τονίζω αυτό το σημείο καθώς είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι δεν είναι απόροια κάποιας ανολοκλήρωτης βελτιστοποίησης του καπιταλισμού ή τσιγκουνιάς των εργοδοτών, αλλά νομοτελειακή ανάγκη. Όταν η δομική ανεργία αντιμετωπίζεται ως εκβιασμός κατά της εργατικής τάξης για να παραμείνει ανοργάνωτη και να μην ζητά αυξήσεις μισθών και οι επιπλέον προσλήψεις δημιουργούν ζητήματα αυξημένου κόστους, είναι λογικό ότι όλο το βάρος θα πέσει στους υπάρχοντες εργάτες πιέζοντάς τους ακόμα περισσότερο, πάντα υπό την απειλή της ανεργίας και της μη-εναλλακτικής. Βέβαια, αυτή η πίεση εκφράζεται στις κοινωνικές σχέσεις, στην αποξένωση, κάτι που προκαλεί μακροπρόθεσμα burn-outs και μειωμένη παραγωγικότητα, ενώ η μειωμένη τεκνοποίηση προκαλεί δημογραφικά προβλήματα και σοβαρά θέματα στην ανακύκλωση της εργατικής τάξης. Αργότερα, αυτή η αντίφαση επιχειρήθηκε να λυθεί μέσω της μετανάστευσης, δημιουργώντας όμως μια άλλη αντίφαση για την οποία θα μιλήσουμε στο δεύτερο μέρος του άρθρου. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς δίχως να προκληθούν ζητήματα μειωμένου κέρδους, όμως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήρθε ο μεταφορντισμός, αντικαθιστώντας τον φορντισμό. Να κι άλλη μία αντίφαση που ανακαλύψαμε χάρη στην ροή της ανάλυσης και των επιχειρημάτων! Δεν έχει λοιπόν νόημα να αναρωτιόμαστε για ποιο λόγο οι αστοί δεν προσπαθούν να επιλύσουν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, γιατί πολύ απλά η επίλυση μιας αντίφασης δημιουργεί μία άλλη ή και περισσότερες λόγω της δυναμικής της πραγματικότητας που ζούμε.
Καθώς λοιπόν διανύουμε την δεκαετία του ‘80 και ‘90, το μοντέλο της οικογένειας μεταβάλλεται και η τεκνοποίηση γίνεται πολυτέλεια, αρχίζει και η ιδεολογική νομιμοποίηση της νέας συνθήκης, όχι μόνο μέσω του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και μέσω διάφορων νέων ρευμάτων σκέψης αλλά και αντιλήψεων, τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως μακρινούς συγγενείς τους, αν φυσικά λάβουμε υπόψιν τον κοινό ενοποιό παράγοντα του ατομικισμού. Το carpe diem, ο καριερισμός, η αυτοπραγμάτωση μέσω ατομικών επιλογών, αλλά και διάφορα μεταμοντέρνα ιδεολογικά ρεύματα που εστίασαν υπερβολικά πολύ στην κοινωνική ταυτότητα και στο ερώτημα «ποιος/α είσαι;» έναντι του «ποια η θέση σου στην παραγωγή;» δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να αναπαράγουν την υπάρχουσα ιδεολογία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είτε με τον σκληρό εταιρικό νεοφιλελευθερισμό, είτε με τον εναλλακτικό lifestyle αριστερισμό. Και οι δύο δρόμοι όμως ουσιαστικά κατέληγαν στον ίδιο προορισμό: στην ατομική αυτοπραγμάτωση μέσω προσωπικών επιλογών.
Είναι σημαντικό να αναφέρω εδώ ότι η κριτική στον μεταμοντερνισμό δεν γίνεται από κάποια συντηρητική σκοπιά. Δεν με ενδιαφέρουν οι πολεμικές του κατά της πυρηνικής οικογένειας από θέση αρχής, αλλά επιχειρώ να εντοπίσω το τι ρόλο επιτελούν αυτές οι κριτικές που περιστρέφονται γύρω από έναν ατομικίστικο κοινωνικό φιλελευθερισμό, ο οποίος κιόλας αργότερα αφομοιώθηκε από τα φιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά και ευρωκομμουνιστικά κόμματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Υπό μία άλλη οπτική, έχει ενδιαφέρον ότι η ιδεολογία δεν αναπτύσσεται μονομερώς από τα πάνω, αλλά ακολουθεί μία πιο δυναμική πορεία, πολλές φορές εκφραζόμενη και από τα κάτω σε τέτοιο επίπεδο πίεσης ώστε ενσωματώνεται εντός των υπάρχοντων συνθηκών (π.χ. τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων ως DEI εντός της παραγωγής αλλά και της πολιτικής).
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου επιχείρησα να καλύψω μία μεγάλη ιστορική πορεία από την προβιομηχανική Ευρώπη εώς την δεκαετία του ‘80, τα ιστορικά στάδια του καπιταλισμού, την οργάνωση της παραγωγής και τις επιδράσεις της στις κοινωνικές σχέσεις, συγκεκριμένα στην οικογενειακή δομή και στην τεκνοποίηση. Επειδή βέβαια μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί να σταθεί δίχως να μελετά τις υλικές συνθήκες τις εκάστοτε εποχές, τις μεταβολές στις παραγωγικές δυνάμεις και στην ιδεολογία, προσπάθησα όσο καλύτερα μπορούσα να κάνω κατανοητό ότι τέτοιες πολυεπίπεδες μεταβολές εξαρτώνται από πολλαπλούς παράγοντες και πολλές φορές εμφανίζονται μακροπρόθεσμα, προκαλώντας μία σύγχυση στις αιτίες πρόκλησής τους, ενώ ο κυρίαρχος λόγος – επιτηδευμένα -ρίχνει λάδι στην φωτιά αυτής της σύγχυσης για λόγους διαίρει και βασίλευε.
Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου θα δούμε πιο αναλυτικά το τι συμβαίνει στον δυτικό ψηφιακό καπιταλισμό του σήμερα, στατιστικά στοιχεία περί της εξέλιξης της οικογενειακής δομής και των ποσοτιαίων μεταβολών στην τεκνοποίηση και φυσικά στο πως ο δυτικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να καλλιεργήσει αυτή την ιδεολογία σε τρίτες χώρες παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως στρατηγικό σύμμαχο αυτών των φιλελεύθερων μεσοστρωμάτων που τις υιοθετούν και καλλιεργώντας μυστικοποιημένες αντιθέσεις μεταξύ ιμπεριαλιστικού σοσιαλφιλελευθερισμού και συντηρητικού αντι-ιμπεριαλισμού, κάνοντας την σύγχυση ακόμα μεγαλύτερη, αλλά ίσως αρκετά αποτελεσματική για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδίου.
Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου θα δούμε πιο αναλυτικά το τι συμβαίνει στον δυτικό ψηφιακό καπιταλισμό του σήμερα, στατιστικά στοιχεία περί της εξέλιξης της οικογενειακής δομής και των ποσοτιαίων μεταβολών στην τεκνοποίηση και φυσικά στο πως ο δυτικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί να καλλιεργήσει αυτή την ιδεολογία σε τρίτες χώρες παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως στρατηγικό σύμμαχο αυτών των φιλελεύθερων μεσοστρωμάτων που τις υιοθετούν και καλλιεργώντας μυστικοποιημένες αντιθέσεις μεταξύ ιμπεριαλιστικού σοσιαλφιλελευθερισμού και συντηρητικού αντι-ιμπεριαλισμού, κάνοντας την σύγχυση ακόμα μεγαλύτερη, αλλά ίσως αρκετά αποτελεσματική για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδίου.
* Αντόν Μιχαήλοβιτς, Eργαζόμενος, πρώην εποχιακός για χρόνια (πώς άντεξε;). Ασχολείται με θέματα τεχνολογίας, πολιτικής και οικονομίας. Σημαία του η ελεύθερη ενημέρωση/αντιπληροφόρηση και χόμπυ του η κηπουρική και το να διαπληκτίζεται σε συνελεύσεις. Γράφει λίγο (όχι πολύ) χύμα γενικά, αλλά προσπαθεί να το βελτιώσει.
Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου