Η «Εθνική Παλιγγενεσία» του 1981


Όλο αυτό το αφήγημα περί ιστορίας, πατρίδας και εθνικής συνέχειας δεν είναι βίωμα. Δεν είναι γνώση. Είναι ρόλος.

Θα μπορούσε να ήταν μία απρόσμενη, αμήχανη στιγμή – από αυτές που συμβαίνουν συχνά σε πολιτικούς μπροστά στις κάμερες. Μία κακή διατύπωση, ένα μπέρδεμα της στιγμής, κάτι που θα περνούσε και θα ξεχνιόταν. Αλλά η γκάφα του Κωνσταντίνου Τασούλα σε πανελλήνια μετάδοση δεν ήταν ακριβώς αυτό.
 
***Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανήμερα της 25ης Μαρτίου, δεν έχει να αντιμετωπίσει απρόβλεπτες καταστάσεις. Το πρόγραμμά του είναι συγκεκριμένο, επαναλαμβανόμενο και απολύτως προβλέψιμο: Δοξολογία στη Μητρόπολη, κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, παρουσία στην παρέλαση και, στο τέλος, δηλώσεις σε απευθείας μετάδοση. Δεν υπάρχει αιφνιδιασμός. Υπάρχει μόνο προετοιμασία. Και μάλιστα άφθονη, αφού οι υποχρεώσεις του θεσμικού του ρόλου τις προηγούμενες ημέρες είναι περιορισμένες.

Καλά ως εδώ;
 
* Πάμε παρακάτω. Ο ίδιος άνθρωπος, ως βουλευτής και – να μου επιτραπεί ο όρος – ως ένα ιδιότυπα «εξωθεσμικό» στήριγμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, έχει μάθει να κινείται με όρους μιντιακής υπεροπλίας. Να ελέγχει το πλαίσιο, να καθορίζει τον ρυθμό, να επιβάλλει την αφήγηση. «Να το πω από την αρχή;» ρώτησε τους δημοσιογράφους και τους οπερατέρ, σαν να μην επρόκειτο για ζωντανή μετάδοση, σαν να μπορούσε να επαναλάβει τη στιγμή μέχρι να του «κάτσει» σωστά. Σαν να ήταν ένα ακόμα τηλεοπτικό απόσπασμα που μπορεί να κοπεί και να ραφτεί.

Σαν να ήταν η ΕΡΤ δικό του εργαλείο. 

* Αλλά το ζήτημα δεν είναι καν αυτό.

Το ζήτημα είναι ότι ο Κωνσταντίνος Τασούλας δεν εμφανίζεται πρώτη φορά να αντιμετωπίζει την ιστορία εργαλειακά. Το 2017, από το βήμα της Βουλής, ως αυτόκλητος θεματοφύλακας του Έθνους και της Δημοκρατίας – παιδί του Αβέρωφ γαρ – είχε σπεύσει να απορρίψει την άποψη ότι ο Νίκος Μπελογιάννης αγωνίστηκε για τη Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι η επιδίωξη κομμουνιστικής δικτατορίας δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατική πράξη. 

* Χρόνια μετά, ο ίδιος άνθρωπος στέκεται μπροστά στις κάμερες για να μιλήσει για την Ελληνική Επανάσταση, για τους προγόνους, για τους αγώνες, για το Έθνος. Φοράει το κατάλληλο ύφος, τις κατάλληλες λέξεις, την αναμενόμενη σοβαρότητα.

Και όμως, τα κάνει μαντάρα.

Όχι επειδή μπέρδεψε ημερομηνίες και είπε 1981 αντί για 1821. Όχι επειδή ζήτησε να ξαναρχίσει. Τα κάνει μαντάρα γιατί, για άλλη μία φορά, αποδεικνύεται ότι όλο αυτό το αφήγημα περί ιστορίας, πατρίδας και εθνικής συνέχειας δεν είναι βίωμα. Δεν είναι γνώση. Δεν είναι καν ουσιαστική πίστη.

Είναι ρόλος. 

* Ένας ρόλος που πρέπει να παιχτεί δημόσια – σε μια παρέα, σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, σε μια ζωντανή δήλωση. Ένας ρόλος που λειτουργεί ως σήμα αναγνώρισης προς το ακροατήριο: «Είμαι εδώ, είμαι δικός σας, παραμένω εθνικόφρων».

Και κάπου εκεί, η γκάφα παύει να είναι γκάφα. Γίνεται αποκάλυψη. 

* Είναι σαν να παρακολουθείς τους χιλιάδες χρήστες στο Χ που πλημμυρίζουν από εθνική περηφάνια για οτιδήποτε συνδέεται – άμεσα ή έμμεσα – με την (αρχαία) Ελλάδα, αλλά αδυνατούν να βάλουν πέντε λέξεις στη σωστή σειρά. Που επικαλούνται την ιστορία, χωρίς να τη γνωρίζουν. Που μιλούν για κληρονομιά, χωρίς να μπορούν να τη σηκώσουν.

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για έναν ανώνυμο λογαριασμό.

Πρόκειται για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 

* Και αυτό δεν είναι απλώς αστείο ή θλιβερό. Είναι πολιτικό σύμπτωμα. Δείχνει πόσο επιφανειακά και ενίοτε κυνικά χρησιμοποιούνται οι πιο «βαριές» λέξεις αυτού του τόπου. Όχι ως πεδίο γνώσης ή ευθύνης, αλλά ως εργαλείο ταύτισης και επιβεβαίωσης.

Κάπως έτσι, η ιστορία μετατρέπεται σε σκηνικό. Η πατρίδα σε ρητορικό σχήμα και ο πατριωτισμός σε ατάκα για ζωντανή μετάδοση.

η ΝΤΑΜΑ

Πηγή: documentonews.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου