Ακίνητα: Η δεύτερη αγελάδα

Ιστορίες καθημερινής μικροοικονομικής ανισορροπίας

Του Μιχάλη Χαιρετάκη

Πρώτα ήταν το αυτοκίνητο. Η πρώτη μεγάλη αγελάδα. Το αγοράζεις, το ασφαλίζεις, πληρώνεις τέλη κυκλοφορίας, διόδια, service, ΚΤΕΟ, πρόστιμα, και μετά πας στο πρατήριο για να πληρώσεις καύσιμο που δεν είναι απλώς καύσιμο αλλά φορολογικό κοκτέιλ: στην αμόλυβδη ο ειδικός φόρος κατανάλωσης είναι 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 0,70 ευρώ το λίτρο, πριν καν προστεθούν τα υπόλοιπα βάρη και ο ΦΠΑ. Το κράτος δεν φορολογεί μόνο τη μετακίνηση. Φορολογεί την ανάγκη να πας στη δουλειά σου.

Τώρα ήρθε η δεύτερη αγελάδα: το ακίνητο.

Kαι εδώ το πράγμα είναι πιο βαρύ, γιατί χωρίς αυτοκίνητο μπορείς κάπως να ζήσεις. Χώρις σπίτι όχι. Το σπίτι δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι επενδυτικό προϊόν σε παρουσίαση PowerPoint. Δεν είναι στήλη σε Excel. Είναι το μέρος όπου κοιμάται ένας άνθρωπος, μεγαλώνει ένα παιδί, πλένει τα ρούχα του, κλείνει την πόρτα και λέει «εδώ είμαι ασφαλής». Όταν λοιπόν αυτή η ανάγκη μετατρέπεται σε μηχανή απόδοσης, τότε δεν έχουμε απλώς αγορά. Έχουμε κοινωνικό στύψιμο.

Η Ελλάδα ήδη πληρώνει βαρύ τίμημα. Το 2024 είχε το υψηλότερο ποσοστό υπερεπιβάρυνσης κόστους στέγασης στην Ε.Ε.: 28,9% των ανθρώπων ζούσαν σε νοικοκυριά που ξόδευαν τουλάχιστον 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Δηλαδή δεν μιλάμε για γκρίνια. Μιλάμε για ανθρώπους που δουλεύουν και παρ’ όλα αυτά το σπίτι τους τρώει το μισό οξυγόνο.

Οι τιμές δεν ανέβηκαν επειδή ξαφνικά τα ελληνικά σπίτια του 1950 και 1960 έγιναν ελβετικά σαλέ. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε αύξηση τιμών διαμερισμάτων 7,7% στο γ΄ τρίμηνο του 2025, με τα παλαιά διαμερίσματα να ανεβαίνουν 8,5%. Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο αστείο: παλιά, κουρασμένα, συχνά κακοσυντηρημένα ακίνητα βαφτίζονται «επενδυτικές ευκαιρίες». Μπαίνει ένα laminate, δύο μαύρες βρύσες, τρεις φωτογραφίες με ευρυγώνιο φακό, και το υπόγειο του 1960 παρουσιάζεται σαν αστική φωλιά υψηλής αισθητικής.

Η ανακαίνιση έγινε το νέο ξέπλυμα της παλαιότητας. Όχι πάντα, φυσικά. Υπάρχουν σοβαροί ιδιοκτήτες που βάζουν χρήματα, δουλειά και ευθύνη. Αλλά υπάρχει και η άλλη σχολή: λίγο γυψοσανίδα, λίγο γκρι πλακάκι, λίγο «minimal», και μετά ζητάμε ενοίκιο σαν να παραδίδουμε κλειδιά στο Μανχάταν. Το ακίνητο παραμένει σαράβαλο από πίσω, αλλά η αγγελία φοράει κοστούμι μάρκετινγκ.

Και μετά έρχονται οι μηχανισμοί που κρατούν τη φωτιά αναμμένη.

Η Golden Visa έφερε στην αγορά αγοραστές που δεν λειτουργούν με τους μισθούς της ελληνικής κοινωνίας. Όταν μια αγορά κατοικίας ανοίγει σε διεθνές επενδυτικό χρήμα, οι τιμές δεν μετριούνται πλέον με βάση το τι αντέχει ο δάσκαλος, ο νοσηλευτής, ο υπάλληλος, ο νέος εργαζόμενος. Μετριούνται με βάση το τι αντέχει κάποιος που αγοράζει άδεια παραμονής μαζί με τετραγωνικά. Τα όρια άλλαξαν με τον Ν. 5100/2024, με ζώνες υψηλότερων απαιτήσεων όπως 400.000 και 800.000 ευρώ, αλλά η ουσία παραμένει: το σπίτι μπήκε επίσημα στο γεωπολιτικό σούπερ μάρκετ.

Δίπλα σε αυτό μπαίνουν τα επιδόματα. Το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα φτάνει, υπό προϋποθέσεις, τα 1.500, 2.000 ή και 2.500 ευρώ σε περιπτώσεις συγκατοίκησης εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα, μέτρα όπως η επιστροφή ενοικίου, που αντιστοιχεί στο 1/12 του δηλωμένου ενοικίου με ανώτατο όριο τα 800 ευρώ για κύρια ή φοιτητική κατοικία, στα χαρτιά παρουσιάζονται ως κοινωνική πολιτική. Στην πράξη, όταν δεν αυξάνεις την προσφορά κατοικιών, ρίχνεις δημόσιο χρήμα μέσα σε μια στενή αγορά και συχνά απλώς βοηθάς την τιμή να ανέβει λίγο παραπάνω.

Δεν φταίει ο φοιτητής. Δεν φταίει η οικογένεια που παίρνει επίδομα. Δεν φταίει ο άνθρωπος που ψάχνει μια ανάσα. Το πρόβλημα είναι πολιτικό: όταν το κράτος δεν χτίζει, δεν ελέγχει, δεν ρυθμίζει σοβαρά, δεν βγάζει κλειστά σπίτια στην αγορά και απλώς μοιράζει κουπόνια, τότε το επίδομα γίνεται πολλές φορές έμμεση επιδότηση του υψηλού ενοικίου.

Το ίδιο ισχύει και με τα προγράμματα στέγασης προσφύγων και μεταναστών. Προγράμματα όπως το ESTIA παρείχαν στέγαση σε διαμερίσματα, μονοκατοικίες και άλλες κατοικίες, ενώ το HELIOS είχε ως στόχο την υποστήριξη της αυτόνομης διαβίωσης δικαιούχων διεθνούς και προσωρινής προστασίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ο εχθρός. Ο εχθρός είναι η πολιτική υποκρισία που προσθέτει ζήτηση στην ήδη πιεσμένη αγορά χωρίς να εξασφαλίζει αρκετή προσφορά. Και μετά αφήνει τους φτωχούς να κοιτάζονται μεταξύ τους με καχυποψία, ενώ από πάνω κάποιοι μετράνε αποδόσεις.

Έπειτα είναι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις. Το Airbnb δεν είναι απλώς τουρισμός. Είναι μηχανισμός μετατροπής γειτονιάς σε ξενοδοχείο χωρίς ρεσεψιόν. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παγώσει νέες άδειες βραχυχρόνιας μίσθωσης σε κεντρικές περιοχές της Αθήνας από το 2025 λόγω στεγαστικής πίεσης, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να δώσει κίνητρα επιστροφής κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση. Όταν χρειάζεται πάγωμα, σημαίνει ότι η αγορά δεν αυτορυθμίστηκε. Έγινε λαιμαργία με Wi-Fi.

Υπάρχουν και τα ακίνητα των τραπεζών, των funds και των servicers. Δηλαδή σπίτια που κάποτε ήταν οικογενειακές κατοικίες, πέρασαν μέσα από κρίση, δάνεια, πλειστηριασμούς, ισολογισμούς, πακέτα, χαρτοφυλάκια. Το 2026 ενεργοποιήθηκε μέτρο διπλού ΕΝΦΙΑ για κλειστές κατοικίες που κρατούν τράπεζες, funds και servicers, με στόχο να πιεστούν να τις διαθέσουν στην αγορά. Το ερώτημα είναι απλό: πόσα χρόνια έπρεπε να περάσουν για να παραδεχθεί το σύστημα ότι τα κλειστά σπίτια, όταν λείπουν σπίτια, δεν είναι απλώς περιουσιακό στοιχείο; Είναι κοινωνική πρόκληση.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο ιδιοκτήτης φορτώνεται και αυτός με βάρη: ΕΝΦΙΑ, δημοτικά τέλη, φόρους, συντηρήσεις, ασφαλιστικές υποχρεώσεις, ενεργειακές απαιτήσεις. Τώρα συζητείται και νέο τέλος τύπου δημοτικού ΕΝΦΙΑ μέσω του Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης, που σύμφωνα με δημοσιεύματα θα αντικαθιστά ή θα απορροφά υφιστάμενες δημοτικές επιβαρύνσεις, αλλά μπορεί να αυξήσει το κόστος για ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα. Αυτά συχνά περνούν στο ενοίκιο. Όχι πάντα δίκαια, όχι πάντα αναλογικά, αλλά περνούν. Γιατί στην Ελλάδα κάθε φόρος που μπαίνει στην πλάτη του ιδιοκτήτη καταλήγει πολύ συχνά στον λαιμό του ενοικιαστή.

Όμως ας μη λέμε μόνο το μισό παραμύθι.

Ναι, υπάρχουν ιδιοκτήτες που πιέζονται. Υπάρχουν άνθρωποι με ένα μικρό σπίτι που προσπαθούν να συμπληρώσουν μια σύνταξη. Υπάρχουν ακίνητα που θέλουν λεφτά για να σταθούν όρθια. Υπάρχουν κακοπληρωτές, ζημιές, δικαστήρια, ρίσκο. Αυτά είναι πραγματικά.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Αυτοί που αγόρασαν κοψοχρονιά μέσα στην κρίση, όταν ο άλλος πουλούσε όχι επειδή ήθελε, αλλά επειδή πνιγόταν. Αυτοί που μάζεψαν διαμερίσματα σαν μάρκες σε τραπέζι καζίνο. Αυτοί που έχουν πέντε, δέκα, είκοσι ακίνητα και μιλούν για «παθητικό εισόδημα» λες και η παθητικότητα είναι αρετή όταν ο άλλος δουλεύει για να τους πληρώνει το δάνειο.

Υπάρχουν οι υπενοικιαστές, οι αεριτζήδες της κατοικίας. Νοικιάζουν από έναν ιδιοκτήτη, ξανανοικιάζουν ακριβότερα, τεμαχίζουν διαμερίσματα σε δωμάτια, στήνουν δήθεν επιχειρηματικά μοντέλα πάνω σε ανάγκες. Δεν παράγουν σπίτι. Δεν φτιάχνουν κατοικία. Δεν χτίζουν τίποτα. Απλώς στέκονται ανάμεσα στον άνθρωπο και στο κλειδί, σαν μεσάζοντες μάσκας οξυγόνου.

Και υπάρχει και η πιο πικρή κατηγορία: ο μικρός άνθρωπος που ξέχασε πολύ γρήγορα ότι ήταν μικρός

Αυτός που κληρονόμησε ένα, δύο, τρία σπίτια. Αυτός που, μέχρι το 2015, ίσως ήταν και ο ίδιος στριμωγμένος, αγανακτισμένος, φοβισμένος. Αυτός που, όταν ήρθε η κρίση, ήταν στις ίδιες συγκεντρώσεις, συναγωνιστής με εκείνον που δεν είχε ούτε ένα τετραγωνικό γης περιουσία. Σήμερα, όμως, επειδή βρέθηκε με ένα έξτρα ακίνητο, πατάει στον λαιμό κάποιον που βρίσκεται εκεί που ήταν ο ίδιος πριν λίγα χρόνια, ξεχνώντας την παλιά δυστυχία του. Αντί να βλέπει το ενοίκιο ως επικουρικό εισόδημα, το βλέπει ως ευκαιρία εκδίκησης της ζωής. «Αφού μπορώ να πάρω 700, γιατί να πάρω 500;»

Γιατί ο άλλος δεν είναι ΑΤΜ. Γι’ αυτό.

Το χειρότερο δεν είναι ότι υπάρχουν πλούσιοι που φέρονται σαν πλούσιοι. Το χειρότερο είναι ότι υπάρχουν πρώην φτωχοί που, μόλις βρήκαν ένα μικρό πλεονέκτημα, υιοθέτησαν αμέσως την ηθική του εισοδηματία. Όχι όλοι. Αλλά αρκετοί ώστε η αγορά να μυρίζει όχι μόνο ακρίβεια, αλλά και κοινωνική προδοσία.

Κάπως έτσι το ακίνητο έγινε η δεύτερη αγελάδα. Το κράτος την αρμέγει με φόρους. Οι δήμοι ετοιμάζονται να την αρμέξουν με νέα τέλη. Οι τράπεζες την αρμέγουν με χαρτοφυλάκια. Τα funds με αποδόσεις. Οι πλατφόρμες με προμήθειες. Οι μεσίτες με ποσοστά. Οι εργολάβοι με «αναβαθμίσεις». Οι επενδυτές με Golden Visa. Οι επιτήδειοι με υπενοικιάσεις. Και στο τέλος, κάτω από την αγελάδα, με το κουβά στο κεφάλι, στέκεται ο ενοικιαστής.

Ο ενοικιαστής δεν ζητά χάρη. Ζητά λογική. Ζητά ένα σπίτι που να μην του τρώει τη ζωή. Ζητά να μη χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα σε ενοίκιο, ρεύμα, φαγητό και παιδί. Ζητά να μη ζει σε τρύπα επειδή κάποιος ανακάλυψε τη λέξη «yield». Ζητά να μην του πουλάνε την επιβίωση ως lifestyle.

Η λύση δεν είναι να δαιμονοποιηθεί κάθε ιδιοκτήτης. Αυτό θα ήταν εύκολο και ψεύτικο. Η λύση είναι να σταματήσει η κατοικία να αντιμετωπίζεται σαν χρηματοοικονομικό θήραμα. Να ανοίξουν τα κλειστά σπίτια. Να χτυπηθεί η κερδοσκοπική υπενοικίαση. Να ελεγχθούν οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εκεί όπου διαλύουν γειτονιές. Να υπάρξει πραγματική κοινωνική κατοικία. Να συνδεθούν τα επιδόματα με κανόνες που δεν επιδοτούν απλώς την αύξηση. Να φορολογείται η αδράνεια μεγάλων χαρτοφυλακίων, όχι να κυνηγιέται μόνο ο μικρός ιδιοκτήτης. Να ξεχωρίσει επιτέλους ο άνθρωπος που νοικιάζει ένα σπίτι για να ζήσει από εκείνον που μαζεύει σπίτια για να αντλεί εισόδημα από την ανάγκη των άλλων.

Γιατί η κοινωνία που μετατρέπει το σπίτι σε παγίδα δεν παράγει πλούτο. Παράγει μίσος.

Και όταν ένας μισθωτός δουλεύει έναν μήνα για να πληρώσει σε κάποιον άλλον το δικαίωμα να κοιμηθεί κάτω από ταβάνι, τότε η αγορά δεν είναι ελεύθερη. Είναι απλώς ελεύθερη να τον γδέρνει.



Πηγή: social media

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου