«Ψωμί και τριαντάφυλλα» (8 Μαρτίου: παγκόσμια ημέρα της γυναίκας)

Του Προκόπη Μπίχτα

Στις 8 Μαρτίου 1857 οι εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας της Νέας Υόρκης  πραγματοποιούν συγκέντρωση ζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, σε χώρους  που να μην είναι αποπνιχτικά κλειστοί, μείωση του ωραρίου εργασίας στις 10 ώρες και μεροκάματα ίσα με των ανδρών. Η συγκέντρωση πνίγεται στο αίμα και δεκάδες εργάτριες συλλαμβάνονται. Δυο χρόνια αργότερα, οι γυναίκες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις οργάνωσαν το πρώτο εργατικό σωματείο γυναικών και συνέχισαν τον αγώνα για τη χειραφέτηση τους.

Το 1908 παρέλασαν 15.000 γυναίκες στους δρόμους της Νέας Υόρκης ζητώντας λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς και δικαίωμα ψήφου. Υιοθέτησαν το σύνθημα «Ψωμί και τριαντάφυλλα», με το ψωμί να συμβολίζει την οικονομική ασφάλεια και τα τριαντάφυλλα την καλύτερη ποιότητα ζωής.(1)

Η πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Από το 1910 η 8η Μαρτίου γιορτάζεται ως Διεθνής Ημέρα της Εργάτριας Γυναίκας (International Working Women’s Day) ύστερα από πρόταση της Γερμανίδας κομμουνίστριας Κλάρας Τσέτκιν (Clara Zetkin) στα πλαίσια της Δεύτερης Διεθνούς Σοσιαλιστικής Συνόδου Γυναικών.(2)

Ο όρος «σουφραζέτες» επινοήθηκε από την εφημερίδα Daily Mail σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τα μέλη του κινήματος υπέρ του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, το οποίο δραστηριοποιήθηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδιαίτερα για συγκεκριμένα μέλη της Women's Social and Political Union (Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών). Ωστόσο, μετά την επανοικειοποίηση της λέξης από νυν μέλη του κινήματος, ο όρος έχασε τις αρχικές αρνητικές συμπαραδηλώσεις του.

Ο όρος «σουφραζέτα» προέρχεται από τη λέξη «suffragist», που δηλώνει τον υποστηρικτή του «suffrage», δηλαδή του δικαιώματος ψήφου. Οι σουφραζέτες διεκδικούσαν τη συμμετοχή στα κοινά και ίση μεταχείριση με τους άντρες. Ο όρος «suffragist», όμως, είναι γενικότερος και αναφέρεται σε μέλη κινημάτων που υποστηρίζουν το δικαίωμα ψήφου, ασχέτως αν πρόκειται για ριζοσπαστικά ή συντηρητικά κινήματα ή αν το δικαίωμα ψήφου αφορά άντρες ή γυναίκες. Στη Βρετανία, ο όρος «suffragist» χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τα μέλη της National Union of Women’s Suffrage Societies (Εθνική Ένωση των Εταιρειών για το Δικαίωμα Ψήφου).

Ο αγώνας για κοινωνική αλλαγή, σε συνδυασμό με το έργο υπέρμαχων των δικαιωμάτων των γυναικών όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, προετοίμασαν την εμφάνιση ενός κινήματος, στο οποίο συσπειρώθηκαν μαζικά γυναίκες που διεκδικούσαν το δικαίωμα ψήφου. Ο Μιλ εισήγαγε πρώτη φορά την ιδέα του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες σε σχετική προκήρυξη που παρουσίασε στο βρετανικό εκλογικό σώμα το 1865. Η Νέα Ζηλανδία ήταν η πρώτη αυτοδιοικούμενη χώρα που εκχώρησε ψήφο στις γυναίκες, όταν το 1893 επιτράπηκε σε όλες τις γυναίκες άνω των 21 να ψηφίσουν στις κοινοβουλευτικές εκλογές.

Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι κάποιες από τις ενέργειες των σουφραζετών ήταν επιζήμιες για τους σκοπούς τους. Όσοι τάσσονταν κατά του κινήματος υποστήριζαν πως δεν έπρεπε να δοθεί δικαίωμα ψήφου στις σουφραζέτες, επειδή ήταν υπερβολικά συναισθηματικές και ανίκανες για ορθολογική σκέψη, σε αντίθεση με τους άντρες. Στήριζαν μάλιστα το επιχείρημά τους στις βίαιες και επιθετικές δράσεις των γυναικών του κινήματος.

Το πρώτο εθνικό συνέδριο για τα δικαιώματα των γυναικών οργανώθηκε στη Νέα Υόρκη το 1848. Το 1864 που ξεκίνησε επισήμως το κίνημα του Ερυθρού Σταυρού, οι γυναίκες, αν και παραγκωνίστηκαν σταθερά σε ηγετικό επίπεδο, έδωσαν επίμονους αγώνες για να ιδρυθούν και να στελεχωθούν εθνικές επιτροπές στη χώρα τους.

Το σίγουρο είναι πάντως πως ο Ερυθρός Σταυρός και άλλες διεθνείς οργανώσεις, που είχαν πολλαπλασιαστεί εκείνη την εποχή, έδωσαν ώθηση και αυτοπεποίθηση στις ηγετικές μορφές του γυναικείου κινήματος για να περάσουν στη διεθνοποίηση του δικού τους κινήματος στο τέλος του 19ου αιώνα. Το πρώτο διεθνές συνέδριο για τις γυναίκες έγινε στο Παρίσι το 1878 και ήταν συνδεδεμένο με την 3η Παγκόσμια Έκθεση, τη μεγαλύτερη ως τότε στον κόσμο, με 13.000.000 επισκέπτες.

Ο άνεμος της διεθνούς συνεργασίας διευκόλυνε τότε πολλές εθνικές επιτροπές και οργανώσεις να διασυνδεθούν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το 1888 έγινε το δεύτερο βήμα: οι γυναίκες που προχώρησαν τότε στην ίδρυση της πρώτης διεθνούς γυναικείας οργάνωσης, του Διεθνούς Συμβουλίου Γυναικών (International Council of Women (ICW), προσκάλεσαν στην Ουάσινγκτον 53 γυναικείες οργανώσεις των πιο προχωρημένων χωρών σε αυτόν τον τομέα. Μέχρι τις παραμονές του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου η διεθνής αυτή οργάνωση είχε καταφέρει να ιδρύσει 23 νέες εθνικές επιτροπές. Το πρόβλημα με την ICW ήταν ότι ήταν μάλλον συντηρητική και απέφευγε να θίξει τα πιο επίμαχα ζητήματα για να κερδίσει σε μαζικότητα. Το πιο προβληματικό απ’ όλα ήταν ότι δεν προέβαλλε αρκετά το ουσιαστικότερο γυναικείο αίτημα της εποχής: το δικαίωμα στην ψήφο, δηλαδή το δικαίωμα στη συμμετοχή του γυναικείου πληθυσμού στην πολιτική ζωή.

Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν δυσαρέσκειες και αντιθέσεις πάνω στην ήδη προϋπάρχουσα αντίθεση μεταξύ του ριζοσπαστικού ακτιβισμού των σουφραζέτων σαν την Έμιλιν Πάνκχερτστ και τη μετριοπάθεια των σουφραζέτων σαν τη Μίλλισεντ Γκάρετ.
Την Εθνική Ένωση των Εταιρειών για το Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών, η οποία ιδρύθηκε το 1897, διηύθυνε η Μίλισεντ Φόσετ, που ηγήθηκε της σχετικής εκστρατείας με την έκδοση φυλλαδίων, την οργάνωση συναντήσεων και την παρουσίαση αιτημάτων. Ωστόσο, η εκστρατεία δεν απέδωσε καρπούς. Το 1903 η Έμιλιν Πάνκχερστ ίδρυσε μια νέα οργάνωση, την Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών (Women’s Social and Political Union). Η Πάνκχερστ πίστευε πως η οργάνωση, για να δει αποτελέσματα, έπρεπε να γίνει πιο ριζοσπαστική και αγωνιστική.

Το 1912 ήταν μια κομβική χρονιά για τις σουφραζέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς υιοθέτησαν πιο επιθετικές τακτικές. Μεταξύ άλλων, αλυσοδένονταν σε κιγκλιδώματα, έβαζαν φωτιά σε γραμματοκιβώτια, έσπαγαν παράθυρα και σε ορισμένες περιπτώσεις τοποθετούσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Ο τότε πρωθυπουργός, Χ. Χ. Άσκουιθ, ήταν έτοιμος να υπογράψει ένα νομοσχέδιο που εκχωρούσε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες άνω των 30, με τον όρο να είναι παντρεμένες με σύζυγο που είχε περιουσιακά στοιχεία ή να έχουν οι ίδιες περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή, ανησυχώντας πως οι γυναίκες θα τον καταψήφιζαν στις επόμενες γενικές εκλογές και θα εμπόδιζαν το κόμμα του (Φιλελεύθεροι) να μπει στη Βουλή.

Μια σουφραζέτα, η Έμιλι Ντέιβισον, σκοτώθηκε στην προσπάθειά της να πετάξει ένα πανό πάνω στο άλογο του βασιλιά, στις Ιπποδρομίες του Έπσομ, στις 5 Ιουνίου 1913. Πολλές από τις συντρόφισσές της συνελήφθησαν και έκαναν απεργία πείνας, σε μια προσπάθεια να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αντέδρασε με τη λεγόμενη Νομοθετική Πράξη «της Γάτας και του Ποντικιού». Βάσει αυτής, επιτρεπόταν στις κρατούμενες να προχωρούν σε απεργία πείνας, χωρίς να τους παρέχεται τροφή διά της βίας, αλλά αφήνονταν ελεύθερες όταν η κατάσταση της υγείας τους κρινόταν πλέον επικίνδυνη. Ωστόσο, λίγο μετά την αποφυλάκισή τους, συχνά συλλαμβάνονταν εκ νέου για ασήμαντους λόγους. Η διαδικασία αυτή της σύλληψης, αποφυλάκισης και επανασύλληψης επαναλαμβανόταν πολλές φορές, λίγο πολύ όπως η γάτα παίζει με το ποντίκι.

Οι διαμαρτυρίες συνεχίζονταν τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ. Η Άλις Πολ και η Λούσι Μπερνς ηγήθηκαν μιας σειράς διαμαρτυριών κατά της κυβέρνησης Γουίλσον στη Ουάσινγκτον. Οι γυναίκες του κινήματος στις ΗΠΑ αναφέρονταν στον πρόεδρο Γούντροου Γουίλσον ως «Κάιζερ Γουίλσον» και συνέκριναν το δράμα του γερμανικού λαού με αυτό των γυναικών της Αμερικής.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα ως και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, περίπου χίλιες σουφραζέτες ήταν φυλακισμένες στη Βρετανία. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου σημειώθηκε έλλειψη ικανών και αρτιμελών αντρών, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναλάβουν πολλούς παραδοσιακά αντρικούς ρόλους. Η εν λόγω εξέλιξη κατέδειξε τις νέες δυνατότητες των γυναικών. Λόγω του πολέμου σημειώθηκε επίσης μια ρήξη εντός του κινήματος των σουφραζετών της Βρετανίας, με την κύρια πτέρυγα, που εκπροσωπούσαν η Έμιλιν Πάνκχερστ και η κόρη της, Κρίσταμπελ, να καλεί σε παύση της εκστρατείας καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, ενώ πιο ριζοσπαστικές σουφραζέτες, όπως η άλλη κόρη της Έμιλιν, Σίλβια Πάνκχερστ, που εκπροσωπούσε την Ομοσπονδία του Δικαιώματος Ψήφου των Γυναικών, συνέχισαν τον αγώνα.

Η Εθνική Ένωση των Εταιρειών του Δικαιώματος Ψήφου στις Γυναίκες συνέχισε την εκστρατεία κατά την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ενώ προχώρησε και σε συμφωνίες με την κυβέρνηση συνασπισμού. Στις 6 Φεβρουαρίου 1918, πέρασε η Νομοθετική Πράξη της Εκπροσώπησης των Πολιτών, η οποία εκχωρούσε δικαίωμα ψήφου σε γυναίκες άνω των 30 που πληρούσαν τα ελάχιστα κριτήρια περιουσίας. Περί τις 8,4 εκατ. γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου. Το Νοέμβριο του 1918, πέρασε η Νομοθετική Πράξη της Εκλεξιμότητας των Γυναικών, εκχωρώντας στις γυναίκες το δικαίωμα της εκλογής στη Βουλή. Η Νομοθετική Πράξη Εκπροσώπησης του 1928 επέκτεινε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες άνω των 21, εξισώνοντας έτσι οριστικά το δικαίωμα ψήφου μεταξύ αντρών και γυναικών.

Στην περίοδο του Μεσοπολέμου, νέες διεργασίες αναζήτησαν έκφραση στο πολιτιστικό πεδίο, με κυρίαρχη ανάμεσά τους το δραστήριο φεμινιστικό κίνημα. O Σύνδεσμος για τα δικαιώματα της γυναίκας, συνδέθηκε την ίδια εποχή με τη Διεθνή Ένωση για τη γυναικεία ψήφο και έγινε ο κύριος φορέας για την επέκταση του δικαιώματος της ψήφου και στις γυναίκες.

Ακριβώς λόγω της απροθυμίας της πρώτης διεθνούς οργάνωσης να εγείρει τα ακανθώδη πολιτικά ζητήματα, προέκυψε το 1904 στη συνδιάσκεψη του Βερολίνου από τις Γερμανίδες φεμινίστριες μια άλλη διεθνής οργάνωση με στόχευση τα πολιτικά δικαιώματα, η Διεθνής Συμμαχία Γυναικών Σουφραζετών (International Woman Suffrage Alliance).

Οι γυναίκες της Αριστεράς, από την άλλη μεριά, προτίμησαν να δραστηριοποιηθούν μέσω των δικών τους οργανώσεων, γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν την υποβάθμιση της ταξικής προσέγγισης των αστών γυναικών.


ΕΛΛΑΔΑ

Την εποχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους οι Ελληνίδες ήταν αθέατες στον δημόσιο χώρο – ούτε καν στον δρόμο δεν ήταν πρέπον να κυκλοφορούν. Ειδικά μακριά από τα χωριά, όπου παραδοσιακά οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στις αγροτικές εργασίες, ο ανδρικός και ο γυναικείος κόσμος παρέμεναν απολύτως χωριστοί.

Η εκβιομηχάνιση, που θα μπορούσε να βγάλει έξω από το σπίτι τις γυναίκες των κατώτερων οικονομικά τάξεων, ήταν πενιχρή. Έτσι ακόμα και σαράντα χρόνια μετά, το 1879, υπήρχαν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού μόνο 5.735 εργάτριες, 769 μαίες, 10.800 σερβιτόρες και δασκάλες. Αντιθέτως, στον τομέα της μη μισθοδοτούμενης εργασίας οι γυναίκες ήταν στην κορυφή της λίστας.

Ο δρόμος που ανακάλυψαν οι γυναίκες για να συμμετάσχουν στον ανδρικό κόσμο, δηλαδή στη δημόσια σφαίρα, παρακάμπτοντας τις κοινωνικές αντιστάσεις, ήταν ο δρόμος που άνοιξε η ρητορική του πατριωτισμού που σφράγισε όλο τον 19ο αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό εντόπισαν έναν ρόλο που μπορούσαν να διεκδικήσουν χωρίς να στιγματιστούν κοινωνικά.

Φυσικά ο ρόλος αυτός, κυρίως στην Ελλάδα και στα συντηρητικά Βαλκάνια, όφειλε να είναι «αυστηρά συμβατός» με τη «γυναικεία τους φύση» για να μην είναι «κοινωνικά απειλητικός». Οι ριζοσπαστικές σουφραζέτες σ’ αυτή την περιοχή του κόσμου δεν θα είχαν απολύτως καμία τύχη. Εν ολίγοις οι γυναίκες, για να βγουν έξω από το σπίτι, προθυμοποιήθηκαν να αναλάβουν την πρόνοια και την περίθαλψη των αγωνιστών της «εθνικής ολοκλήρωσης», αλλά και την «εθνικώς ορθή» ανατροφή των μελλοντικών Ελλήνων.

Έτσι, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι κυρίες που αρχικά «κατασκεύαζαν επιδέσμους και συνέλεγαν διάφορα πλεκτά» προχώρησαν σταδιακά ως το 1878 με ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή στον αγώνα ως «μητέρες του έθνους».

Η μόρφωση των γυναικών γίνεται σημαία για τις γυναίκες που ενδιαφέρονται για την εξέλιξη των ομοφύλων τους. Χωρίς η μόρφωση των κοριτσιών να είναι απαγορευμένη, μένουν αναλφάβητα γιατί θεωρείται αυτονόητο ότι δεν τους χρειάζεται.

Η Ναυπλιώτισσα Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η Ευανθία Καΐρη, η Μαρία Υψηλάντη πιστεύουν ότι μόνο η μόρφωση θα ανοίξει άλλους δρόμους για τις γυναίκες και ιδρύουν οικοτροφεία και διδασκαλεία για κορίτσια. Το 1890 η Καλλιόπη Παρρέν συστήνει τη «Σχολή της Κυριακής απόρων γυναικών και κορασίδων του λαού» ανοίγοντας το δρόμο για τη μόρφωση των νέων  και άπορων κοριτσιών. Η Παρρέν πιστεύει ότι δεν αρκεί η προσωπική – ατομική συμβολή κάποιων γυναικών για την αλλαγή της θέσης της γυναίκας, αλλά απαιτείται μαζική δραστηριοποίηση και διεκδίκηση. Πιστεύει στην εργασία των γυναικών, στο ενδιαφέρον τους για την πολιτική, όμως είναι πολύ νωρίς ακόμα για τέτοιες διεκδικήσεις.
Το «Καποδιστριακό» Πανεπιστήμιο άνοιξε το 1837 μόνο όμως για τον ανδρικό πληθυσμό. Το 1890 γίνεται δεκτή η πρώτη φοιτήτρια, Ιωάννα Στεφανόπολι, στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ το 1896 αποφοιτούν με «άριστα» από την Ιατρική Σχολή οι αδελφές Αγγελική και Αλεξάνδρα Παναγιωτάτου.
Το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα είναι μια πραγματικότητα, αλλά οι συνθήκες της εποχής δεν επέτρεπαν μεγαλύτερη μαζικότητα.


1900 – 1920

Ο 20ος αιώνας βρίσκει τις πρωτοπόρες Ελληνίδες να αγωνίζονται για την κατοχύρωση βασικών δικαιωμάτων των γυναικών. Η εργασία των γυναικών δε ρυθμίζεται από κανένα νόμο. Τα δικαιώματα στην εργασία δεν αναγνωρίζονται, οι ανισότητες παραμένουν. Οι εργαζόμενες γυναίκες αποφασίζουν να τα διεκδικήσουν και οργανώνουν το 1913 το σύλλογο «Γυναικεία Ζωή». Οι δασκάλες το ίδιο διάστημα αγωνίζονται για την κατοχύρωση ίσης αμοιβής με αυτή των ανδρών συναδέλφων τους.
Το 1919 ιδρύεται ο «Σοσιαλιστικός Όμιλος Γυναικών». Οι γυναίκες διεκδικούν ισότητα στην οικογένεια, νόμιμες αμβλώσεις, δικαίωμα στην εργασία, κατάργηση της διπλής ηθικής κ.ά. Η Αύρα Θεοδωροπούλου πρωτοστατεί σε όλες αυτές τις διεκδικήσεις.


1920 – 1940

Η δεκαετία ’20-‘30 είναι η πιο δυναμική εποχή του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Οργανώνονται σωματεία γυναικών σε διάφορες πόλεις. Οι γυναίκες του προσφυγικού πληθυσμού δημιουργούν τους δικούς τους συλλόγους. Αυτό που επιτακτικά ζητά το φεμινιστικό κίνημα είναι η αναγνώριση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία, η δυνατότητα να ζουν, να δουλεύουν, να πολιτεύονται, να τις αντιμετωπίζουν ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Βασική διεκδίκηση, στην οποία ρίχνουν το βάρος των ενεργειών τους, είναι η κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων.
Παράλληλα συναντούν αντιδράσεις που προέρχονται από τα πολιτικά κόμματα, τους περισσότερους πολιτικούς άνδρες, τον Τύπο, την Εκκλησία, αλλά κι από ένα μέρος του γυναικείου πληθυσμού. Oι καινοτομίες στην εμφάνιση, ιδιαίτερα του αστικού γυναικείου πληθυσμού, και η εισαγωγή νέων μορφών ψυχαγωγίας και θεάματος, προκάλεσαν σφοδρές, ακόμα και βίαιες αντιδράσεις. Aπό την άλλη πλευρά, η είσοδος μεγάλου ποσοστού του γυναικείου πληθυσμού στο χώρο της μισθωτής εργασίας, κατέστησε αναγκαία τη διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου που να καλύπτει και τα γυναικεία αιτήματα. Στην αρθρογραφία της εποχής μέσα από εφημερίδες και περιοδικά διαφαίνεται έντονη η ανησυχία για τα στοιχεία που κλόνιζαν το «πατροπαράδοτο νοικοκυριό», γεγονός το οποίο συχνά βιώθηκε ως «έξωθεν» απειλή που σκόπευε στη στρέβλωση των ηθών της ελληνικής κοινωνίας. Οι διεκδικήσεις τους «τρομάζουν» το συντηρητισμό της κοινωνίας, π.χ. η αναγνώριση της μητρότητας χωρίς γάμο. Τα κοινωνικά ταμπού αναδύονται και εκφράζονται δυναμικά, αρνούμενα την αλλαγή.

Στις εκλογές του 1920 ένα από τα συνθήματα του είναι: «Σφυρί, δρεπάνι και ψήφος στο φουστάνι». Έπειτα από όλο αυτόν τον αγώνα έρχεται, κατά κάποιο τρόπο, η δικαίωση. Στο Σύνταγμα της Α’ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1927 αναγνωρίζεται η ισότητα των φύλων ενώπιον του νόμου και ανοίγει ο δρόμος για την αναγνώριση δια νόμου των πολιτικών δικαιωμάτων στο γυναικείο πληθυσμό. Η νομοθετική ρύθμιση που θα ακολουθήσει -το 1930- θα απογοητεύσει τις φεμινίστριες με τους όρους που θέτει:
Να είναι πάνω από 30 χρόνων.
Να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.
Περιορίζεται μόνο στο δικαίωμα του εκλέγειν, όχι και του εκλέγεσθαι.
Η Στατιστική Υπηρεσία κατέγραψε το 65% των γυναικών ως αναλφάβητες.
Η δικτατορία του Μεταξά καταλύει τη δημοκρατία. Η πολιτική του δικτατορικού καθεστώτος για τη θέση των γυναικών ορίζεται από τη θεωρία του Χίτλερ: «Κουζίνα, παιδιά, εκκλησία». Οι γυναικείες οργανώσεις διαλύονται, κατάσχονται και καταστρέφονται τα αρχεία τους.


1940 – 1974

Το 1940 ο πόλεμος αρχίζει και για την Ελλάδα. Οργανώνεται η αντίσταση κατά των Γερμανών. Άνδρες και γυναίκες συμμετέχουν στην ένοπλη και μη δράση. Αυτή την περίοδο η ισότητα κατοχυρώνεται τόσο στην καθημερινή συνύπαρξη, όσο και νομοθετικά. Η ΠΕΕΑ – Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης – κατοχυρώνει με πράξεις (νόμους) την ισότητα ανδρών και γυναικών. Αναγνωρίζονται τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα, η ισότητα στην εργασία, η συμμετοχή στη δημόσια ζωή κ.ά. Παράλληλα οι αντάρτισσες εκδίδουν τα δικά τους περιοδικά και απευθύνονται στο γυναικείο πληθυσμό για τα θέματα που τις αφορούν. Δημιουργούν 160 συλλόγους και προσπαθούν να «ανεβάσουν» το επίπεδο των αγροτισσών. Συμμετέχουν στις πολιτικές διαδικασίες και για πρώτη φορά ψηφίζουν και ψηφίζονται για το Εθνικό Συμβούλιο που συνέρχεται στους Κορυσχάδες Ευρυτανίας. Εκλέγονται πέντε γυναίκες: η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Μαρία Σβώλου, η Καίτη Ζεύγου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή. Η κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς τελειώνει και η ελεύθερη πλέον Ελλάδα ανασυγκροτείται. Το γυναικείο κίνημα οργανώνεται.

Ξεσπά ο Εμφύλιος. Σταματάει κάθε δράση. Και πάλι συλλαμβάνονται γυναίκες και οδηγούνται στα στρατόπεδα και στις φυλακές. Επιτρέπεται η λειτουργία μόνο των «ακίνδυνων» γυναικείων οργανώσεων.
Το 1949 τυπικά τελειώνει ο Εμφύλιος. Η κυβέρνηση, προσπαθώντας να δώσει μια  εικόνα δημοκρατικής λειτουργίας, κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι (μόνο ως δημοτικοί σύμβουλοι) στο γυναικείο πληθυσμό άνω του 21ου έτους μόνο στις δημοτικές εκλογές. Έπρεπε να περάσουν τρία χρόνια για να ψηφιστεί το 1952 ο Ν.2151, που κατοχύρωνε τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα των Ελληνίδων
Παράλληλα «ανοίγουν» μια σειρά επαγγέλματα για τις γυναίκες, συνδεδεμένα με την ιδιότητα της πολίτισσας, π.χ. συμβολαιογράφοι, δικαστίνες κ.ά.
Το Οικογενειακό Δίκαιο, που είχε συνταχθεί την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, τίθεται σε εφαρμογή. Άκρως συντηρητικό, στηρίζεται στην αρχή « Ο ανήρ είναι η κεφαλή της οικογένειας και αποφασίζει περί παντός. Η γυνή ασχολείται με τα του οίκου». Και οι τράπεζες προσλαμβάνουν μόνο άνδρες.
Το 1956 στις εθνικές βουλευτικές εκλογές εκλέγονται η Λίνα Τσαλδάρη από την ΕΡΕ  και η Βάσω Θανασέκου από την ΕΔΑ. Η Λίνα Τσαλδάρη είναι η πρώτη γυναίκα υπουργός. Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ εκλέγει τρεις γυναίκες, τις Μαρία Σβώλου, Ελένη Μπενά, Βάσω Θανασέκου. Είναι αυτές που φέρνουν τα γυναικεία ζητήματα στη Βουλή και διεκδικούν τη λήψη μέτρων ισότητας. Δεν πετυχαίνουν το στόχο τους τις περισσότερες φορές. Αργά και δύσκολα ομαλοποιείται η πολιτική κατάσταση. Οι γυναίκες, όλο και περισσότερες, διεκδικούν μια θέση στην αγορά εργασίας, αλλά και στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Τα ταμπού των ανδρικών επαγγελμάτων υφίστανται «ρωγμές».
 Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 σταματάει κάθε δράση των γυναικείων οργανώσεων. Για άλλη μια φορά κατάσχονται και καταστρέφονται τα αρχεία τους και πάλι μόνο οι φιλανθρωπικές οργανώσεις λειτουργούν. Στα εφτά χρόνια της δικτατορίας πολλές γυναίκες φυλακίστηκαν, αλλά και πολλές συμμετείχαν σε αντιδικτατορικές οργανώσεις μέσα και έξω από την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή στη δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ γεννιέται ένα νέο κίνημα γυναικών, το νεοφεμινιστικό. Ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό διεκδικεί μαχητικά, τολμάει και μιλάει για θέματα ταμπού, π.χ. σεξουαλικότητα, οικογένεια, αυτονομία, αλλά περιγελά την σύνδεσή του με τους εργατικούς αγώνες.
Όλη αυτή η ειρηνική αλλά και κεφάτη επανάσταση φτάνει στη χουντοκρατούμενη Ελλάδα κακόπιστα γελοιοποιημένη και διαστρεβλωμένη. Ποτέ δεν ξεπεράστηκε η αρνητική αντιμετώπιση του όρου «φεμινισμός» και «φεμινίστρια».


1974 – 2003

Με τη Μεταπολίτευση του 1974 αποκαταστάθηκε το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Πολύ γρήγορα δραστηριοποιήθηκε ένα γυναικείο δυναμικό στην προσπάθεια να οργανωθεί. Όμως ο νεοφεμινισμός έθιγε θέματα ταμπού και σόκαρε, δεν ήταν εύκολα αποδεκτός. Αυτό που δεν μπόρεσαν να υιοθετήσουν οι γυναικείες οργανώσεις το αγκάλιασαν οι νέες γυναίκες, κυρίως φοιτήτριες. Έστησαν τις ομάδες τους, τα στέκια τους και άρχισαν να συζητούν χωρίς προκαταλήψεις και ταμπού για τα προσωπικά αλλά και τα πολιτικά τους ερωτηματικά. Οι πρωτοβουλίες τους είναι καινοτόμες και σφραγίζονται από κέφι και ενθουσιασμό. Πιέζουν για την αντικατάσταση της νομοθεσίας της ανισότητας από μια σύγχρονη νομοθεσία που θα στηρίζεται στην ισότητα των φύλων. Τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους παραμένουν ανδροκρατούμενα. Αρνούνται να αποδεχτούν τις γυναίκες ως ισότιμα άτομα αλλά και οι εκλεγμένες γυναίκες «φοβούνται» να διεκδικήσουν το δικό τους λόγο, παρόλο που υπερψηφίζονται από το γυναικείο εκλογικό σώμα.
Τα τελευταία χρόνια το φεμινιστικό κίνημα δεν είναι πια μαζικό. Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών «πείστηκε» ότι δεν χρειάζεται πια και ένας άλλος ότι δεν μπορούμε να τα πετύχουμε όλα. Στις μέρες μας η οικονομική κρίση -ανεργία, χαμηλοί μισθοί, έλλειψη κράτους πρόνοιας κ.ά.- ξανάφερε στο προσκήνιο συντηρητικές και αναχρονιστικές απόψεις για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα. Πολλοί θεσμικοί φορείς, όπως η Εκκλησία, η εκπαίδευση, η τηλεόραση κ.ά., πεισματικά προτάσσουν ξεπερασμένες και αρνητικές συμπεριφορές στο γυναικείο πληθυσμό, επιστρέφοντας σε άλλες εποχές.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σήμερα καμιά από τις ιδέες της Κλάρα Τσέτκιν δεν υλοποιούνται. Η γυναίκα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε συνθήκες εργασίας 19ου αιώνα, ενώ η γιορτή της γυναίκας αποτελεί πλέον απλά μια αφορμή για κοσμικά πάρτι, νυχτερινές εξόδους και ξεπουλήματος του στοκ από του Αγίου Βαλεντίνου.

Η γυναίκα βγήκε από τη κουζίνα-φυλακή της για να περάσει στα ράφια της αγοράς ως προϊόν. Οι προδιαγραφές και οι οδηγίες για μια «πετυχημένη» ζωή υπάρχουν ευκρινώς διατυπωμένες σε περιοδικά και προβάλλονται από τους τηλεοπτικούς δέκτες καθημερινά, ώστε να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το προτιμώμενο πρότυπο. Το πέρασμα σε μια εποχή βαθύτερης και πιο ολοκληρωτικής εκμετάλλευσης της φύσης της και της δυναμικής της έγινε σχεδόν βελούδινα, τόσο ώστε να κουνά την τιμολογιακή της αξία ως σημαία χειραφέτησης.

Παρ’ όλα αυτά και σε πείσμα των αναχρονιστικών αντιλήψεων και αντιδραστικών προτύπων που αναβιώνουν, η γυναίκα έχει ενταχθεί πλήρως στην παραγωγική διαδικασία. Σήμερα, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες γυναίκες είναι κοινά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι άντρες και οφείλονται στον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του συστήματος της μισθωτής εργασίας. Η απελευθέρωση της εργαζόμενης γυναίκας, μαζί και ταυτόχρονα με την απελευθέρωση του εργαζόμενου άντρα, μπορεί να γεννηθεί μόνο με τον κοινό τους αγώνα ενάντια σε αυτό το σύστημα.


Σημειώσεις:

(1) Η φράση «Ψωμί και τριαντάφυλλα» αναφέρεται στα «Ανέκδοτα χειρόγραφα» του Καρλ Μαρξ, όπου το «ψωμί» συμβολίζει τους υλικούς όρους ύπαρξης και τα «τριαντάφυλλα» τους νόμους της ομορφιάς.
(2) Η Κλάρα Τσέτκιν πέθανε εξόριστη από τους Ναζί στη Μόσχα στις 20 Ιουνίου του 1933, αφού πρώτα πρόλαβε να συμμετάσχει σε μια εργατική εξέγερση (1918) στο  πλάι της Ρόζα Λούξεμπουργκ, να πάρει μέρος στην πρώτη μεγάλη διεθνή εκστρατεία κατά του ρατσισμού στις Η.Π.Α., να καταγγείλει το ρόλο του Ναζιστικού κόμματος και να καλέσει τον κόσμο σε ξεσηκωμό το 1932, (ένα χρόνο πριν γίνει καγκελάριος ο Χίτλερ) ανοίγοντας την πρώτη κοινοβουλευτική συνεδρίαση, ως η γηραιότερη βουλευτής (75 ετών), καθώς και να δει την 8η Μάρτη να γιορτάζεται σε πολλές χώρες.

Αγρεύων εξ Αγριάς

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Instagram