Ραγδαία αύξηση των εργαζόμενων φτωχών

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πριν πολλά χρόνια η φτώχεια ευδοκιμούσε μεταξύ όσων δεν ήθελαν να εργαστούν και όσων ήθελαν μεν, αλλά δεν μπορούσαν.

Στη συνέχεια πέρασε στους συνταξιούχους, με την εγκατάλειψη μάλιστα των αναδιανεμητικών συστημάτων και την υιοθέτηση των κεφαλαιοποιητικών να αυξάνει το ποσοστό των φτωχών μεταξύ των συνταξιούχων. Εσχάτως, η φτώχεια ήρθε και στρογγυλοκάθισε μεταξύ των εργαζομένων. «Οι εργαζόμενοι φτωχοί είναι ένα σημαντικό τμήμα στις συνολικές στατιστικές της ανεργίας κι εκτιμάται ότι αποτελούν το 10% των ευρωπαίων εργατών», τονίζει σχετική έρευνα που δόθηκε μόλις πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα (In work poverty in the EU, Eurofound).

Τα συμπεράσματά της έκθεσης δεν θα προκαλούσαν τόσο εντύπωση αν δεν διανύαμε μια περίοδο αυξημένης αισιοδοξίας για την οικονομία της ευρωζώνης. Μετά μάλιστα και την αναβάθμιση της Πορτογαλίας από τον οίκο S&P σε επενδυτικό επίπεδο που σηματοδότησε τη σχετική επιστροφή της στην κανονικότητα αυξάνονται και πληθύνονται αναλύσεις και δημοσιεύματα που υπογραμμίζουν τις επιτυχίες της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι επιδόσεις της να είναι συγκρίσιμες με αυτές των ΗΠΑ. Μοναδικό μελανό σημείο το γεγονός ότι η καταγεγραμμένη επιτυχία αποδίδεται σε μεγάλο σχετικά βαθμό στη χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Δεν είναι δηλαδή αυτοτροφοδούμενη. «Χρειάζεται προσοχή», έγραφαν οι Financial Times την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου και συνέχιζαν: «Συγκεκριμένα, πρέπει να αναγνωρίσουμε το βαθμό στον οποίο η ανάκαμψη της ευρωζώνης είναι το άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – και οι κίνδυνοι από τη διακοπή του πακέτου πολύ άμεσοι», δεδομένου ότι τον Οκτώβριο θα ανακοινωθεί ο ρυθμός μείωσης τη Ποσοτικής Χαλάρωσης από τις αρχές του νέου χρόνου. Η Ποσοτική Χαλάρωση επομένως συνέβαλε στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού, έστω κι αν αποδείχθηκε ότι δεν μπόρεσε να υποκινήσει μια πιο δυναμική τάση μεγέθυνσης, ενώ ήταν μικρής σχετικά διάρκειας.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι το αποτύπωμά της στην κοινωνική ευημερία ήταν ανύπαρκτο, όπως δείχνουν τα στοιχεία και τα κυριότερα ευρήματα για την έκταση της φτώχειας μεταξύ των εργαζομένων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η αύξηση της φτώχειας από το 2007, πριν δηλαδή ξεσπάσει η κρίση, όταν ανερχόταν στο 8% στο 10% με βάση τις τελευταίες μετρήσεις. Πρόκειται για μια αύξηση κατά 25%, που δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που συνόδευσαν την κρίση επιδείνωσαν τους όρους εργασίας και ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων, δεδομένου ότι υπάρχει πεντακάθαρη σύνδεση της φτώχειας με τις άτυπες εργασιακές σχέσεις. «Καθώς η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά στη διάρκεια της κρίσης, αυτοί που διατήρησαν τις δουλειές τους ή εξήλθαν από την ανεργία συχνά βρέθηκαν να εργάζονται με μικρότερους ρυθμούς, με λιγότερες ώρες και μειωμένη επαγγελματική ασφάλεια… Οι πιο συνηθισμένοι μηχανισμοί που οδηγούν στη φτώχεια μεταξύ των εργαζομένων είναι οι χαμηλές αμοιβές», αναφέρει η έρευνα.

Εξετάζοντας τη σχέση εργασίας μεταξύ όσων εργαζομένων βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας το υψηλότερο ποσοστό παρατηρείται σε όσου εργάζονται με σχέση μερικής και όχι πλήρους απασχόλησης. Ακόμη δε υψηλότερο ποσοστό παρατηρείται μεταξύ εκείνων των εργαζομένων που απασχολούνται με μορφή ακούσιας μερικής απασχόλησης, όπως αποκαλούνται όσοι προτιμούν εργασία πλήρους απασχόλησης, αλλά δε βρίσκουν και καταφεύγουν από ανάγκη στην μερική απασχόληση.

Εξετάζοντας τις χώρες που κρατούν τα σκήπτρα στους εργαζόμενους φτωχούς στη δεύτερη θέση (μετά τη Ρουμανία που βρίσκεται στο υψηλότερο βάθρο) βρίσκεται η Ελλάδα, αποδεικνύοντας ότι η φτώχεια δεν έπληξε μόνο όσους βρέθηκαν στη στρατιά των ανέργων ή των συνταξιούχων, αλλά έπληξε ακόμη και τους εργαζόμενους.

Ούτε καν με επίδομα ανεργίας 500.000 μισθωτοί!

Στην έκθεση υπάρχει ειδική αναφορά στη χώρα μας όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Από το 2009 η Ελλάδα έχει δει μια δραστική μείωση στους ελάχιστους μισθούς και συνολικά τα εισοδήματα. Ταυτόχρονα, οι φόροι αυξήθηκαν και για τους υπαλλήλους και τους αυτο-απασχολούμενους, ενώ αυξήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές για τους αυτο-απασχολούμενους. Όλα αυτά οδήγησαν σε μειωμένα εισοδήματα και αγοραστική δύναμη για τους εργάτες όπως επίσης και σε πτώση στο μέσο διαθέσιμο εισόδημα και το όριο φτώχειας. Ειδικότερα, οι ελάχιστοι μισθοί στην Ελλάδα μειώθηκαν ως αποτέλεσμα ενός νόμου του 2012 (νόμος 4046) κατά 22% (από 751 σε 586 ευρώ μηνιαίως) και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών (σε 510 ευρώ μηνιαίως). Η άνοδος στις ελαστικές μορφές απασχόλησης (με κύριο αποτέλεσμα την μετατροπή της εργασίας πλήρους απασχόλησης σε μερική ή κυκλική) έχει μειώσει σοβαρά το εισόδημα από μισθούς. Η ΓΣΕΕ εκτιμά ότι 500.000 εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης αμείβονται με καθαρούς μισθούς μικρότερους από το ελάχιστο επίδομα ανεργίας, που ανέρχεται σε 360 ευρώ μηνιαίως»! Η σημασία που αποδίδει η έκθεση στις αντεργατικές αλλαγές που ψηφίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια επιβεβαιώνει ότι καμιά αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ στη σύγχρονη Ελλάδα, όσο επιθυμητή και αναγκαία προϋπόθεση κι αν είναι, δεν πρόκειται να μειώσει τον αριθμό των εργαζόμενων φτωχών, που δημιουργούνται από τις ελαστικές μορφές εργασίας και τους εξευτελιστικούς μισθούς.

Δεν είναι ο ρυθμός της ανάπτυξης, είναι το επίπεδο των μισθών σαν να βροντοφωνάζει η έκθεση…

Εντύπωση επιπλέον προκαλούν οι επιδόσεις δύο άλλων χωρών: της Εσθονίας και της Γερμανίας. Η μικρή βαλτική χώρα, πέρα από τον έξαλλο φιλοναζισμό που ενώνει όλη την πολιτική της ηγεσία, παινεύεται και για τις επιδόσεις της στην ψηφιακή επανάσταση, καμαρώνοντας ότι έχει υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις που δεκάδες άλλες ανεπτυγμένες χώρες συζητούν εδώ και δεκαετίες: από την ψηφιακή ταυτότητα μέχρι την εισαγωγή της εκμάθησης γλωσσών προγραμματισμού στις χαμηλότερες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Φαίνεται ωστόσο ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν εγγυήθηκαν ποιοτικές θέσεις εργασίας ούτε αξιοπρεπείς αμοιβές. Προς τι επομένως τόσες τυμπανοκρουσίες όταν κι ο «νέος θαυμαστός κόσμος» της υψηλής τεχνολογίας αποδεικνύεται εξ ίσου άδικος και γεμάτος στερήσεις με τον παλιό;

Η άλλη χώρα που ξεχώρισε στη λίστα με την αύξηση του κινδύνου ένταξης στη συνεχώς διευρυνόμενη κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών από το 2007 ως το 2014 είναι η Γερμανία που μετά την Εσθονία και τη Βουλγαρία κατέγραψε την μεγαλύτερη αύξηση, κατά 2,4%. Εδώ φαίνεται το «θαύμα» των μίνι θέσεων εργασίας (mini jobs) που μπορεί να μείωσαν την ανεργία δεν αύξησαν ωστόσο την κοινωνική ευημερία. Το παράδειγμα της Γερμανίας επιβεβαιώνει που οδηγούν τα μέτρα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας: στη φτωχοποίηση των εργαζομένων που είναι, φυσικά, η άλλη όψη της αύξησης των κερδών.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επίκαιρα»

Πηγή: ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου