Ντονιέσκ και Λουγκάνσκ


Του Στάθη Σταυρόπουλου

  Στη μέση του πουθενά για εμάς και στο κέντρο της Γης για εκείνους βρίσκονται οι δύο Λαϊκές Δημοκρατίες, του Ντονιέσκ και του Λουγκάνσκ. Αυτές οι δύο δημοκρατίες εκτείνονται στην περιοχή που ο Μιχαήλ Σολόχοφ περιέγραψε στον «Ήρεμο Ντον». Μόνον που, όπως τότε, έτσι και σήμερα ούτε η περιοχή, ούτε οι δύο περιφέρειες που αποσχίσθηκαν από την Ουκρανία είναι ήρεμες.

  Μετά το πραξικόπημα της 22ας Φεβρουαρίου του 2014 στο Κίεβο, που έφερε στην εξουσία ακροδεξιές και φασιστικές δυνάμεις, οι δύο αυτές επαρχίες στα ανατολικά της Ουκρανίας και βορείως της Κριμαίας αποσκίρτησαν με στόχο την ανεξαρτησία τους.

  Ο ρωσικός πληθυσμός που είναι πλειονότητα σε αυτές τις περιοχές, συνοικώντας ταυτοχρόνως με μια πλειάδα άλλων μειονοτήτων (όπως και η ελληνική), αντιμετώπισε αμέσως τον κίνδυνο που με το νέο δόγμα του Κιέβου για «ένα έθνος και μία γλώσσα» προέβαλε απειλητικός.

  Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των δύο Λαϊκών Δημοκρατιών επιλέχθηκε από τον λαό των δύο περιοχών ως αναγκαίος τρόπος για την υπεράσπιση της ταυτότητας, της γλώσσας και του πολιτισμού της ρωσικής πλειονότητας εκεί (αλλά μειονότητας στη σύνολη Ουκρανία) όπως και των υπόλοιπων μειονοτήτων που ζουν στο Ντονιέσκ και το Λουγκάνσκ. Η απάντηση του Κιέβου ήταν ο πόλεμος. Τα ουκρανικά στρατεύματα άνοιξαν πυρ εναντίον των εξεγερμένων σαν να βρίσκονταν σε εχθρική περιοχή και αιματοκύλισαν τους τύποις έστω ακόμα συμπατριώτες τους. Η επέμβαση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας σταμάτησε τη σφαγή, σταθεροποίησε την κατάσταση στα σύνορα των δυο δημοκρατιών και εγκαθιδρύθηκε έτσι μια επισφαλής ειρήνη, στο πλαίσιο της οποίας ξεσπούν έως σήμερα συγκρούσεις φανερές ή κρυφές, με κορυφαία τη δολοφονία του Προέδρου του Ντονιέσκ πριν από λίγους μήνες. Κατά τη διάρκεια των αρχικών συγκρούσεων υπήρξαν βαριές απώλειες και από τις δύο μεριές. Μια επίσκεψη στο Κοιμητήριο του Λουγκάνσκ, όπου αναπαύονται αλλά και τιμώνται ως ήρωες οι πεσόντες, σου ματώνει την καρδιά. Νέοι άντρες και γυναίκες, στρατιωτικοί και πολίτες που έχασαν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω τους αναμνήσεις στους οικείους τους, που όμως κάποτε κι αυτές θα πετρώσουν, όπως πέτρινες είναι οι φωτογραφίες των πεσόντων, εγχάρακτες στους τάφους τους.

Εκτός από τα μνημεία της Οκτωβριανής Επανάστασης και του Μεγάλου πατριωτικού Πολέμου που αφηγούνται απείραχτα ακόμα στο Λουγκάνσκ την Ιστορία, νέα μνημεία έχουν υψωθεί εκεί, όπως αυτό που μνημειώνει την απόφαση του λαού και τον αγώνα του για εθνική ανεξαρτησία. Αν ανεξαρτησία σημαίνει προσχώρηση και ενσωμάτωση στη (μητέρα) Ρωσία, αυτό μένει να φανεί…
  Κάτω από τις σημαίες με το κόκκινο αστέρι ή το πρόσωπο του Χριστού, στη σκιά των τανκς που έχουν τοποθετηθεί εν είδει μνημείων στο νεκροταφείο, δημιουργείται μια απόκοσμη ατμόσφαιρα πένθους και ελευθερίας, ματαιότητας και αναγκαιότητας. Ένα από τα τανκς έχει λουλουδιάσει από μόνο του. Στέκει παγωμένο όπως ο θάνατος, φορτωμένο νεκρολούλουδα καθώς και μια χειρόγραφη επιγραφή στα πλευρά του – επίγραμμα των πεσόντων προς τους ζώντες.

  Έχουν κάτι παράξενο τα επιγράμματα, είναι σαν οι νεκροί να θεωρούν πια ξένους τους ζωντανούς και να καταφεύγουν στο χέρι τους μόνον για να καταγραφεί ένα νόημα που αφορά περισσότερο τους θνητούς που συνεχίζουν παρά τους ίδιους που έφυγαν.
Ένα παράξενο έκθεμα υπάρχει στο μνημείο για την Οκτωβριανή Επανάσταση στο Λουγκάνσκ. Πρόκειται για ένα (εκτίθενται δύο) τανκ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το πρώτο τανκ που κατασκευάστηκε ποτέ (από τους Άγγλους). Προφανώς τα τανκς αυτά βρέθηκαν στις στέπες προς επικουρία των Λευκών κατά τον Εμφύλιο. Οι Σοβιετικοί μετά τη νίκη των Μπολσεβίκων τα αποκατέστησαν, καλώντας προς τούτο Αμερικανούς ειδικούς, και τώρα τα δύο αυτά θηρία μέσα από την ακίνητη γαλήνη τους υπενθυμίζουν μια θηριώδη εποχή. Μάλλον στα ώτα μιας ανθρωπότητας που δεν ακούει…

Εκλογές


Όπως καταλαβαίνετε, ήμουν κι «εγώ εκεί» ως παρατηρητής στις εκλογές που έγιναν στο Λουγκάνσκ την Κυριακή 11.11.2018. Ο αριθμός των παρατηρητών ήταν μεγάλος, από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα, Βέλγιο και άλλες, καθώς και από ευρεία γκάμα του πολιτικού φάσματος, Φόρτσα ντ’ Ιτάλια, Μελανσόν, Ουγγρική Ακροδεξιά, AfD, ΛΑΕ και άλλα, καθώς και πλήθος δημοσιογράφων, συγγραφέων και καλλιτεχνών.

  Οι εκλογές διεξήχθησαν ομαλά, οι πολίτες εκφράσθηκαν ελεύθερα (και εορταστικά) και καταγράφηκε μεγάλη συμμετοχή, πάνω απ’ το 75%. Το ζητούμενο των εκλογών αφορούσε την εκλογή Προέδρου και αντιπροσώπων για τα τοπικά συμβούλια των δύο Λαϊκών Δημοκρατιών. Το ερώτημα της ανεξαρτησίας ή, εν τέλει, της προσχώρησης και της ενσωμάτωσης στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι ένα ερώτημα ανοιχτό που απασχολεί τους πάντες.

  Ρωσικός στρατός δεν υπάρχει εμφανώς πουθενά, ίσως να υπάρχουν κάποιες μονάδες υπό μορφήν εθελοντών, υπάρχουν όμως ντόπιο στράτευμα και πολιτοφύλακες οπλισμένοι σαν αστακοί παντού. Η εγρήγορση για οποιασδήποτε μορφής χτύπημα από πλευράς της Ουκρανίας είναι διάχυτη. Κίνδυνος και αποφασιστικότητα για την αντιμετώπισή του στα μάτια πολλών, ανησυχία και ανασφάλεια στη γλώσσα του σώματος άλλων.

  Γιατί όμως «Λαϊκές Δημοκρατίες»;  Εις ό,τι αφορά το πολιτεύεσθαι, οι αναμνήσεις, ο απόηχος και η νοσταλγία (γενικευμένη άλλωστε σε όλη τη Ρωσία) της Σοβιετικής Ένωσης είναι παντού διαπεραστική και επιδραστική. Εις ό,τι αφορά όμως την οικονομία ο καπιταλισμός λειτουργεί όπως παντού, μάλιστα κρατικοδίαιτος. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο καθεστώς πραγμάτων, όπου ο πολιτισμός και η ταυτότητα (πλειονοτική και μειονοτική) αναφέρονται στην «παλιά καλή εποχή», ενώ η πραγματικότητα ορίζεται από την αγριότητα (και συχνά την ανικανότητα) ενός παγκοσμιοποιημένου οικονομικού μοντέλου που αλέθει όλα τα προηγούμενα.
Το νεκροταφείο αυτό βρίσκεται στο σημείο που οι εξεγερμένοι κάτοικοι του Λουγκάνσκ με τη βοήθεια των Ρωσικών στρατευμάτων σταμάτησαν την προέλαση των Ουκρανών προς την πόλη. Δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα κρίνουν το πνεύμα της εξέγερσης, οι τάφοι όμως βρίσκονται πλέον πέραν του δίκιου και του άδικου. Εδώ, στο νεκροταφείο, σέβεσαι απλώς το δίκιο εκείνων που έπεσαν για το δικό τους δίκιο. Νέοι άντρες και γυναίκες, γέροντες και παιδιά που τα πήρε η μπάλα των συγκρούσεων – η τυφλότης των «παράπλευρων απωλειών». Ο παγωμένος αέρας, ο μαύρος ουρανός, οι χαμογελαστοί στα μνημούρια τους νεκροί…


Μικρό ιστορικό

Η περιοχή παράγει άνθρακα και χάλυβα. Μετά την ανεξαρτησία της η Ουκρανία δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη της ρωσόφωνης περιοχής – της αρκούσε ο προσπορισμός του άνθρακα και του χάλυβα. Έτσι τα πράγματα αφέθηκαν στις σοβιετικές υποδομές, άλλες ακμαίες ακόμα, όπως οι δρόμοι και τα δίκτυα, κι άλλες να κατατρώγονται απ’ τον χρόνο, όπως τα σπίτια και ο αστικός ιστός.

  Όμως αυτό δεν είναι το κυρίως φαινόμενο που διαφοροποιεί την ενδοχώρα της περιοχής από το Κίεβο (όπως άλλωστε και πολλές ρωσικές επαρχίες απ’ τη Μόσχα). Σε πλήθος περιοχών «η Ιστορία δεν έπαψε να τραγουδάει». Τα αγάλματα αφηγούνται, η αρχιτεκτονική υπενθυμίζει, τα βιβλία ομιλούν με αποτέλεσμα ένα διαρκές παράξενο ταξίδι μέσα στον χρόνο. Στο Λουγκάνσκ επί παραδείγματι δίπλα στα Μνημεία του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου έχουν στηθεί και τα αγάλματα συμπλέγματα του ντόπιου πολεμιστή, του Κοζάκου και του Ρώσου στρατιώτη που έπεσαν για την ανεξαρτησία της Λαϊκής Δημοκρατίας. Το βράδυ των εκλογών λόγου χάριν σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα άκουγες τη Διεθνή σε χέβι-μέταλ εκτέλεση, ενώ χαρλεάδες μοτοσυκλετιστές έκαναν επιδείξεις με τσόπερ μοτοσυκλέτες σε εναέρια άλματα μέσα στο πλήθος και κάτω απ’ τα  πυροτεχνήματα. Ένα είδος (νεο)μπολσεβίκων - πατριωτών ανθεί μέσα στη νεολαία, κάτι που ένας αδαής θα χαρακτήριζε ως εθνικισμό παραγνωρίζοντας βαθύτερες αιτίες (και ταυτοχρόνως ανοιχτές σε πολλές εκδοχές συμπεριφορές). Οι επίσημοι εκπρόσωποι της Λαϊκής Δημοκρατίας αποφεύγουν τέτοιες συζητήσεις, αλλά οι σκέψεις και οι θεωρίες που ενδημούν στην κοινωνία δεν κρύβονται.

Δεν έλειψαν οι χοροί. Εδώ μπροστά σε ένα εκλογικό τμήμα. Η φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει τον βακχικό ρυθμό του λαϊκού τραγουδιού, που με μια αεράτη (κι εύθυμη) αυταρέσκεια χορεύουν με μπρίο οι γυναίκες του Λουγκάνσκ.​​​​​​​

  Οι περισσότεροι δείχνουν σαν κάτι να περιμένουν, χωρίς αυτό να είναι σαφές ή να δημιουργεί ένα επικρατούν ιδεολογικό ρεύμα. Το σίγουρο είναι ότι είναι δεμένοι με την ιστορία τους και όχι μόνον ως ένα είδος καταφυγής αλλά και ως ένα είδος προοπτικής.

  Το Ντονιέσκ και το Λουγκάνσκ σχηματοποιούνται ως Ρωσικές Επαρχίες το 1795. Με μεικτό πληθυσμό, Ρώσους, Τατάρους, Κοζάκους αλλά και Έλληνες. Το πρώτο κύμα ελληνικής μετανάστευσης στις στέπες του Δον εμφανίζεται επί Μεγάλης Αικατερίνης, όταν η Τσαρίνα επέτρεψε και παρότρυνε Χριστιανούς που υπέφεραν απ’ τους Οθωμανούς να βρουν καταφύγιο στις γαίες που η ίδια τους παραχώρησε.

  Το δεύτερο κύμα της ελληνικής μετανάστευσης στην πατρίδα του Βοροσίλωφ είχε τα χαρακτηριστικά της πολιτικής προσφυγιάς μετά το 1949. Σήμερα ο δήμαρχος του Λουγκάνσκ είναι (και) ελληνικής καταγωγής, φέρει το όνομα Μανώλης (τελείως), το γένος Κωνσταντινίδη.

Στο ίδιο νεκροταφείο με τους πεσόντες, στέκει σαν στοιχειωμένο κι ένα άρμα μάχης αυτού του πολέμου. Στα ξεκοιλιασμένα πλευρά του έχει γραφεί ένα επίγραμμα-σύνθημα-δοξαστικό για τους ηρωικούς μαχητές που σταμάτησαν τη ζωή τους εδώ, σταματώντας τον θάνατο και των άλλων – των αγαπημένων τους. Το άρμα είναι γεμάτο αναθηματικά λουλούδια – και, το πιο παράξενο, στα χώματα πάνω του και γύρω του έχουν φυτρώσει νεκρολούλουδα…​​​​​​​

  Στο Ντονιέσκ και το Λουγκάνσκ υπήρξε μεγάλη συσσώρευση ανθρακωρύχων και μεταλλεργατών με αποτέλεσμα απ’ τις αρχές ήδη του 20ού αιώνα οι σοσιαλιστικές ιδέες να είναι δημοφιλείς και διαδεδομένες. Οι βιομήχανοι της περιοχής έφεραν Άγγλους και Γερμανούς μηχανικούς, ενώ μετά την Επανάσταση του 1917 η γνώση οργανώθηκε σε ένα Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο και μια Βιβλιοθήκη που λάμπουν έως σήμερα. Η αστική και σοσιαλιστική στη συνέχεια ανάπτυξη κόσμησαν το Λουγκάνσκ με θέατρα, γήπεδα και βουλεβάρτα, ενώ στα ανθρακωρυχεία της περιοχής δούλεψε και ο περίφημος Σταχάνωφ.

  Δεν έμεινα πολύν καιρό στο Λουγκάνσκ για να μάθω και να σας μεταφέρω περισσότερα, είδα όμως παιδικές ζωγραφιές για τον πόλεμο, ανάμεσα σε όπλα-λάφυρα, φωτογραφίες καθημερινών ανθρώπων που έπεσαν, φωτογραφίες του Πούτιν και του Στάλιν, ένα μουσείο σοβιετικών αυτοκινήτων που οι κάτοικοι έστησαν οι ίδιοι για να τα σώσουν, Μόσκοβιτς και Βόλγα του ’40, του ’50 και του ’60, ΓΑΖ λιμουζίνες και τζιπάκια (προ)πολεμικά, γεύτηκα την κουζίνα τους με τη βότκα ποταμάκι φιλίας και κυκλοφορίας των αισθημάτων, είδα κυριούλες σοβιετικού τύπου και χαρούμενες νεαρές κοπέλες δυτικού εκμοντερνισμού και σας τα γράφω όλα αυτά καθώς το πρώτο χιόνι ενός αργοπορημένου και βραδυπορούντος ρώσικου χειμώνα έπεφτε πάνω στη στέπα καθ’ οδόν απ’ το Λουγκάνσκ προς το Ροστόβ επί του Δον… 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση την Πέμπτη 22-11-2018.

Πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ


Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου