Θρυαλλίδα η Ιταλία για τα χρέη της Ευρώπης - Τα τρία μοντέλα διαχείρισης ύστερα από μεγάλους πολέμους και κρίσεις


Του Βασίλη Γαλούπη

Οι μεγάλες καταστροφές, οι κρίσεις και οι πόλεμοι αλλάζουν την πορεία των πραγμάτων δραστικά και με τρόπους που έμοιαζαν αδιανόητοι πριν. Έτσι και με την πανδημία του κορωνοϊού SARS-CoV-2 ο κόσμος μπήκε ξαφνικά σε μια νέα εποχή, όπου η πολιτική δεν είναι απλώς θέατρο και αντιγνωμίες, αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου.

Με τον ίδιο τρόπο ο κορωνοϊός βάζει τον κόσμο σε μια νέα εποχή διαχείρισης κρατικών χρεών και οι προκλήσεις για το επόμενο διάστημα φαντάζουν πρώτη φορά τόσο μεγάλες συγκριτικά με τις τελευταίες δεκαετίες.

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Ζολτ Ντάρβας, αναλυτής του Ινστιτούτου Bruegel, προέβλεψε ότι η Ευρώπη βρίσκεται λίγο πριν από το ξέσπασμα μιας τεραστίων διαστάσεων κρίσης χρέους. Εκτιμάται ότι πρώτη θα μπει στη δίνη η Ιταλία, της οποίας το χρέος θα ξεπεράσει σύντομα το 189% του ΑΕΠ. Το επόμενο διάστημα, όμως, η οικονομική ύφεση που φέρνει μαζί της η πανδημία εκτιμάται ότι, αργά ή γρήγορα, θα συμπαρασύρει ολόκληρη την Ευρώπη και θα εκτινάξει τα χρέη κι άλλων χωρών.

Στην ουσία, βέβαια, αυτή δεν είναι η στιγμή να ανησυχούμε για τα χρέη. Όσο ο ιός προχωράει και η οικονομική δραστηριότητα παγώνει, οι κυβερνήσεις προσπαθούν, και πολύ σωστά, να περιορίσουν με κάθε διαθέσιμο μέσο τις ανθρώπινες και τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι αυτή η κρίση θα σπρώξει τα κρατικά χρέη σε καινούργια «νερά». Και, μάλιστα, αχαρτογράφητα για τη σύγχρονη εποχή.

Στη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα οι μεγάλες κρίσεις συχνά οδήγησαν τις κυβερνήσεις σε υψηλής κλίμακας δανειοδότηση και σε αλλαγές, πολλές φορές δραματικές, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν τους πιστωτές τους. Η μάχη κατά του νέου κορωνοϊού δεν θα αποτελέσει εξαίρεση.

Τα σχέδια οικονομικής διάσωσης που τώρα ετοιμάζονται πρόκειται να υπερβούν κατά πολύ αυτά που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008. Το πλήγμα που αναμένεται να επιφέρει η πανδημία στην παραγωγή και στα φορολογικά έσοδα υπολογίζεται ότι θα είναι επίσης μεγαλύτερο. Κάποιες χώρες θα βρεθούν με χρέη πολύ πάνω από το 150% του ΑΕΠ τους.

Ωστόσο δεν είναι λίγα αυτά που μπορούμε να διδαχθούμε από ανάλογες καταστάσεις του παρελθόντος. Η ιστορία του κρατικού δανεισμού τα τελευταία εκατό χρόνια μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους:

● Από την αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την αρχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της Μεγάλης Ύφεσης του 1929.
● Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.
● Τρίτη περίοδος είναι αυτή που άρχισε από τη δεκαετία του 1970.

Οι οικονομικές και πολιτικές προσεγγίσεις ήταν διαφορετικές σε κάθε μια από αυτές τις περιόδους και μπορούν να μας δώσουν μια ιδέα για το πώς αναμένεται να μοιάζουν το οικονομικό καθεστώς και η στάση έναντι των κρατικών χρεών μετά την πανδημία του κορωνοϊού.

Στο έλεος των αγορών

Μεταξύ της αρχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της αρχής του Δευτέρου, οι διαμάχες, η ανοικοδόμηση και η Μεγάλη Ύφεση του 1929 επέβαλαν τεράστιες απαιτήσεις και πιέσεις στους δημοσιονομικούς ισολογισμούς των χωρών.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι κυβερνήσεις βρίσκονταν συχνά στο έλεος των διαθέσεων των αγορών.

Η περίπτωση της Βρετανίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το χρέος της αυξήθηκε στο 140% του ΑΕΠ αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και έτσι το Λονδίνο προσπάθησε να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών μέσω της μείωσης του χρέους. Η βρετανική κυβέρνηση κατάφερε να έχει πλεόνασμα 7% του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920.

Όμως οι συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν καταστροφικές. Η υπερβολική λιτότητα υπονόμευσε την οικονομική ανάπτυξη: η παραγωγή το 1928 παρέμενε χαμηλότερα από τα ποσοστά του 1918. Ποια ήταν η συνέπεια; Το χρέος συνέχισε να αυξάνεται φθάνοντας το 170% του ΑΕΠ το 1930, όταν τα πρώτα απόνερα του κραχ του 1929 άρχισαν να χτυπάνε και τη βρετανική οικονομία.

Υπό χρεοκοπία ο μισός πλανήτης

Άλλες οικονομίες, οι οποίες αναγκάστηκαν να πάρουν ακόμη πιο απελπισμένα μέτρα, τα πήγαν ακόμα χειρότερα. Η Γερμανία, αποδυναμωμένη από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και ανίκανη να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να εξυπηρετήσει το χρέος της, βυθίστηκε στον υπερπληθωρισμό.

Όταν το νόμισμά της καταστράφηκε λόγω της υποτίμησης, το βάρος του χρέους της ως μερίδιο του ΑΕΠ μειώθηκε δραματικά, κατά 129 ποσοστιαίες μονάδες. Όμως, με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Η νομισματική υποτίμηση, δηλαδή, έφερε μεγάλη μείωση του χρέους, αλλά κατέστρεψε την οικονομία και την κοινωνία της χώρας.

Οι χρεοκοπίες κρατών ήταν εκείνη την περίοδο κάτι συνηθισμένο. Το 1933 οι χώρες που παρήγαγαν συνολικά το μισό παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν σε κάποια μορφή είτε χρεοκοπίας είτε αναδιάρθρωσης χρέους.

Η μεταπολεμική περίοδος

Κατά τη διάρκεια – αλλά κυρίως μετά το τέλος – του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών δοκίμασαν μια διαφορετική προσέγγιση από αυτήν της προηγούμενης περιόδου.

Έπειτα από το τραύμα των αμέσως προηγούμενων 30 ετών με τους δύο παγκόσμιας κλίμακας πολέμους, η λιτότητα δεν αποτελούσε πια ένα πολιτικά δόκιμο «εργαλείο» για τα κράτη, ώστε να διαχειριστούν τα χρέη.

Κάποιες χώρες χρεοκόπησαν ή έζησαν μεταπολεμικούς υπερπληθωρισμούς. Άλλες κυβερνήσεις χωρών στράφηκαν στην «οικονομική καταστολή». Δηλαδή ουσιαστικά εξανάγκαζαν τους πιστωτές να τους δανείσουν με μη ελκυστικούς όρους. Κάποια από τα εργαλεία που χρησιμοποίησαν σε αυτή την καταστολή είχαν ήδη τεθεί σε λειτουργία κατά τη διάρκεια του πολέμου ώστε να τον χρηματοδοτήσουν.

Τα «παιχνίδια» με τα επιτόκια

Για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η κυβέρνηση επέβαλε ανώτατο όριο στα επιτόκια με τα οποία οι τράπεζες χρέωναν τους δανειστές ή πλήρωναν τους καταθέτες. Τα capital controls δεν επέτρεψαν στους καταθέτες να αναζητήσουν καλύτερα επιτόκια στο εξωτερικό.

Στην πράξη το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστούν τα νοικοκυριά και τα ιδρύματα του εσωτερικού να δανείζουν την αμερικανική κυβέρνηση με επιτόκια χαμηλότερα από αυτά της αγοράς.
Καθώς οι έλεγχοι των τιμών που υπήρχαν κατά τη διάρκεια του πολέμου χαλάρωναν, ο πληθωρισμός ανέβηκε σε σχετικά ανεκτά επίπεδα και το επιτόκιο του δημόσιου χρέους, προσαρμοσμένο για τον πληθωρισμό, έγινε αρνητικό και παρέμεινε έτσι τις επόμενες δεκαετίες.

Σύμφωνα με μελέτη του ΔΝΤ και του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, τα πραγματικά επιτόκια των ανεπτυγμένων οικονομιών ήταν αρνητικά για το μισό διάστημα μεταξύ 1945 και 1980. Εκείνη την περίοδο η Γαλλία πλήρωνε μέσο πραγματικό επιτόκιο -6,6% και η Βρετανία -1,7%!
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Μεταξύ 1946 και 1961 η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ των ΗΠΑ έπεσε κατά 68 ποσοστιαίες μονάδες. Τη δεκαετία του 1970 η αναλογία χρέος προς ΑΕΠ σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες έπεσε κατά 25%.

Από τη δεκαετία του 1970 και μετά

Η τρίτη εποχή άρχισε τη δεκαετία του 1970. Οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών χαλάρωσαν τον έλεγχο στις ροές των κεφαλαίων και τα οικονομικά συστήματα, πράγμα που τις έκανε ξανά εκτεθειμένες και ευάλωτες στις διεθνείς οικονομικές αγορές.

Η παγκόσμια οικονομική ενσωμάτωση που άρχισε μετά το 1990 συνέπεσε με μια αύξηση της επιθυμίας για αποταμίευση σε σχέση με τις επενδύσεις και με μια ζήτηση για την ασφάλεια που προσέφεραν τα ομόλογα των πλούσιων χωρών με σταθερά νομίσματα. Τα κόστη δανεισμού μειώνονταν διαρκώς, ακόμα κι όταν αυξάνονταν τα χρέη σε πολλές χώρες.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 ενίσχυσε αυτή την τάση. Το δημόσιο χρέος στις πλούσιες χώρες ανέβηκε από 59% του ΑΕΠ το 2007 σε 91% του ΑΕΠ το 2013. Παρά ταύτα οι κυβερνήσεις των πλούσιων κρατών κατάφερναν να δανείζονται με μηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια στη διάρκεια της δεκαετίας που μας πέρασε.

Η επέλαση της πανδημίας

Η πανδημία του κορωνοϊού σημαίνει ότι μπορεί να βρισκόμαστε λίγο πριν από την αρχή μιας νέας εποχής στη διαχείριση του κρατικού χρέους. Ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο τι θα φέρει αυτή η εποχή.
Πάντως, οι ειδικοί εκτιμούν, σύμφωνα με τον «Economist», ότι το καθεστώς του χρέους και η διαχείρισή του τη μετά την πανδημία περίοδο είναι πιθανό να μοιάζει πολύ με τα μεταπολεμικά χρόνια. Με την εποχή, δηλαδή, που η λιτότητα είχε κουράσει τις κοινωνίες και οι κυβερνήσεις κατέφυγαν σε δραστικές οικονομικές παρεμβάσεις δίνοντας μεγαλύτερο βάρος, εκτός των άλλων, και στο κράτος πρόνοιας.

Οι δοκιμασίες της κρίσης που προκαλεί η πανδημία εκτιμάται ότι μπορεί να φέρουν ένα νέο κύμα επενδύσεων στην τεχνολογία και τις υποδομές. Ο οικονομικός παρεμβατισμός θα επέτρεπε στις κυβερνήσεις να διαχειριστούν την άνοδο στο δημόσιο κόστος δανεισμού, ειδικά αν υπάρξουν πάλι σύνορα στη διακίνηση αγαθών και κεφαλαίων μετά το πέρας των μέτρων «κλειδώματος» των οικονομιών, που επηρεάζουν περισσότερο από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη αυτή την περίοδο.

Προς... εκτύπωση χρήματος; 

Η επανεκκίνηση της ανάπτυξης, πάντως, όταν αρχίσει να υποχωρεί η πανδημία, μάλλον θα αποδειχθεί δύσκολη. Οι κεντρικές τράπεζες, σε μια προσπάθεια να ανακουφίσουν τις πληττόμενες οικονομίες, έχουν ήδη αρχίσει να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες δημόσιου χρέους. Η ΕΚΤ ήδη ανακοίνωσε ότι προχωράει ένα σχέδιο αγοράς ομολόγων αξίας 750 δισ. ευρώ.

Αν η ανάρρωση των οικονομιών αποδειχθεί αδύναμη, τότε οι κεντρικές τράπεζες ίσως ωθηθούν, αν δεν υποχρεωθούν, να χρηματοδοτούν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα με φρεσκοτυπωμένο χρήμα σε μόνιμη βάση.

Σε αυτή την περίπτωση ο χρηματοδοτούμενος δανεισμός, μάλιστα σε τέτοια κλίμακα και χωρίς να συνοδεύεται από πληθωριστικές συνέπειες, θα μπορούσε να αλλάξει τελείως τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα όρια στο χρέος. Μπορεί ακόμη να φαίνεται δύσκολο, αλλά δεν θα είναι η πρώτη φορά που μια μεγάλη παγκόσμια κρίση ξαναγράφει τους κανόνες...

Πηγή: ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου