Εκλογές ως απόηχος μέσα σε κλειστούς διαδρόμους

Eurokinissi

Είναι εκείνο το θολό σημείο όπου το «νόμιμο» μπλέχτηκε επικίνδυνα με το «παράνομο».

Του Απόστολου Αποστόλου *

Η πολιτική ατμόσφαιρα στο Μαξίμου θυμίζει αυτές τις παλιές, ξεχασμένες σοφίτες, που είναι γεμάτη σκόνη, με βαριά υγρασία και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του «κάτι κρύβουμε αλλά δεν το ανοίγουμε». Και κάπου μέσα σε αυτή τη θολούρα, σαν ψίθυρος που δεν λέει να γίνει κραυγή, διαρρέει ότι «τον Μάη πάμε για εκλογές». Όχι επίσημα βεβαίως γιατί ποτέ δεν είναι επίσημα αυτά τα πράγματα. Πάντα έρχονται ντυμένα με τον μανδύα της «εκτίμησης», της «πληροφορίας», της «αίσθησης των κύκλων».

Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές. Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τώρα; Και κυρίως, γιατί έτσι;

Μήπως πρόκειται για μια κλασική δοκιμαστική διαρροή; Ένα πολιτικό «μπαλόνι», από αυτά που αφήνονται στον αέρα για να μετρηθεί η φορά του ανέμου; Να δουν αντιδράσεις, να καταγράψουν νεύρα, να αφουγκραστούν τη σιωπή που συχνά λέει περισσότερα από τις φωνές. Γιατί σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί να εκπλήσσεται, η απουσία αντίδρασης είναι ίσως η πιο ηχηρή αντίδραση απ’ όλες.

Ή μήπως το Μαξίμου αναζητά κάτι βαθύτερο; Ίσως μια νέα αφήγηση; Μια υποψία συναίνεσης που θα μπορούσε να φυτρώσει μέσα σε ένα πολιτικό τοπίο που μοιάζει περισσότερο με ξερό χωράφι παρά με εύφορη γη; Γιατί οι συναινέσεις δεν προκύπτουν πια από ιδεολογικές συγκλίσεις, αλλά προκύπτουν από ανάγκη, από κόπωση, από το «ας τελειώνουμε με αυτό».

Και εδώ αρχίζει η ειρωνεία να γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.

Γιατί όταν ένα κυβερνητικό κέντρο σκέφτεται εκλογές όχι ως κορύφωση πολιτικής στρατηγικής αλλά ως πιθανή έξοδο κινδύνου, τότε η διαδικασία μοιάζει λιγότερο με δημοκρατική ανανέωση και περισσότερο με διαχείριση κρίσης. Σαν να τραβάς το χειρόφρενο ενώ το αυτοκίνητο τρέχει, όχι επειδή θέλεις να σταματήσεις, αλλά επειδή δεν ξέρεις πια πώς να το οδηγήσεις.

Και ποια είναι αυτή η κρίση;

Είναι εκείνο το θολό σημείο όπου το «νόμιμο» μπλέχτηκε επικίνδυνα με το «παράνομο». Όχι απαραίτητα με την αυστηρή νομική έννοια αυτή άλλωστε έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ελαστική όταν χρειάζεται, αλλά με την πολιτική και ηθική έννοια. Εκεί όπου οι θεσμοί αρχίζουν να μοιάζουν περισσότερο με εργαλεία παρά με όρια, όπου οι μηχανισμοί λειτουργούν όχι για να υπηρετούν, αλλά για να προστατεύουν. Και όπου τα πρόσωπα παύουν να είναι φορείς ευθύνης και γίνονται απλώς ρόλοι σε ένα κακογραμμένο έργο.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα «κλειστά δωμάτια» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, δεν είναι απλώς μεταφορά, είναι σχεδόν γεωγραφικός όρος. Εκεί όπου λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς φως, χωρίς θόρυβο, χωρίς την ενοχλητική παρουσία της δημόσιας λογοδοσίας. Οι διάδρομοι γεμίζουν ψιθύρους, από συμφωνίες που δεν καταγράφονται, μαζί με συνεννοήσεις που δεν επιβεβαιώνονται ποτέ και όλα γίνονται ένα παιχνίδι ειδικού σκοπού που όλοι το γνωρίζουν ότι υπάρχει αλλά το κρύβουν πίσω από τα σκηνικά της πολιτικής παράστασης.

Και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται η ιδέα των εκλογών, σαν καθαρτήριο, σαν επανεκκίνηση, σαν να μπορεί η κάλπη να ξεπλύνει ό,τι δεν ξεπλένεται αλλιώς.

Αλλά μπορεί;

Ή μήπως πρόκειται απλώς για μια προσπάθεια διάσωσης; Να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί όπως οι μηχανισμοί που έχουν ήδη φθαρεί, οι φορείς που έχουν ήδη εκτεθεί, τα πρόσωπα που έχουν ήδη ταυτιστεί με επιλογές που δύσκολα εξηγούνται. Να διατηρηθεί μια ισορροπία που δεν στηρίζεται πια σε πολιτική δυναμική, αλλά σε φόβο απώλειας και ελέγχου.

Σε αυτό το σημείο, η διακωμώδηση δεν είναι επιλογή, είναι σχεδόν υποχρέωση.

Διότι η εικόνα ενός πολιτικού κέντρου που διαρρέει εκλογικά σενάρια για να δει «πώς θα κάτσει» θυμίζει περισσότερο εργαστήριο δημοσκοπήσεων παρά κυβέρνηση. Σαν να δοκιμάζουν τίτλους πριν γράψουν το κείμενο, σαν να αποφασίζουν το τέλος πριν καταλάβουν την πλοκή.

Και η κοινωνία; Εκείνη παρακολουθεί ως συνήθως. Όχι απαραίτητα αδιάφορη, αλλά σίγουρα πιο δύσπιστη από ποτέ. Γιατί έχει δει πολλές φορές αυτό το έργο και έχει μάθει να αναγνωρίζει τις κινήσεις, να προβλέπει τις διαρροές, να καταλαβαίνει πότε μια «πληροφορία» είναι στην πραγματικότητα μήνυμα.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές τον Μάιο.

Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, θα μπορέσουν να βγάλουν τη χώρα από τη σκόνη ή απλώς θα την ανακατέψουν λίγο ακόμα.

* Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
 
Πηγή : documentonews.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου