Του Βασίλη Γιαουρδήμου
Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη το 2001 παρουσιάστηκε ως ιστορική στιγμή «οικονομικής ολοκλήρωσης» και πολιτικής σταθερότητας. Ωστόσο, η πορεία που ακολούθησε απέδειξε ότι το κοινό νόμισμα δεν λειτούργησε ως εργαλείο ευημερίας, αλλά ως μηχανισμός περιορισμού της κυριαρχίας ενός κράτους με διαφορετική οικονομική δομή από τις ισχυρές βιομηχανικές χώρες του Βορρά. Η κρίση του 2009–2015 αποκάλυψε τις αδυναμίες της ευρωζώνης και τις δραματικές συνέπειες της απώλειας νομισματικής αυτονομίας. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται το ερώτημα αν η Ελλάδα πρέπει να επανεξετάσει τη συμμετοχή της στο ευρώ, επιλέγοντας την οδό της ανεξαρτησίας
Η οικονομική θεωρία διδάσκει ότι ένα κράτος χωρίς έλεγχο του νομίσματός του στερείται βασικού εργαλείου οικονομικής πολιτικής. Μετά την είσοδο στο ευρώ, η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να υποτιμήσει το νόμισμά της για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα ή να αυξήσει τη ρευστότητα σε περιόδους ύφεσης. Αντίθετα, αναγκάστηκε να ακολουθεί μια νομισματική πολιτική σχεδιασμένη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που εξυπηρετεί κυρίως τις ανάγκες χωρών όπως η Γερμανία, με εντελώς διαφορετική οικονομική δομή.
Η κρίση χρέους του 2010 ήταν αποτέλεσμα αυτής της ασυμμετρίας. Η Ελλάδα, χωρίς τη δυνατότητα νομισματικής προσαρμογής, οδηγήθηκε σε σκληρά προγράμματα λιτότητας, ύφεση 25%, ανεργία πάνω από 27% και μαζική φτωχοποίηση. Η «διάσωση» συνοδεύτηκε από απώλεια οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας, καθώς κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν από την «Τρόικα». Η έννοια της εθνικής αξιοπρέπειας δέχτηκε πλήγμα, με τη χώρα να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως «οφειλέτης» παρά ως ισότιμο μέλος της Ένωσης.
Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα αποκαθιστούσε τη δυνατότητα χάραξης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος θα καθιστούσε τα ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες πιο ανταγωνιστικά, αυξάνοντας τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Παράλληλα, θα ευνοούσε την εγχώρια παραγωγή, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές. Αν και η μετάβαση θα προκαλούσε βραχυπρόθεσμες δυσκολίες, η εμπειρία χωρών όπως η Ισλανδία και η Αργεντινή δείχνει ότι μια οικονομία μπορεί να ανακάμψει ταχύτερα όταν διαθέτει δικό της νόμισμα και ελέγχει την πιστωτική της πολιτική.
Πέρα από τα οικονομικά δεδομένα, υπάρχει και η διάσταση της πολιτικής αυτονομίας. Ένα κυρίαρχο κράτος πρέπει να μπορεί να αποφασίζει για τη φορολογία, τις δαπάνες και την κοινωνική πολιτική του χωρίς εξωτερική επιτήρηση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αναγεννηθεί οικονομικά όσο οι θεσμοί των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης επιβάλλουν δημοσιονομικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την ανάπτυξη.
Η αποχώρηση από την ευρωζώνη δεν θα είναι εύκολη ούτε ανώδυνη, αλλά θα αποτελέσει πράξη οικονομικής απελευθέρωσης και εθνικής αξιοπρέπειας. Το προσωρινό σοκ θα είναι μικρότερο από τη μακροχρόνια φθορά της εξάρτησης και της λιτότητας. Η Ελλάδα χρειάζεται να ξαναγίνει κυρίαρχη στον οικονομικό της σχεδιασμό, να επενδύσει στις δικές της δυνάμεις και να οικοδομήσει ένα μοντέλο ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο, την παραγωγή και την κοινωνική δικαιοσύνη. Μόνο τότε θα μπορέσει να σταθεί πραγματικά όρθια, ελεύθερη και αξιοπρεπής μέσα στην Ευρώπη — αλλά με τους δικούς της όρους.


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου