Μια απάντηση στην δημιουργική κριτική του Γιάννη Ραχιώτη και του Αλέξανδρου Τσίγγου.
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Τις τελευταίες ημέρες είχα την ευκαιρία να διαβάσω δύο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες κριτικές πάνω στη θεωρία μου για το Συλλογικό Τραύμα, από ανθρώπους που εκτιμώ βαθιά τόσο για την επιστημονική τους συγκρότηση όσο και για την ποιότητα της δημόσιας παρουσίας τους: τον Γιάννη Ραχιώτη και τον Αλέξανδρο Τσίγγο.
Θέλω να τους ευχαριστήσω δημόσια. Όχι από ευγένεια, αλλά γιατί πιστεύω πραγματικά ότι οι θεωρίες δεν ωριμάζουν μέσα στους μονολόγους, αλλά μέσα στον αντίλογο. Και ιδιαίτερα όταν αυτός διατυπώνεται με επιχειρήματα και καλή πίστη.
Παρατηρώ, ωστόσο, ότι και οι δύο κριτικές, παρότι διαφέρουν μεταξύ τους, συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: εκφράζουν την ανησυχία μήπως η έννοια του τραύματος οδηγήσει σε μια ψυχολογικοποίηση της πολιτικής, σαν να υποκαθιστά η ψυχολογία την ιστορία, τη γεωπολιτική, την οικονομία ή την πολιτική πράξη.
Αν αυτή ήταν πράγματι η θέση μου, θα συμμεριζόμουν κι εγώ την ίδια ανησυχία. Όμως δεν είναι αυτή η θέση που προσπαθώ να διατυπώσω. Και ίσως εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική παρεξήγηση που αξίζει να αποσαφηνιστεί.
Κατ’ αρχάς το ερώτημα που θέτει ο Γιάννης Ραχιώτης «γύρω από ποιο πολιτικό πρόγραμμα μπορεί να συγκροτηθεί μια συλλογική δράση;» είναι μια ουσιαστική πολιτική ερώτηση. Νομίζω όμως ότι η κριτική του αποδίδει στη θέση μου κάτι που δεν έχω υποστηρίξει ποτέ. Δεν ισχυρίστηκα ότι η ψυχολογία μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική. Ούτε ότι η θεραπεία μπορεί να αντικαταστήσει τον συλλογικό αγώνα. Ούτε ότι τα ιστορικά και γεωπολιτικά προβλήματα λύνονται με ψυχοθεραπεία. Αυτό θα ήταν πράγματι μια αφελής θέση. Η δική μου θέση είναι διαφορετική.
Υποστηρίζω ότι καμία πολιτική πρόταση, όσο ορθή κι αν είναι, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν αγνοεί τους ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς που παράγουν φόβο, παθητικότητα, δυσπιστία, κατακερματισμό και αδυναμία συλλογικής εμπιστοσύνης. Αυτό άλλωστε το γνωρίζουν και το αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο οι «κοινωνικοί μηχανικοί» του κυρίαρχου Συστήματος. Συνεπώς, δεν αναφέρομαι σε αντικατάσταση της πολιτικής από την ψυχολογία. Μιλώ για συμπλήρωσή της.
Η ιστορία του 20ού αιώνα είναι γεμάτη από εξαιρετικά πολιτικά προγράμματα που απέτυχαν όχι επειδή στερούνταν θεωρητικής συνοχής, αλλά επειδή υποτίμησαν την ανθρώπινη ψυχολογία. Οι κοινωνίες δεν αποτελούνται μόνο από οικονομικά συμφέροντα. Αποτελούνται και από φόβους, από μνήμες, από τραύματα, από αφηγήσεις, από εμπιστοσύνη ή δυσπιστία, από την ικανότητα ή την αδυναμία να συνεργαστούν. Αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, τότε η πολιτική κινδυνεύει να μιλά σε ανθρώπους που ψυχικά αδυνατούν να πράξουν εκείνα που η ίδια τους ζητά. Και αυτό ακριβώς νομίζω ότι συμβαίνει (και) στην Ελλάδα σήμερα. Η πολιτική μιλάει σε ανθρώπους που εν πολλοίς δεν μπορούν ψυχικά καν να ακούσουν.
Η έννοια του συλλογικού τραύματος δεν επιχειρεί να εξηγήσει τη γεωπολιτική ούτε να αντικαταστήσει την πολιτική οικονομία, είναι όμως παράγοντας τους. Γιατί, τα ιστορικά γεγονότα εγγράφονται στη συλλογική ψυχή και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία εμπιστεύεται, φοβάται, θυμάται και τελικά πολιτικά συμπεριφέρεται.
Αν αυτό παρουσιάζεται ως η θέση ότι «η ψυχολογία αντικαθιστά την πολιτική», τότε φοβάμαι ότι δεν συζητάμε πλέον τη δική μου θέση, αλλά μια απλουστευμένη εκδοχή της. Και αυτό δεν βοηθά τον διάλογο.
Γιατί η πραγματική διαφωνία δεν είναι ανάμεσα στην πολιτική και την ψυχολογία. Η πραγματική διαφωνία είναι αν η πολιτική μπορεί να κατανοήσει τον άνθρωπο χωρίς να λάβει υπόψη και την ψυχική του πραγματικότητα. Εγώ πιστεύω πως δεν μπορεί! Και ίσως σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε μια πολιτική που να γνωρίζει όχι μόνο πώς λειτουργούν οι θεσμοί, αλλά και πώς πληγώνονται οι κοινωνίες.
Ο πολύ αγαπητός μου Αλέξανδρος Τσίγγος θέτει μια διαφορετική ένσταση από εκείνη του Γιάννη Ραχιώτη. Αν ο Γιάννης με καλεί να μη συγχέω την ψυχολογία με την πολιτική, ο Αλέξανδρος με καλεί να μη συγχέω το πρόσωπο με τη δομή. Είναι μια εξίσου σημαντική παρατήρηση.
Γράφει ότι το πρόβλημα δεν είναι αν ένας ηγέτης είναι περισσότερο ή λιγότερο τραυματισμένος. Το πρόβλημα είναι οι δομές που αναπαράγουν διαρκώς τα ίδια φαινόμενα. Και έχει δίκιο. Αν η θεωρία του συλλογικού τραύματος κατέληγε να αναζητά κάθε φορά έναν «λιγότερο πληγωμένο ηγέτη», τότε θα ήταν μια βαθιά συντηρητική θεωρία. Θα άλλαζε τα πρόσωπα, αφήνοντας ανέπαφες τις δομές. Δεν είναι όμως αυτό που υποστηρίζω.
Γιατί το συλλογικό τραύμα δεν είναι θεωρία των προσώπων. Είναι θεωρία των σχέσεων. Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, η διαφορά μας. Οι δομές ασφαλώς υπάρχουν. Όμως οι δομές δεν αναπαράγονται από μόνες τους. Δεν έχουν βούληση. Δεν έχουν συνείδηση. Δεν ενεργούν ερήμην των ανθρώπων. Αναπαράγονται επειδή συγκεκριμένοι τρόποι σχέσης επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά.
Όταν μια κοινωνία δυσκολεύεται να εμπιστευθεί, όταν φοβάται τη διαφωνία, όταν αναζητά σωτήρες αντί για θεσμούς, όταν ταυτίζει την κριτική με την προδοσία ή την ενότητα με την ομοφωνία, τότε δεν αναπαράγεται μόνο μια πολιτική δομή. Αναπαράγεται ένας ψυχικός τρόπος οργάνωσης της συλλογικής ζωής. Και αυτός ο τρόπος δεν είναι ανεξάρτητος από την ιστορία που έχει προηγηθεί.
Η θεωρία του συλλογικού τραύματος δεν έρχεται, λοιπόν, να αντικαταστήσει την έννοια της δομής. Έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη ερώτημα: Πώς οι δομές κατοικούν μέσα στους ανθρώπους; Πώς γίνονται φόβος. Πώς γίνονται δυσπιστία. Πώς γίνονται τρόπος σχέσης. Πώς γίνονται τελικά δεύτερη φύση.
Γιατί αν δεν απαντήσουμε και σε αυτό το ερώτημα, υπάρχει ένας κίνδυνος που θεωρώ εξίσου σοβαρό. Να αλλάζουμε διαρκώς τις δομές στα χαρτιά, χωρίς να αλλάζουν οι τρόποι με τους οποίους τις ενσαρκώνουν οι άνθρωποι. Και τότε, οι ίδιες παλιές σχέσεις εξουσίας θα επιστρέφουν μέσα από καινούργιους θεσμούς, και οι ίδιες μορφές εξάρτησης θα αναπαράγονται με διαφορετικό λεξιλόγιο.
Δεν πιστεύω λοιπόν ότι αρκεί να αλλάξουμε τους ανθρώπους. Ούτε πιστεύω ότι αρκεί να αλλάξουμε τις δομές. Πιστεύω ότι η ιστορία μάς διδάσκει κάτι πιο απαιτητικό: οι κοινωνίες μετασχηματίζονται πραγματικά μόνο όταν μετασχηματίζονται ταυτόχρονα οι θεσμοί και η ψυχική κουλτούρα μέσα στην οποία αυτοί λειτουργούν.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα σημείο στο κείμενο του Αλέξανδρου με το οποίο αισθάνομαι ότι συμφωνώ σχεδόν απόλυτα. Γράφει: «Η εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας δεν είναι ανεξάντλητη. Είναι απόθεμα... Αν και αυτή η φορά καταλήξει σε στάχτη, την επόμενη φορά ο κόσμος θα μείνει σπίτι του. Όχι από αδιαφορία. Από πείρα.»
Νομίζω ότι εδώ ο Αλέξανδρος περιγράφει με εξαιρετική ακρίβεια αυτό ακριβώς που προσπαθώ να ονομάσω συλλογικό τραύμα. Γιατί τι είναι, άραγε, ένα συλλογικό τραύμα, αν όχι η σταδιακή εξάντληση της δυνατότητας μιας κοινωνίας να εμπιστεύεται; Τι σημαίνει ότι «ο κόσμος θα μείνει σπίτι του από πείρα»; Σημαίνει ότι οι προηγούμενες διαψεύσεις δεν έμειναν μόνο στην πολιτική ιστορία. Εγγράφηκαν στην ψυχική ιστορία της κοινωνίας. Έγιναν δυσπιστία. Έγιναν παραίτηση. Έγιναν κυνισμός. Έγιναν η βαθιά πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Και αυτή ακριβώς είναι η θέση που προσπαθώ να αναπτύξω.
Το συλλογικό τραύμα δεν είναι μια μεταφορά. Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας οι ιστορικές εμπειρίες μετασχηματίζονται σε συλλογικές προσδοκίες, σε συλλογικούς φόβους και σε συλλογικές συμπεριφορές.
Δεν διαφωνώ λοιπόν με την αγωνία του Αλέξανδρου. Αντιθέτως. Νομίζω ότι αυτή η αγωνία επιβεβαιώνει γιατί η ψυχοκοινωνική διάσταση δεν μπορεί να απουσιάζει από την πολιτική ανάλυση.
Γιατί όταν μια κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της, δεν χάνει απλώς μία εκλογική μάχη. Χάνει τη δυνατότητα να πιστεύει ότι η συλλογική δράση μπορεί να έχει νόημα. Και τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι υπαρξιακό-αυτό δηλαδή που συμβαίνει στην πατρίδα μας σήμερα.
Στην πραγματικότητα, το συλλογικό τραύμα δεν είναι η μνήμη του πόνου. Είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης ότι ο πόνος είναι κοινός και ως εκ τούτου μπορεί να μετασχηματιστεί σε κοινή αντίσταση και δημιουργία.
Συμπερασματικά, η πολιτική χωρίς ψυχολογία κινδυνεύει να αλλάζει θεσμούς χωρίς να αλλάζει τρόπους σχέσης. Η ψυχολογία χωρίς πολιτική κινδυνεύει να θεραπεύει ανθρώπους μέσα σε παθολογικές δομές. Οι θεωρίες για το συλλογικό τραύμα δεν έρχονται να αντικαταστήσουν ούτε τη μία ούτε την άλλη. Έρχονται να τις συνδέσει...μπας και βγάλουμε άκρη «Τι μας έχει συμβεί».
* Αντώνης Ανδρουλιδάκης, Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος/ Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου και Neapolis Pafos.



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου