Το ποτάμι κυλάει βουβό

Του Κώστα Γιαννιώτη

(Το άρθρο γράφηκε στις 27 Αυγούστου 2013)

Η δυστυχία, η μιζέρια, και η εξαθλίωση όλο και μεγαλύτερων ομάδων του πληθυσμού, έγινε το μόνιμο μοτίβο της ζωής αυτού του τόπου. Ενός τόπου που θα μπορούσε να είναι τόπος ευημερίας, προόδου και υγιούς διαβίωσης και ανάπτυξης ενός λαού, έχει μετατραπεί σε κολαστήριο που, σε λίγο ακόμα καιρό, ελάχιστα θα διαφέρει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Μέσα σ' αυτό το ζοφερό σκηνικό, ζουν και υπάρχουν άνθρωποι που μπορείς να τους κατατάξεις σε διάφορες κοινωνικές ομάδες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ένα ιδιόμορφο κοινωνικό παζλ, αποτέλεσμα των βίαιων κοινωνικών ανακατατάξεων που παρατηρούνται εξ αιτίας των κατοχικών συνθηκών που επιβλήθηκαν στον τόπο μας.

Από τη μια οι δωσίλογοι «κυβερνώντες», μαζί με το συρφετό που τους ακολουθεί. Οι τοκογλύφοι κάθε είδους και τα «τζάκια». Οι βολεμένοι και οι τυχοδιώκτες που πάντα παρασιτούσαν στο κορμί αυτού του λαού. Οι μαυραγορίτες και τα κοράκια, που πάντα ελλόχευαν στα σπλάχνα αυτού του τόπου. Τα μίσθαρνα όργανα, οι συνεργάτες των κατακτητών. Από κοντά και το βολεμένο κοινοβουλευτικό «λεβεντοσόι» όλων των χρωμάτων που βυζαίνει αδιάφορα τις τελευταίες σταγόνες αντοχής αυτού του λαού.

Υπάρχουν κάποιοι άλλοι που, έχοντας ακόμα κάποια οικονομικά αποθέματα, πιστεύουν ότι μπορούν να κουτσοβολέψουν την κατάσταση μέχρι να... «περάσει η μπόρα», μην έχοντας αντιληφθεί ότι η «μπόρα» ήρθε προγραμματισμένα και με σκοπό να μείνει, μέχρι τον εξανδραποδισμό τού κάθε αφελούς, σαν αυτούς. Είναι αυτοί που είχαν μάθει να αδιαφορούν για τα πολιτικά τεκταινόμενα σ' αυτή τη χώρα, γιατί πίστευαν – ηλιθιωδώς – ότι καμιά κατάσταση δεν μπορεί να τους αγγίξει, γιατί αυτοί ήταν πάντα με τον εαυτό τους και τους εκάστοτε κρατούντες.

Που σαν δόγμα τους είχαν την... «πολιτική σταθερότητα» και την... «κοινωνική γαλήνη». Είναι αυτοί που, όταν σε λίγο καιρό, θα αρχίσουν να αισθάνονται στο πρόσωπό τους το άγριο ράπισμα της κατάστασης – της «μπόρας» που δεν θα τους χαριστεί – θα αλαφιαστούν σε τέτοιο βαθμό που δεν θα ξεχωρίζουν εχθρό ή φίλο, γείτονα ή συγγενή, άσπρο ή μαύρο, πράσινο, μπλε ή κόκκινο, χριστιανό ή μουσουλμάνο, άνδρα ή γυναίκα, παιδί ή γέροντα, πλούσιο ή φτωχό. Το τυφλό μίσος, η εκδικητική μανία, το άγριο ένστικτο της αυτοσυντήρησης - που ήταν πάντα και η κυρίαρχη ιδεολογία τους – θα στραφούν με αγριότητα εναντίον δικαίων και αδίκων, εναντίων ενόχων και αθώων, εναντίον προδοτών αλλά και πατριωτών, αδιακρίτως.

Υπάρχουν αυτοί οι οποίοι, από μειωμένο - έως ανύπαρκτο - πολιτικό κριτήριο, θεωρούν ή φαντάζονται τα ελεεινά αυτά ανδρείκελα των δωσίλογων σαν κυβερνήτες με κύρος. Τους φαντάζονται σαν ισχυρούς παράγοντες, οι οποίοι σαν... αυστηροί κριτές της ζωής του κάθε ανθρωπάκου αυτής της χώρας, εντέλλονται και διατάσσουν την εξαθλίωσή του και τον αφανισμό του.

Οι άνθρωποι αυτοί νιώθουν παγιδευμένοι ανάμεσα σε συμπληγάδες «πανίσχυρες» και ζωσμένοι από τέρατα και φαντάσματα. Έβαλαν στην άκρη τη λογική, το θυμό και τα όρια της αξιοπρέπειας και κατέφυγαν στη μοναξιά της κατάθλιψης, της απελπισίας και της αυτομαστίγωσης, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα που θα διώξει μακριά τούς «δαίμονες» που κυνηγούν τη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του. Το πιο εξαθλιωμένο κομμάτι αυτής της κατηγορίας έχει πάρει το δρόμο χωρίς γυρισμό.

Έχει φτάσει στον πάτο του βαρελιού της εξαθλίωσης. Μιας εξαθλίωσης οικονομικής, πνευματικής και ηθικής. Άτομα που η προσωπικότητά τους και η αξιοπρέπειά τους έχουν αλλοτριωθεί και εξανεμιστεί. Είναι το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που είναι πρόθυμο και έτοιμο να ξεπουλήσει ακόμα και τα ελάχιστα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που του απόμειναν, να προσφέρει κάθε είδους «υπηρεσία» στον οποιονδήποτε που θα του προσφέρει ένα πιάτο φαγητό.

Είναι αρκετοί αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους υπαίτιο για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικογένειά τους. Φτάνουν πολλές φορές στο άκρο άωτο της τραγικότητας, να αποκρύπτουν από την ίδια τους την οικογένεια το γεγονός ότι απολύθηκαν. Εξακολουθούν να αποχαιρετούν κάθε πρωί την οικογένειά τους, φεύγοντας δήθεν για τη δουλειά τους και περιφέρονται απελπισμένοι στην έρημη – γι' αυτούς – πόλη, επιστρέφοντας την ίδια πάντα ώρα που γύριζαν όταν είχαν δουλειά, φέρνοντας στο τέλος του μήνα το... «μισθό τους» από τα ελάχιστα που τους είχαν απομείνει στην τράπεζα.

Όταν τελειώσουν κι αυτά τα ελάχιστα, ποια θα είναι η διέξοδος ; Φοβάμαι πως ο επίλογος αυτής της ιστορίας, κάποιων απ' αυτούς που ανήκουν σ' αυτή την κοινωνική ομάδα, θα είναι ακόμα πιο τραγικός και θα μοιάζει με τις χιλιάδες τραγικές «λύσεις» που έδωσαν τόσοι και τόσοι απελπισμένοι μέχρι σήμερα. Είναι άνθρωποι διπλανοί μας που επιβάλλεται να τους ανακαλύψουμε, να τους στηρίξουμε και να τους εντάξουμε ξανά στη ζωή και την ελπίδα.

Η ελπίδα είναι ολοζώντανη

Μέσα σε αυτή την τραγική κατάσταση που έχουν οδηγήσει τη χώρα μας και το λαό μας, εξακολουθεί να ζει, να υπάρχει και να κινείται ένα πολύ μεγάλο και υγιές κομμάτι της κοινωνίας που έχει κατηγορηθεί από εχθρούς και «φίλους» ότι, τάχα, έχει παραιτηθεί και παραδοθεί ολοκληρωτικά. Όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο και δεν δέχονται αμφισβήτηση της άποψής τους, έχω να τους πω ότι δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν με την αφεντιά τους.

Ή βλέπουν και κρίνουν τους άλλους μέσα από την εικόνα του εαυτού τους – του παραιτημένου και παραδομένου – βαφτίζοντας και τους άλλους με το δικό τους... κουσούρι, για να μη νιώθουν την παγωνιά της μοναξιάς τους ή ανήκουν σ' αυτούς – τους «πονηρούληδες» της... «άλλης πλευράς» - που μεταμορφώνουν την κρυφή τους επιθυμία σε... «άποψη». Είτε το ένα συμβαίνει είτε το άλλο, θα πρέπει να καταλάβουν ότι βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα και τις λύσεις που αναζητά αυτό το υγιές κομμάτι της κοινωνίας. Ένα κομμάτι που αγρικά, που αφουγκράζεται και περιμένει.

Ένα σημαντικότατο κομμάτι της κοινωνίας που μέχρι τώρα έχει δείξει αξιοθαύμαστη ωριμότητα. Μια ωριμότητα που μεταφράζεται από τους αδαείς ως παθητικότητα ή ως αποδοχή. Χάρη σ' αυτήν όμως την ωριμότητα εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα – έστω και υποτυπώδης – η κοινωνική συνοχή. Έτσι καταφέραμε να αποφύγουμε τον αλληλοσπαραγμό, το χάος και – κύρια – τον κανιβαλισμό, που έζησαν άλλες χώρες σε ανάλογες περιπτώσεις. Μ' αυτή την ωριμότητα, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας εξακολουθεί να πορεύεται.

Σιωπηρό, μέχρι στιγμής, αλλά με τα δόντια και τις γροθιές σφιγμένα, αναζητά και βρίσκει εκείνες τις οργανωμένες δυνάμεις που θα οδηγήσουν στην τελική λύση. Μια λύση που θα την επιβάλλει οργανωμένα το ίδιο, αυτό το υγιές κομμάτι της κοινωνίας, προς όφελός της και όχι προς όφελος του κάθε τυχάρπαστου κομματάρχη ηγετίσκου. Μια λύση που θα προκύψει μέσα από την οργάνωση και μεθόδευση τέτοιων μορφών πάλης, που θα είναι αδύνατον να χτυπηθούν από τα ανδρείκελα της τρόικας και τις κατοχικές δυνάμεις.

Αυτό το κομμάτι της κοινωνίας είναι που τρέμει το καθεστώς. Αυτό το σιωπηρό ποτάμι που κυλά βουβό, αλλά που στοχάζεται. Αυτό το ποτάμι που, με την κάθε μέρα που περνά, γίνεται και πιο βαθύ, καθώς πλησιάζει όλο και πιο πολύ στο χείλος του καταρράχτη. Τότε να δω ποιος θα προλάβει να πρωτοκρυφτεί και ποια γωνιά θα τους προστατέψει από την οργή του λαού.

Κάθε μέρα που περνάει κατεβαίνει όλο και πιο πολύ η κλεψύδρα επιβίωσης της κυβέρνησης των ανδρείκελων της «κυβερνητικής» λυκοσυμμαχίας . Οι μέρες τους είναι μετρημένες πια και το γνωρίζουν. Αντιλαμβάνονται ότι τα μέτρα τρομοκράτησης του ελληνικού λαού γίνονται όλο και πιο ατελέσφορα. Αρχίζουν να υποψιάζονται ότι αυτό που χθες ήταν πηγή τρόμου για τον απλό πολίτη γίνεται – κάθε στιγμή που περνάει – πηγή οργής.

Κάθε καινούργιο μέτρο που εξαγγέλλουν μετατρέπεται σε άλλον ένα κόμπο στο κομποσκοίνι των μαρτυριών του αυριανού κατηγορητηρίου εναντίον τους. Αρχίζουν, με πανικό, που υποβόσκει μέσα τους, να... ψυχανεμίζονται ότι το παιγνίδι είναι γι' αυτούς χαμένο από χέρι.

Παλεύουν να διαλαλήσουν την ψευτοπαλικαριά τους στον απλό κοσμάκη - άλλοτε με κομπορρημοσύνες για success story και άλλοτε με απειλές για κατασχέσεις, δημεύσεις, υποθηκεύσεις, πρόστιμα και φυλακίσεις – την ίδια στιγμή που, από πλευράς αξιοπρέπειας, έχουν κατρακυλήσει στο έσχατο σημείο του ξεπεσμού και του διεθνούς, δημόσιου, εξευτελισμού, σαν πειθήνια σκυλάκια του κάθε ξένου μονοκράτορα.

Αυτά τα ανθρωπάρια που παριστάνουν τους κυβερνώντες, οι μαριονέτες αυτές των ξένων και ντόπιων κατοχικών δυνάμεων, ξέρουν καλύτερα από όλους ότι η ύπαρξή τους κρέμεται από μια κλωστή. Πετάγονται στον ύπνο τους, όχι από τύψεις συνείδησης για τα εγκλήματά τους σε βάρος του λαού, αλλά από την αίσθηση ότι το πάτωμα τρίζει κάτω από τα πόδια τους. Τη θέση της σιγουριάς που δείχνουν, θεατρινίζοντας, καταλαμβάνει, ώρα με την ώρα, ο πανικός. Ένας πανικός που πηγάζει από το γεγονός ότι γνωρίζουν πως αυτά που σύντομα θα χάσουν δε θα είναι μόνο οι καρέκλες τους και τα «μπαξίσια» τους. Θα είναι... πολύ περισσότερα.

Όσο πιο σύντομα το αντιληφθεί αυτό ο ελληνικός λαός τόσο πιο σίγουρα και πιο γρήγορα θα φτάσει η ώρα της απελευθέρωσης.

Ένα είναι σίγουρο. Οι τάσεις που σωρεύονται μέσα στην κοινωνία είναι τρομακτικές, την ίδια στιγμή που οι κυβερνητικές μαριονέτες, μην έχοντας τη δυνατότητα άλλων επιλογών, παραβιάζουν φυσικούς νόμους. Οι φυσικοί νόμοι δεν είναι σύνταγμα να τους κάνεις κουρελόχαρτα και να βάλεις στη θέση τους προεδρικά διατάγματα. Η φύση, όταν παραβιάσεις τους νόμους της, σε τιμωρεί σκληρά. Έτσι θα γίνει και δω. Το βουβό ποτάμι όσο πάει και βαθαίνει, την ίδια στιγμή που το καθεστώς μην έχοντας πολλές επιλογές, αντί να φαρδύνει την κοίτη, τη στενεύει κάθε μέρα και πιο πολύ, με την ελπίδα να το ελέγξει. Και το κάνει πιο ορμητικό. Να τρέμουν την ώρα που θ' αρχίσει να θολώνει και ν' αφρίζει.

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου