Όταν το τραύμα διχάζει


Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *

Μετά από μια συλλογική τραγωδία όπως τα Τέμπη, όλοι περιμένουμε ότι ο πόνος θα ενώσει. Ότι οι άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια απώλεια θα σταθούν αυτόματα ο ένας δίπλα στον άλλον. 

Όμως η αλήθεια είναι πιο δύσκολη, αλλά και πιο ανθρώπινη.
Το τραύμα δεν ενώνει από μόνο του. Συχνά, πριν ενώσει, διχάζει.

Η σύγκρουση μέσα στον Σύλλογο των Τεμπών δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο πολιτικά ή οργανωτικά ή ακόμη χειρότερα "ηθικά". Εξηγείται κυρίως με όρους τραυματικής δυναμικής.

Όταν οι άνθρωποι βιώνουν ένα βαθύ σοκ, δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι θέλουν να μιλήσουν δυνατά. Άλλοι χρειάζονται σιωπή. Άλλοι μετατρέπουν τον πόνο σε αγώνα. Άλλοι προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν. Αυτές οι διαφορετικές στάσεις δεν είναι επιλογές χαρακτήρα. Είναι διαφορετικοί τρόποι διαχείρισης του τραύματος.

Και όταν αυτοί οι τρόποι συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, η σύγκρουση δεν είναι απλώς ιδεολογική. Είναι σύγκρουση ψυχικών αναγκών.

Η Καρυστιανού, επιλέγοντας τον δημόσιο λόγο και τη σύγκρουση με την αδικία, έγινε αναπόφευκτα κάτι περισσότερο από πρόσωπο. Έγινε σύμβολο. Και πάνω στα σύμβολα οι άνθρωποι προβάλλουν όσα δεν μπορούν να πουν αλλιώς. Την ελπίδα τους, τον θυμό τους, το φόβο τους, την ματαίωση τους.

Για κάποιους, η στάση της είναι πηγή δύναμης. Για άλλους, γίνεται άθελά της καθρέφτης αδυναμίας. «Εσύ αντέχεις να μιλάς. Εγώ δεν μπορώ». «Πήραν τα μυαλά της αέρα». Και αυτή η σύγκριση, σε συνθήκες τραύματος, πονάει όσο και η απώλεια.

Έτσι γεννιέται το μένος. Όχι απαραίτητα από κακία, αλλά από απόγνωση. Όταν ο θυμός δεν βρίσκει τον πραγματικό του στόχο -ένα κράτος που αργεί, μια δικαιοσύνη που είναι απόμακρη ή προκλητικά αδιάφορη, ένα σύστημα που δεν λογοδοτεί-  τότε συχνά στρέφεται εκεί που υπάρχει εγγύτητα. 

Στρέφεται οριζόντια, μέσα στην ίδια την κοινότητα του πόνου, στον συμπάσχοντα διπλανό. 
Κι όμως, η εξήγηση δεν τελειώνει εδώ. Γιατί στο τραύμα προστίθεται συχνά και κάτι ακόμη πιο εκρηκτικό. Οι πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες.

Οι πενθούντες δεν έρχονται στην τραγωδία ως «λευκές σελίδες». Φέρνουν μαζί τους πολιτικές ταυτότητες, ιδεολογικές αναφορές, μνήμες εμπιστοσύνης ή προδοσίας από το σύστημα. Και όταν το τραύμα γίνεται δημόσιο, αυτές οι ταυτότητες δεν εξαφανίζονται, αλλά οξύνονται. Έτσι, μέσα στον ίδιο χώρο πόνου συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει αγώνας, τι σημαίνει πολιτικοποίηση, τι σημαίνει προστασία της μνήμης. Η σύγκρουση τότε δεν είναι μόνο ψυχική. Γίνεται και ιδεολογική. 

Και όταν το πένθος συναντά την πολιτική ταυτότητα, η διαφωνία παύει να αφορά μόνο το «τι κάνουμε» και αρχίζει να αφορά το «ποιοι είμαστε». Εκεί το μένος δεν γεννιέται από κακία, αλλά από φόβο απώλειας του τελευταίου σταθερού σημείου σε έναν κόσμο που έχει ήδη καταρρεύσει.

Οι σύλλογοι θυμάτων δεν είναι απλώς οργανώσεις. Είναι χώροι όπου συσσωρεύεται όλη η ένταση μιας κοινωνικής πληγής. Και όταν αυτή η ένταση δεν εκτονώνεται προς τα έξω, εκρήγνυται προς τα μέσα. Πρόκειται για τραυματική ενδόρηξη.
 
Στον πυρήνα της σύγκρουσης δεν βρίσκεται μόνο το «ποιος έχει δίκιο». Βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι νόημα δίνουμε σε αυτό που μας συνέβη;

Για κάποιους, το τραύμα πρέπει να γίνει αγώνας. Για άλλους, πρέπει να μείνει πένθος. Για άλλους πρέπει να γίνει αγώνας με συγκεκριμένα ιδεολογικά ή και κομματικά χαρακτηριστικά.
Και όταν αυτές οι στάσεις συναντιούνται, δεν έχουμε απλή διαφωνία. Έχουμε μάχη για το νόημα του πόνου.

Η Καρυστιανού διάλεξε να μετατρέψει το πένθος σε δημόσια διεκδίκηση, αυτόνομη από ιδεολογικές ή κομματικές αναφορές. Αυτό είναι βαθιά γενναίο, αλλά και βαθιά επικίνδυνο σε τραυματικά περιβάλλοντα. Γιατί όποιος στέκεται όρθιος μέσα στον πόνο, γίνεται αναπόφευκτα στόχος. Όχι μόνο του συστήματος, αλλά και της ίδιας της οδύνης των άλλων.

Τίποτα από αυτά δεν δικαιολογεί επιθέσεις. Τίποτα δεν νομιμοποιεί το μένος. Αλλά όλα αυτά βοηθούν να το κατανοήσουμε. Και η κατανόηση δεν είναι αδυναμία. Είναι ο μόνος τρόπος να μη μετατραπεί το τραύμα σε μόνιμη εσωτερική διάλυση.

Ίσως τελικά το πιο δύσκολο μάθημα της τραγωδίας των Τεμπών δεν είναι μόνο να βρούμε τους ενόχους. Είναι να μάθουμε να αντέχουμε τις διαφορετικές διαδρομές του πόνου. Να δεχτούμε ότι κάποιοι θα φωνάξουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και άλλοι θα σωπάσουν. Και ότι κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της σωστής αντίδρασης.

Αν κάτι χρειάζεται σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν είναι άλλη μια σύγκρουση μέσα στο τραύμα. Σήμερα χρειαζόμαστε χώρο για συμπόνια και φροντίδα. Όχι για να ξεχάσουμε τη δικαιοσύνη, αλλά για να μη χαθούμε πριν τη βρούμε.

Γιατί το τραύμα που δεν βρίσκει λόγο, γίνεται οργή.
Και η οργή που δεν βρίσκει στόχο, γίνεται εμφύλιος μέσα στον πόνο.

Και αυτό, μετά από τόση απώλεια, είναι το τελευταίο που αντέχει η κοινωνία μας και το πρώτο που εύχονται οι χρόνιοι εξουσιαστές μας.



* Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis. 

Πηγή: social media

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου