Της Μαριάννας Κουτέλα
Έχοντας συμπληρώσει έναν χρόνο από την επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο και αποτυγχάνοντας και το 2025 να εκπληρώσει τον διακαή πόθο του για την απόκτηση του Νόμπελ Ειρήνης, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται κάθε άλλο παρά «ειρηνοποιός», όπως του αρέσει να αυτοαποκαλείται. Ο Ντ. Τραμπ έχει καταστήσει πλέον σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται για κανόνες, συμμαχίες ή θεσμούς, δεν επιθυμεί να κρατήσει τα προσχήματα και δεν υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του, ακόμη και όταν γυρίζει την πλάτη σε όσους τον εμπιστεύτηκαν.
Παρόλο που υποσχέθηκε στους Αμερικανούς πολίτες να κρατήσει μακριά τη χώρα από νέες στρατιωτικές περιπέτειες, μέσα σε έναν χρόνο οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον επτά χωρών (Βενεζουέλα, Συρία, Ιράκ, Ιράν, Νιγηρία, Υεμένη, Σομαλία). Από την απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας και την κήρυξη εμπορικού πολέμου στους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ, στην εγκατάλειψη των Κούρδων στη Συρία, την αμφισβήτηση της στήριξης στην Ουκρανία και την «προδοσία» απέναντι σε όσους τον εμπιστεύτηκαν, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκαλύπτει την αμείλικτη πραγματικότητα μιας εξωτερικής πολιτικής που λειτουργεί μόνο με όρους ιδιοτέλειας.
Συμμαχίες υπό διάλυση
Επί δεκαετίες αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων σε διάφορα μέρη του κόσμου ο στρατηγικός σχεδιασμός των ΗΠΑ προετοίμαζε στρατιώτες για πολέμους και πιθανά απρόβλεπτα σενάρια. Αυτό που δεν είχε προβλεφθεί ποτέ όμως είναι το ενδεχόμενο ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ να καταστεί παράγοντας αποσταθεροποίησης, έτοιμος να στραφεί εναντίον των συμμάχων της Ουάσινγκτον.
Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο ο Ντ. Τραμπ γυρνάει την πλάτη στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ όποτε δεν συμφωνούν μαζί του και ασκεί την εξωτερική πολιτική σαν να επρόκειτο για επιχειρηματική συμφωνία, με όρους ιδιοτελείς και αυθαίρετους.
Το ΝΑΤΟ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ασπίδα, αλλά ως πιθανός στόχος, αφού ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει έτοιμος να προσθέσει στη λίστα των κεκτημένων του και τη Γροιλανδία, ξεκαθαρίζοντας στους Ευρωπαίους ότι θα προχωρήσει στην επιβολή δασμών αν σταθούν εμπόδιο στις επεκτατικές του βλέψεις.
Η εγκατάλειψη των Κούρδων
Οι Κούρδοι της Συρίας, οι οποίοι στο παρελθόν πολέμησαν καθοριστικά και ηγήθηκαν της ήττας του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), βρέθηκαν ξανά εκτεθειμένοι όταν οι συριακές δυνάμεις άρχισαν να επεκτείνονται στα εδάφη τους, καταλαμβάνοντας στρατηγικές πόλεις όπως η –πρωτεύουσα του ISIS– Ράκα και περιοχές στο Χαλέπι.
Ενώ για χρόνια οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) θεωρούνταν αξιόπιστος σύμμαχος της Ουάσινγκτον, λόγω της συμβολής τους στην ήττα του ISIS, μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Ασαντ τον Δεκέμβριο του 2024 η στάση των ΗΠΑ άλλαξε. Ο Τραμπ, αντί να προστατεύσει αυτούς που προηγουμένως πολέμησαν στο πλευρό των ΗΠΑ, στήριξε ανοιχτά τις προσπάθειες της νέας κυβέρνησης (με ηγέτη τον πρώην τζιχαντιστή Αχμέντ αλ Σαράα) «να ενοποιήσει τη χώρα», γυρίζοντας την πλάτη στις SDF. Μάλιστα, ο Τομ Μπάρακ, ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τη Συρία, προέτρεψε τις SDF να ενσωματωθούν στην κυβέρνηση τονίζοντας ότι αυτή είναι «η μεγαλύτερη ευκαιρία για τους Κούρδους της Συρίας».
Επιπλέον, η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να αγνοήσει τα συμφέροντά τους και να θέσει ουσιαστικά τη Συρία υπό την επιρροή της Τουρκίας, τη στιγμή που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρείται σημαντικός παράγοντας πίσω από το «ειρηνευτικό» σχέδιο του Αμερικανού προέδρου για τη Λωρίδα της Γάζας.
Την ίδια στιγμή η συμφωνία που επιτεύχθηκε στις αρχές Ιανουαρίου στο Παρίσι μεταξύ Συρίας και Ισραήλ, με αμερικανική μεσολάβηση, φαίνεται να έχει περιορίσει τις απαιτήσεις του Ισραήλ όσον αφορά την υποστήριξη της κουρδικής και δρούζικης αυτονομίας, ενώ παράλληλα έχει μειώσει τις στρατιωτικές επιθέσεις.
Το «παζάρι» της Ουκρανίας
Οι ΗΠΑ υπήρξαν ο μεγαλύτερος αποστολέας στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, στηρίζοντας την άμυνά της ενάντια στη ρωσική εισβολή. Αλλά λίγο μετά την επανεκλογή του ο Τραμπ ανακοίνωσε την παύση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, αποκαλώνοντας τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι «τον μεγαλύτερο πλασιέ όλων των εποχών». Στη συνέχεια «πούλησε» την αμερικανική βοήθεια με αντάλλαγμα την πρόσβαση στις σπάνιες γαίες και στους κρίσιμους ορυκτούς πόρους της Ουκρανίας, ζητώντας ουσιαστικά από το Κίεβο να προσφέρει εγγυήσεις γι’ αυτά τα αποθέματα ως αντάλλαγμα για τη συνέχιση της αμερικανικής υποστήριξης.
Το πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται στις διαπραγματεύσεις παραπέμπει σε μια λύση που παγώνει τον πόλεμο στη γραμμή του μετώπου, με όρους ευνοϊκούς για τη Ρωσία. Η Ουκρανία πιέζεται να παραχωρήσει πόρους και εδάφη, ενώ η Μόσχα δεν κάνει πίσω στις εδαφικές διεκδικήσεις της αναφορικά με την περιοχή του Ντονμπάς.
Το άδειασμα της Ματσάδο
Η περίπτωση της Μαρία Κορίνα Ματσάδο συμπυκνώνει τον κυνισμό της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ. Αφού προβλήθηκε διεθνώς ως σύμβολο της «δημοκρατικής αντιπολίτευσης» στη Βενεζουέλα και τιμήθηκε από τη Δύση με κορυφαία πολιτική αναγνώριση και το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το 2025, εγκαταλείφθηκε τη στιγμή που η παρουσία της πιθανότατα έπαψε να εξυπηρετεί τα αμερικανικά σχέδια.
Μετά τη στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, ο Τραμπ δεν υποστήριξε τη Ματσάδο ως πιθανή ηγέτιδα στη νέα κυβέρνηση, αμφισβητώντας ότι διαθέτει την απαιτούμενη λαϊκή υποστήριξη. Παρ’ όλα αυτά εξήρε την «υπέροχη χειρονομία» της επικεφαλής της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, όταν η Ματσάδο τού πρόσφερε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στον Λευκό Οίκο.



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου