Το βραβείο θα εξυπηρετούσε άριστα τις εσωτερικές του πολιτικές ανάγκες.
Του Απόστολου Αποστόλου *
Η σκηνή μοιάζει να είναι βγαλμένη από το πεδίο της πολιτικής αλληγορίας. Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο επικεφαλής της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, προσέφερε το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης που της απονεμήθηκε το 2025 κατά τη διάρκεια συνάντησής της στο Λευκό Οίκο στον Ντόναλντ Τραμπ, στον κατεξοχήν εκφραστή της πολιτικής του θεάματος και τον υπερασπιστή της «δικαίου της πυγμής». Μετά από την αποδοχή του Τραμπ του βραβείου Νόμπελ, από την Ματσάδο είτε ως υποθετικό σενάριο είτε ως αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, το ερώτημα παραμένει καίριο. Γιατί ο Τραμπ επιθυμούσε τόσο έντονα το Νόμπελ;
Η απάντηση δε βρίσκεται στην παραδοσιακή έννοια της ειρήνης, ούτε σε κάποια (έστω και υποθετικά) συνεκτική στρατηγική του Τραμπ για την αποτροπή συγκρούσεων στον πλανήτη. Για τον Τραμπ, το Νόμπελ ήταν πρωτίστως ένα σύμβολο προσωπικής επιβεβαίωσης. Από την αρχή της πολιτικής του διαδρομής, επιχείρησε να μεταφέρει στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής τη λογική του επιχειρηματικού ντιλ. Γρήγορες συμφωνίες, έντονη αυτοπροβολή, μηδενική ανοχή στην πολυπλοκότητα. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, το βραβείο θα λειτουργούσε ως η απόλυτη πιστοποίηση επιτυχίας, μια διεθνούς σφραγίδας που θα νομιμοποιούσε εκ των υστέρων τις επιλογές του.
Το Νόμπελ, ωστόσο, είχε και μια βαθιά συμβολική διάσταση. Ο Τραμπ δεν έκρυψε ποτέ την ενόχλησή του για το γεγονός ότι ο Μπαράκ Ομπάμα τιμήθηκε με το βραβείο το 2009. Στη δική του κοσμοαντίληψη, όπου η πολιτική εκλαμβάνεται ως διαρκής αγώνας σύγκρισης και υπεροχής, αυτό αποτελούσε προσωπική ήττα. Η απόκτηση του Νόμπελ θα ισοδυναμούσε με μια άτυπη «ρεβάνς», ένα μήνυμα ότι όχι μόνο στάθηκε ισάξιος, αλλά ξεπέρασε τους προκατόχους του.
Παράλληλα, το βραβείο θα εξυπηρετούσε άριστα τις εσωτερικές του πολιτικές ανάγκες. Σε μια κοινωνία βαθιά πολωμένη, το Νόμπελ θα παρουσιαζόταν στους υποστηρικτές του ως απόδειξη ότι ο Τραμπ, παρά τη διαρκή κριτική από τα παραδοσιακά ΜΜΕ και τις πολιτικές ελίτ, αναγκάζει τελικά το «σύστημα» να τον αναγνωρίσει. Θα ενίσχυε το αφήγημα του ηγέτη που αμφισβητείται, αλλά δικαιώνεται – ενός outsider που κατακτά τα πιο εμβληματικά σύμβολα της παγκόσμιας τάξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ επένδυσε επικοινωνιακά σε κινήσεις όπως οι συνομιλίες με τη Βόρεια Κορέα ή οι συμφωνίες εξομάλυνσης σχέσεων στη Μέση Ανατολή. Ανεξάρτητα από το βάθος και τη βιωσιμότητά τους, αυτές οι πρωτοβουλίες προσφέρονταν για μια απλή, τηλεοπτικά ελκυστική αφήγηση. Τόνιζε ο Τραμπ μετά την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή: «Κανείς άλλος δεν το κατάφερε, εγώ το έκανα». Επομένως το Νόμπελ θα αποτελούσε το ιδανικό φινάλε αυτής της αφήγησης.
Ταυτόχρονα το βραβείο θα λειτουργούσε ως εργαλείο πολιτικού «εξαγνισμού». Οι κατηγορίες για διχαστικό λόγο, υπονόμευση δημοκρατικών θεσμών και ενίσχυση αυταρχικών τάσεων θα σκιάζονταν από το κύρος μιας διάκρισης που, ιστορικά, συνδέεται με ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ο Τραμπ γνωρίζει καλά ότι τα σύμβολα συχνά υπερκαλύπτουν την ουσία και ότι ένα Νόμπελ θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η πολιτική μνήμη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παράδοση του βραβείου από τη Ματσάδο στον Τραμπ αποκτά μια σχεδόν ειρωνική διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για μια παράδοση, αλλά για την αντίληψη του κόσμου. Από τη μία, η υποτιθέμενη θεσμική διπλωματία και από την άλλη, η πολιτική ως προσωπικό brand, όπου κάθε επιτυχία μετριέται σε τίτλους και εικόνες.
Τελικά, θα λέγαμε ότι ο λόγος που ο Τραμπ ήθελε τόσο πολύ το Νόμπελ δεν ήταν η ειρήνη αυτή καθαυτή, αλλά ήταν η ανάγκη να επιβεβαιώσει τον μύθο του εαυτού του, να αποκτήσει ένα τρόπαιο παγκόσμιου κύρους και να αποδείξει στους αντιπάλους και στους οπαδούς του, ότι ανήκει στο πάνθεον των «μεγάλων». Η παράδοση του Νόμπελ Ειρήνης από τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο στον Τραμπ ακουμπά περισσότερα στη σύγχρονη πολιτική κουλτούρα παρά στην υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνη.
* Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Πηγή : documentonews.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου