Του Γιώργου Κατημερτζή *
Σε περιόδους μεγάλων γεωπολιτικών μεταβάσεων, οι πράξεις των ισχυρών σπάνια καθοδηγούνται από βεβαιότητα· πολύ συχνότερα, όμως, πηγάζουν από φόβο. Ο Θουκυδίδης το κατανόησε ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν απέδωσε το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου όχι στην άνοδο της Αθήνας, αλλά στο φόβο που προκάλεσε η άνοδός της στη Σπάρτη. Δύο χιλιετίες αργότερα, η ίδια λογική φαίνεται να διαπερνά τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών σε έναν κόσμο όπου η σχετική τους υπεροχή αμφισβητείται.
Από τη Σπάρτη στην Ουάσινγκτον
Αν αντικαταστήσει κανείς τη Σπάρτη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αθήνα με την Κίνα, ο πειρασμός της απλουστευτικής αναλογίας είναι μεγάλος. Όμως η αξία του παραλληλισμού δεν βρίσκεται στην ιστορική ταύτιση, αλλά στη συμπεριφορά της ηγεμονικής δύναμης όταν αντιλαμβάνεται την παρακμή της. Η Σπάρτη ξεκίνησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όντας στρατιωτικά κυρίαρχη, αντιλαμβανόμενη ότι η ισορροπία μεταβαλλόταν. Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται σήμερα. Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, με ένα παγκόσμιο δίκτυο βάσεων, με την επιχειρησιακή δυνατότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος σε όλα τα θέατρα και με τεχνολογική υπεροχή σε στρατηγικούς τομείς, όπως δορυφορικά συστήματα, ψηφιακή οικονομία και στρατιωτικές εφαρμογές αιχμής.
Παρόλο αυτά, τα τελευταία χρόνια, η σχετική ισχύς της βρίσκεται σε πτωτική πορεία. Σε επίπεδο οικονομίας, η οποία αποτελεί και την υλική βάσης της ισχύος, η ηγεμονία των ΗΠΑ έχει κλονιστεί, ή και, κατά πολλούς αναλυτές, υπερκεραστεί από την άνοδο της κινεζικής οικονομίας μέσω της δημιουργίας εναλλακτικών κέντρων και ροών χρηματοδότησης και εμπορίου. Την ίδια στιγμή, η τεχνολογική υπεροχή που απολάμβαναν οι ΗΠΑ για δεκαετίες, και αποτελούσε πολλαπλασιαστή ισχύος, δεν υφίσταται πλέον, καθώς η Κίνα, όχι απλώς έχει μειώσει το τεχνολογικό χάσμα, αλλά έχει πάρει προβάδισμα σε κρίσιμους τομείς (αεροδιαστημική και νανοτεχνολογία) μέσω της εκτεταμένης εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης στη παραγωγική διαδικασία.
Παράλληλα, η εμφάνιση νέων περιφερειακών παικτών στη γεωπολιτική σκακιέρα έχει αντικαταστήσει τη μονοπολικότητα των ΗΠΑ που χαρακτήριζε το διεθνές σύστημα μετά τη πτώση της ΕΣΣΔ, με ένα διεθνές πολυπολικό περιβάλλον, το οποίο αμφισβητεί στη πράξη την αμερικανική ηγεμονία στις διεθνείς υποθέσεις. Όπως και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, το πρόβλημα για την Σπάρτη δεν ήταν ότι η Αθήνα έγινε πλουσιότερη, αλλά ότι μπορούσε πλέον να χρηματοδοτεί συμμαχίες και να αμφισβητεί τη δομή του συστήματος. Έτσι, η Σπάρτη βρέθηκε σε έναν ελληνικό κόσμο όπου οι συμμαχίες άρχισαν να ρευστοποιούνται και οι πόλεις-κράτη να επαναξιολογούν τις επιλογές τους. Αντίστοιχα, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σήμερα έναν κόσμο όπου κράτη και περιφέρειες αποκτούν περισσότερες επιλογές εκτός της αμερικανικής σφαίρας επιρροής.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της παγίδας του Θουκυδίδη. Ο συνδυασμός οικονομικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής σχετικής υποχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία φόβου και νευρικότητας. Όσο λιγότερο σίγουρη αισθάνεται μια ηγεμονική δύναμη για το μέλλον της, τόσο πιο επιθετικά τείνει να δρα στο παρόν. Δεν αποτελεί απλώς επιλογή αλλά δομική αναγκαιότητα για να διατηρήσει τη περιφερειακή ηγεμονία της και τη μέγιστη ισχύ της. Αυτό μεταφράζεται σε επαναφορά σφαιρών επιρροής, σε έλεγχο στρατηγικών περιοχών, στη προσπάθεια αποτροπής της διείσδυσης ανταγωνιστικών κρατών σε ζωτικούς χώρους, καθώς και στην υποβάθμιση και παραβίαση θεσμικών ή νομικών κανόνων. Ακριβώς όπως η Σπάρτη εγκατέλειψε τη μακροχρόνια αδράνειά της όταν ένιωσε ότι «ο χρόνος δεν δουλεύει πια υπέρ της», έτσι και οι ΗΠΑ φαίνεται να εισέρχονται σε μια φάση πιο ωμής άσκησης ισχύος.
Βενεζουέλα και η ενεργοποίηση των σφαιρών επιρροής
Η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς αν περιοριστεί στο κανονιστικό λεξιλόγιο περί «δημοκρατίας», «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Αυτές οι παράμετροι λειτουργούν περισσότερο ως ρητορικό περίβλημα παρά ως πραγματική αιτία. Σε επίπεδο στρατηγικής ανάλυσης, οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα αποτελούν κλασικό παράδειγμα ενεργοποίησης της λογικής των σφαιρών επιρροής, λόγω της ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας της περιοχής.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της παγίδας του Θουκυδίδη. Ο συνδυασμός οικονομικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής σχετικής υποχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία φόβου και νευρικότητας. Όσο λιγότερο σίγουρη αισθάνεται μια ηγεμονική δύναμη για το μέλλον της, τόσο πιο επιθετικά τείνει να δρα στο παρόν. Δεν αποτελεί απλώς επιλογή αλλά δομική αναγκαιότητα για να διατηρήσει τη περιφερειακή ηγεμονία της και τη μέγιστη ισχύ της. Αυτό μεταφράζεται σε επαναφορά σφαιρών επιρροής, σε έλεγχο στρατηγικών περιοχών, στη προσπάθεια αποτροπής της διείσδυσης ανταγωνιστικών κρατών σε ζωτικούς χώρους, καθώς και στην υποβάθμιση και παραβίαση θεσμικών ή νομικών κανόνων. Ακριβώς όπως η Σπάρτη εγκατέλειψε τη μακροχρόνια αδράνειά της όταν ένιωσε ότι «ο χρόνος δεν δουλεύει πια υπέρ της», έτσι και οι ΗΠΑ φαίνεται να εισέρχονται σε μια φάση πιο ωμής άσκησης ισχύος.
Βενεζουέλα και η ενεργοποίηση των σφαιρών επιρροής
Η αμερικανική πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς αν περιοριστεί στο κανονιστικό λεξιλόγιο περί «δημοκρατίας», «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Αυτές οι παράμετροι λειτουργούν περισσότερο ως ρητορικό περίβλημα παρά ως πραγματική αιτία. Σε επίπεδο στρατηγικής ανάλυσης, οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα αποτελούν κλασικό παράδειγμα ενεργοποίησης της λογικής των σφαιρών επιρροής, λόγω της ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας της περιοχής.
Η Βενεζουέλα συγκεντρώνει τρία χαρακτηριστικά που την καθιστούν «κόκκινη γραμμή» για τις ΗΠΑ: α) ενεργειακής ισχύς, αφού διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, ιδιαίτερα πολύτιμα σε μία εποχή όπου η ενεργειακή ασφάλεια επανέρχεται ως στρατηγικό ζήτημα, β) γεωγραφική εγγύτητα, καθώς βρίσκεται σε μία περιοχή που οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ιστορικά ως ζωτικό χώρο ασφαλείας, ήδη από το Δόγμα Μονρόε, γ) εξωτερική διείσδυση ανταγωνιστών, όπου η παρουσία της Κίνας (δάνεια, επενδύσεις, υποδομές) και Ρωσία (πολιτική και στρατιωτική στήριξη) είχαν μετατρέψει τη χώρα σε κόμβο αμφισβήτησης της αμερικανικής ηγεμονίας στη δυτικό ημισφαίριο.
Αν μία χώρα στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ μπορεί να απομακρυνθεί πολιτικά, να εξασφαλίσει στήριξη από ανταγωνιστική δύναμη και να επιβιώσει οικονομικά, τότε δημιουργείται ένα επικίνδυνο προηγούμενο για ολόκληρη τη περιφέρεια. Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο παραλληλισμός με τη Σπάρτη. Η Σπάρτη δεν φοβόταν κάθε πόλη ξεχωριστά· φοβόταν την αλυσιδωτή αποσταθεροποίηση του συστήματος συμμαχιών της. Η επιλογή της άσκηση ωμής ισχύς από τις ΗΠΑ στέλνει, λοιπόν, ένα διττό μήνυμα: πρώτον, ότι δε θα ανεχτεί την αμφισβήτηση της κυριαρχία της στις σφαίρες επιρροής της, και, δεύτερον, «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος».
Γροιλανδία και δυνητική απειλή
Η περίπτωση της Γροιλανδίας είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Εδώ, η αμερικανική στρατηγική δεν αντιδρά σε μία υπαρκτή απειλή, αλλά σε δυνητική. Η Γροιλανδία και η Αρκτική αντιμετωπίζονται ως σημαντικό γεωστρατηγικό πεδίο, καθώς περιλαμβάνει σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, προσδίδοντας στρατηγικό βάθος στο βόρειο Ατλαντικό σε όποιον τους ελέγχει, πρόσβαση σε σπάνιες γαίες απαραίτητες για τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, και πεδίο στρατιωτικής παρουσίας. Η ανοιχτή συζήτηση για την «αγορά» ή κατάληψη της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί διπλωματική αστοχία, αλλά ένδειξη στρατηγικής νευρικότητας. Δεν έχει σημασία τι είναι σήμερα η Γροιλανδία, αλλά τι μπορεί να γίνει αύριο αν περάσει στη σφαίρα επιρροής ανταγωνιστικών δυνάμεων. Αγνοώντας επικίνδυνα τις συνέπειες που μπορεί να έχει για την συνοχή του ευροατλαντικού στρατοπέδου η προσάρτηση της Γροιλανδίας.
Γροιλανδία και δυνητική απειλή
Η περίπτωση της Γροιλανδίας είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Εδώ, η αμερικανική στρατηγική δεν αντιδρά σε μία υπαρκτή απειλή, αλλά σε δυνητική. Η Γροιλανδία και η Αρκτική αντιμετωπίζονται ως σημαντικό γεωστρατηγικό πεδίο, καθώς περιλαμβάνει σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, προσδίδοντας στρατηγικό βάθος στο βόρειο Ατλαντικό σε όποιον τους ελέγχει, πρόσβαση σε σπάνιες γαίες απαραίτητες για τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, και πεδίο στρατιωτικής παρουσίας. Η ανοιχτή συζήτηση για την «αγορά» ή κατάληψη της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί διπλωματική αστοχία, αλλά ένδειξη στρατηγικής νευρικότητας. Δεν έχει σημασία τι είναι σήμερα η Γροιλανδία, αλλά τι μπορεί να γίνει αύριο αν περάσει στη σφαίρα επιρροής ανταγωνιστικών δυνάμεων. Αγνοώντας επικίνδυνα τις συνέπειες που μπορεί να έχει για την συνοχή του ευροατλαντικού στρατοπέδου η προσάρτηση της Γροιλανδίας.
Κλείνοντας, τόσο η Βενεζουέλα όσο και η Γροιλανδία δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι εκφάνσεις της ίδιας δομικής πραγματικότητας: μιας ηγεμονικής δύναμης που προσπαθεί να παγώσει τον χρόνο σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η σημερινή αμερικανική στρατηγική –από την επαναφορά των σφαιρών επιρροής έως την προληπτική γεωπολιτική προσάρτηση κρίσιμων περιοχών– δεν απειλεί την παγκόσμια ειρήνη επειδή είναι επιθετική, αλλά επειδή κανονικοποιεί την επιθετικότητα ως εργαλείο διαχείρισης του μέλλοντος. Όταν η ισχύς υποκαθιστά τους κανόνες και ο φόβος αντικαθιστά τη στρατηγική υπομονή, το διεθνές σύστημα χάνει τα ελάχιστα αναχώματα που αποτρέπουν τη γενική κλιμάκωση.
Ο Θουκυδίδης μας υπενθυμίζει ότι οι μεγαλύτερες καταστροφές δεν προκύπτουν από την άνοδο νέων δυνάμεων, αλλά από την αδυναμία των παλαιών να αποδεχθούν έναν κόσμο όπου δεν θα είναι πλέον αδιαμφισβήτητες. Αν ο ωμός ρεαλισμός μετατραπεί από αναλυτικό εργαλείο σε οδηγό πολιτικής, τότε η «παγίδα του Θουκυδίδη» παύει να είναι θεωρητική προειδοποίηση και γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία — με συνέπειες που, σε έναν πυρηνικό και πολυπολικό κόσμο, δεν θα είναι απλώς περιφερειακές, αλλά παγκόσμιες.
* Γιώργος Κατημερτζής, μέλος του ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. και φοιτητής Διεθνών Σχέσεων
* Γιώργος Κατημερτζής, μέλος του ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. και φοιτητής Διεθνών Σχέσεων
Πηγή: militaire.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου