Αν θέλει να παραμένει πραγματικά ανεξάρτητη, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την έρευνα.
Του Απόστολου Αποστόλου *
Υπάρχουν αποφάσεις που δεν κλείνουν μια υπόθεση. Την κλειδώνουν.
Και ύστερα πετούν το κλειδί σε ένα συρτάρι, βάζουν πάνω του μια σφραγίδα με τη λέξη «ΑΡΧΕΙΟ» και περιμένουν από την κοινωνία να ξεχάσει. Μόνο που η κοινωνία έχει ένα ενοχλητικό ελάττωμα: θυμάται.
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα να απορρίψει τα αιτήματα για την ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών από το αρχείο επαναφέρει, με τον πιο ωμό τρόπο, ένα ερώτημα που δεν είναι πλέον μόνο νομικό. Είναι πολιτειακό. Είναι δημοκρατικό. Και τελικά είναι βαθιά πολιτικό: πού τελειώνει η Δικαιοσύνη και πού αρχίζει η εξουσία;
Στο τραπέζι είχαν βρεθεί αιτήματα που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τον Αντώνη Σαμαρά, τον Χρήστο Σπίρτζη και τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ. Ο τελευταίος είχε καταθέσει νέα αίτηση, επικαλούμενος και νέα στοιχεία σχετικά με την υπόθεση Predator, ενώ είχε δημοσιοποιηθεί ότι η αίτηση θα συσχετιζόταν με τις προηγούμενες που χειριζόταν ο κ. Μπακέλας.
Και τώρα η πόρτα κλείνει ξανά.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς «γιατί απορρίφθηκε η αίτηση;». Αυτό είναι το νομικό ερώτημα. Το πολιτικό ερώτημα είναι άλλο: γιατί υπάρχει τόσο επίμονη ανάγκη να παραμένει αυτή η υπόθεση στο αρχείο;
Δεν είναι κατηγορία. Είναι ερώτημα. Και τα ερωτήματα, σε μια δημοκρατία, δεν φυλακίζονται σε δικογραφίες.
Διότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία της υπόθεσης. Η εκτελεστική εξουσία χρειάζεται τη Δικαιοσύνη ως εγγυητή της νομιμότητας. Η Δικαιοσύνη χρειάζεται, από την άλλη, την ανεξαρτησία της για να μπορεί να ελέγχει την εξουσία. Αν όμως ο δικαστικός θεσμός αρχίσει να αντιμετωπίζει ως αυτονόητη την ανάγκη προστασίας της πολιτικής εξουσίας, τότε η διάκριση των εξουσιών παύει να είναι συνταγματική αρχή και γίνεται διακοσμητική κορνίζα.
Εδώ αποκτά ενδιαφέρον η θεωρητική συμβολή της Margit Cohn, καθηγήτριας συγκριτικού και δημοσίου δικαίου. Στο βιβλίο της A Theory of the Executive Branch: Tension and Legality, που κυκλοφόρησε από το Oxford University Press το 2021, η οποία εξετάζει την εγγενή ένταση ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία, η οποία οφείλει να υπακούει στον νόμο αλλά ταυτόχρονα διαθέτει τεράστια πολιτική ισχύ, και στους θεσμούς που καλούνται να την ελέγχουν.
Η Cohn δεν αντιμετωπίζει το κράτος σαν ένα τακτοποιημένο σαλόνι όπου κάθε εξουσία κάθεται στη δική της πολυθρόνα και κανείς δεν σηκώνεται ποτέ από τη θέση του. Αντιθέτως, αναδεικνύει τις εντάσεις που χαρακτηρίζουν το συνταγματικό σύστημα και τον κρίσιμο ρόλο του δικαστικού ελέγχου απέναντι στη συγκέντρωση και τη διόγκωση της εκτελεστικής ισχύος.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει το ελληνικό παράδοξο.
Η Δικαιοσύνη καλείται να ελέγχει την εξουσία. Όχι να την ανακουφίζει.
Καλείται να ψάχνει εκεί όπου η πολιτική εξουσία θα προτιμούσε να μη ψάξει κανείς. Να ανοίγει φακέλους όταν υπάρχουν λόγοι. Να εξετάζει στοιχεία όταν εμφανίζονται. Να επιτρέπει στην αλήθεια να κάνει τη δουλειά της, ακόμη κι όταν αυτή η δουλειά είναι δυσάρεστη για την κυβέρνηση, για την αντιπολίτευση, για επιχειρηματικά συμφέροντα, για υπηρεσίες ή για οποιονδήποτε άλλον.
Διότι διαφορετικά συμβαίνει κάτι τρομακτικά απλό: το αρχείο μετατρέπεται από θεσμικό εργαλείο σε πολιτικό καταφύγιο.
Και τότε η δημοκρατία αποκτά μια παράξενη σκηνογραφία. Στη σκηνή υπάρχουν τρεις εξουσίες. Η μία κυβερνά. Η άλλη νομοθετεί. Η τρίτη ελέγχει. Μόνο που, κάποια στιγμή, οι θεατές αντιλαμβάνονται ότι οι πόρτες στα παρασκήνια επικοινωνούν.
Ήδη έχουν διατυπωθεί δημόσιες καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο ανατέθηκαν κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης στον κ. Μπακέλα, με τον Ζαχαρία Κεσσέ να κάνει λόγο για «σκυταλοδρομία» χειρισμών και να αμφισβητεί τη θεσμική ουδετερότητα της διαδικασίας.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται απάντηση.
Όχι θυμός. Όχι κομματική κραυγή. Απάντηση.
Και υπάρχει ακόμη μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη νομική ορολογία. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν μετριέται μόνο από το αν ένας δικαστικός λειτουργός μπορεί τυπικά να αποφασίζει χωρίς εντολές. Μετριέται και από το αν η κοινωνία μπορεί να πειστεί ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς πολιτικές σκιές, χωρίς θεσμικές εξυπηρετήσεις, χωρίς την αγωνία να προστατευθεί το κύρος μιας κυβέρνησης ή ενός κρατικού μηχανισμού.
Γιατί η δημοκρατία δεν απαιτεί απλώς αποφάσεις. Απαιτεί αποφάσεις που αντέχουν στο φως.
Και στην υπόθεση των υποκλοπών, το φως παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Όσο η υπόθεση μένει στο αρχείο, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για πειστικές απαντήσεις. Όχι επειδή κάθε αρχειοθέτηση είναι από μόνη της απόδειξη συγκάλυψης, αλλά επειδή σε μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει με σαφήνεια γιατί η έρευνα τελειώνει εκεί όπου τελειώνει.
Διότι στο τέλος το ζήτημα δεν είναι ο ένας εισαγγελέας, ο ένας υπουργός, ο ένας πρωθυπουργός ή ο ένας δικηγόρος. Το ζήτημα είναι μεγαλύτερο από τα πρόσωπα.
Είναι το ίδιο το κράτος δικαίου.
Και όταν η Δικαιοσύνη καλείται να αποφανθεί για μια υπόθεση που αγγίζει την καρδιά της πολιτικής εξουσίας, η δημοκρατία δεν χρειάζεται λιγότερο έλεγχο. Χρειάζεται περισσότερο.
Γιατί η Δικαιοσύνη, αν θέλει να παραμένει πραγματικά ανεξάρτητη, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την έρευνα.
Μόνο από την απουσία της.
* Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
Πηγή : documentonews.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου