Τι ακριβώς συνέβη στο Μάτι Αττικής...

Του Ηλία Γιαννιώτη

Μέσα από συλλογή μαρτυριών από τους γνώστες της περιοχής αλλά και από επιζήσαντες.

Το Μάτι είναι μια περιοχή που θα έλεγε κανείς ότι συμφιλιώθηκε το δάσος με την ανθρώπινη κοινωνία για 50 χρόνια περίπου τώρα. Χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με την γνωστή άναρχη δόμηση, την γνωστή παράνομη αδειοδότηση, τα ρουσφέτια και τις χάρες ή ακόμα και με τον τσαμπουκά της καταπάτησης. Μέτρα ασφαλείας, έξοδοι διαφυγής, λέξεις άγνωστες για την εποχή εκείνη αλλά και για τις δεκαετίες που ακολούθησαν μέχρι το 2000. Πυκνό πευκοδάσος, εκατομμύρια τόνοι πευκοβελόνας στο έδαφος, με άναρχη δόμηση, που αλλού γινότανε πυκνή και αλλού αραιή.

Μια χαρά στημένη η ωρολογιακή βόμβα περίμενε, και το ρολόι μέτραγε αντίστροφα.

Δρόμοι στενοί σε βαθμό που δεν χωρούσαν δυο οχήματα να συναντηθούν και να περάσουν ταυτόχρονα. Δρόμοι, δρομάκια σε δαιδαλώδη μορφή που τα πιο πολλά κατέληγαν σε αδιέξοδα.

Σπίτια χτισμένα πάνω στον αιγιαλό, σε βαθμό που βρεχόντουσαν, τα μπετά και οι αυλές από θαλασσινό νερό.

Παραλίες με αμμουδιά ελάχιστες, λίγων μέτρων και αυτές φραγμένες, με καγκελόπορτες από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών και των διαφόρων οικημάτων και μαγαζιών. Έτσι απλά γιατί, έτσι..!!

Μια χαρά στημένη η ωρολογιακή βόμβα περίμενε, και το ρολόι μέτραγε αντίστροφα.

Και φτάσαμε στο 2000 με το όργιο του οικοδομικού οργασμού. Και να που οι πιο πολλοί βρεθήκανε με άδειες και συμβόλαια.

Και να σου, οι τράπεζες με τα δάνεια και να σου, οι ανεγέρσεις και να σου, οι ψιλοεπισκευές και οι παράνομες- νόμιμες επεκτάσεις.

Και φτάσαμε στο 2010 που με την κρίση τα μικροεξοχικά έγιναν μόνιμες κατοικίες.

Ο οικισμός πλέον βαρύς από πεύκο και σπίτια. Ακαθάριστα τα πάντα. Πεύκα άκοπα που σχεδόν σκέπαζαν αυλές και υπνοδωμάτια. Ανευθυνότητα και επικινδυνότητα σε αρμονική συνύπαρξη.

Οργιώδης βλάστηση, ανεξέλεγκτη και εύφλεκτη, χάριζε την σκιά και την δροσιά της, παντού. Πευκοβελόνες σε παχύ στρώμα, στο έδαφος, για εκατοντάδες στρέμματα.

Μια χαρά στημένη η ωρολογιακή βόμβα περίμενε και το ρολόι μέτραγε αντίστροφα.

Και ήρθε η 23/7, το απόγευμα και η ώρα έδειχνε κάτι μετά τις 19,00 και κατέβαινε η φωτιά από το βουνό του Ν. Βουτζά.

Το ρολόι της βόμβας που χρόνια μέτραγε αντίστροφα δείχνει ώρα μηδέν (0).

Ριπές ανέμου που έφτασαν μέχρι και τα 11 μποφόρ σάρωναν την φλεγόμενη βουνοπλαγιά του Βουτζά.

Όλοι πίστεψαν ότι η Λ. Μαραθώνος θα ανακόψει την φωτιά. «Τεράστιο φράγμα», την έλεγαν. Και στήθηκαν τα πυροσβεστικά και κόπηκε η κυκλοφορία.

Πενιχρά τα μέσα και λίγα, μπροστά στο θηρίο που κατέβαινε.

Από την κάτω μεριά ο οικισμός των μελλοθανάτων, απλά σε κατάσταση σοκ, έψαχνε να δει που να πάει κ τι να κάνει. Η φρίκη όμως ακόμα δεν είχε δείξει το πραγματικό της πρόσωπο.

Βάλε και εκεί μέσα ότι οδηγοί και επισκέπτες. αποκλείστηκαν από την Λ.Μαραθώνος και εστάλησαν (από εγκληματική άγνοια της αστυνομίας) προς την παραλιακή ζώνη - παγίδα.

Η φωτιά λίγο μετά τις 19.30 περνάει πάνω από την Λ.Μαραθώνος σκεπάζοντας την άσφαλτο και ορμάει μέσα στον οικισμό. Η φρίκη ξεδιπλώνεται.

Ταχύτητες ανέμου που έφταναν κοντά στα 90χλμ την ώρα, κάνουν την φωτιά να τρέχει μανιασμένα και ανεξέλεγκτα προς την θάλασσα.

Εκατοντάδες αυτοκίνητα μπλοκάρονται στα στενά και στα αδιέξοδα, ανάμεσα από πεύκα και αυλές.
Οχήματα αρχίζουν να αναφλέγονται, επιβάτες τα εγκαταλείπουν με μωρά και παιδιά, στην αγκαλιά και τρέχουν πάνω στους τόνους της εύφλεκτης και φλεγόμενης πευκοβελόνας να βρούνε διέξοδο προς την θάλασσα.

Τα οχήματα που φορούν ζάντες αλουμινίου, φάνηκε να λιώνουν οι ζάντες τους (επισήμως το αλουμίνιο λιώνει στους 780C).

Ντεπόζιτα οχημάτων γεμάτα βενζίνη σκάνε το ένα μετά το άλλο.

Ο κόσμος τρέχει προς την θάλασσα με ελάχιστο πλέον οξυγόνο και καπνό που σου δίνει μισό μέτρο περιθώριο ορατότητας.

Ουρλιαχτά πόνου και φλεγόμενοι άνθρωποι παντού. Άλλοι αναφλέγονται, άλλοι λιποθυμούν και καίγονται. Όσοι έφτασαν στην ακτογραμμή, μπλόκαραν από τις φραγμένες καγκελόπορτες, που τους έκοβαν το δρόμο για την παραλία Άλλοι πήδηξαν και τα κατάφεραν να πατήσουν στην αμμουδιά. Τα πιο πολλά σημεία είχαν βράχους που λόγω θερμικού φορτίου του αέρα είχαν πυρώσει.

Ελάχιστοι, που τόλμησαν να πηδήξουν από τα πυρωμένα βράχια σώθηκαν, γιατί από κάτω, δεν υπήρχε νερό, αλλά πάλι βράχια.

Τα πρώτα σκάφη του Λιμενικού και ιδιωτών προσπαθούν να πλησιάσουν αλλά δυσκολεύονται γιατί τους καίει ο καυτός αέρας, που έρχεται από την ακτή.

Αδυνατούν να πλησιάσουν την ακτή πάνω απο 50μ .

Κόσμος βουτάει φωνάζοντας για βοήθεια και κολυμπάει στα ανοιχτά. Γέροι πληγωμένοι και άρρωστοι, μωρά, μανάδες και άνθρωποι τραυματισμένοι και καμμένοι κάνουν μισολιπόθυμοι, την τελευταία τους προσπάθεια, να πλησιάσουν τα σκάφη.

Αέρας για κολύμπι ανύπαρκτος. Αγωνία, φρίκη και μια κόλαση παντού γύρω. Γλώσσες φωτιάς 50 και 60 μέτρων σαρώνουν οριζόντια το έδαφος από τις ριπές του ανέμου καίγοντας ότι ζωντανό βρίσκουν. Πνιγμός και φωτιά καταπίνουν ανθρώπους και ζώα.

Η νύχτα έπεσε, ο Θάνατος με την μυρωδιά της καμένης σάρκας, γέμισε την περιοχή. Ο αέρας κόπασε και οι σειρήνες βουβάθηκαν σαν να προσπαθούσαν να κάνουν πλέον ησυχία, για να ακουστεί η φωνή κάποιων επιζώντων. Η ώρα ήταν αργά πια, για όλους μας.

Η επόμενη μέρα ξημέρωσε γεμάτη μαύρους αριθμούς, και άρχισαν οι συγκρίσεις με τους βομβαρδισμούς της Συρίας.

Οι ευθύνες πολλές και από πάρα πολλές πλευρές, για την τραγωδία αυτή. Συζητήσεις και αναλύσεις, πόνος και βλακεία.

Η πληροφορία όμως ήταν μια: ο πόλεμος έχει πλέον κηρυχτεί, από το κράτος προς τους πολίτες.

Το σκηνικό αυτό, μπορεί να ξαναγίνει σύντομα και σε πολλά μέρη της Ελλάδας.

Οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν το πεύκο «καταραμένο δέντρο» γιατί ήταν ένα ζωντανό δαδί και το απαγόρευαν μέσα σε οικισμούς. Ας το θυμόμαστε αυτό, κάτι ήξεραν.

Οι άνθρωποι που χάθηκαν όμως, δεν θα γυρίσουν πίσω.

Κύριος αυτουργός της τραγωδίας ναι, είναι το κράτος που ζούμε. Ένα κράτος παγίδα θανάτου, από μόνο του, εδώ και 60 χρόνια.

Ένα κράτος που θα μπορούσε με τους μισθούς των 300, ενός έτους να αγόραζε, έναν ολόκληρο στόλο από 20 πυροσβεστικά αεροσκάφη. Σήμερα έχει 18 λειτουργούν τα μισά μόνο.

Ένα κράτος που θα μπορούσε να έχει νόμους και κανόνες, για να προφυλάξει και να προστατέψει τον πολίτη και όχι να τον κατατρέχει και να τον καταδιώκει.

Ένα κράτος που θα είχε μηχανισμούς ελέγχου πρόληψης και ασφάλειας.

Ένα κράτος που με τον ΕΝΦΙΑ ενός μόνο 6μήνου, θα μπορούσε να μεγαλώσει την Πυροσβεστική Υπηρεσία της χώρας 3 φορές.

Ένα κράτος που θα προσέφερε στον πολίτη και για αυτό τον λόγο ο πολίτης θα το σεβόταν. Γιατί η παιδεία ξεκινά από το κράτος που σε σέβεται κ παρέχει.

Δεν περισσεύουν χρήματα όμως για όλα αυτά, οι δανειστές φωνάζουν και ''διψούν'' για χρήμα, είτε με αίμα και νεκρούς είτε χωρίς, αρκεί να ρέει το χρήμα. Και οι δούλοι κυβερνήτες μας, ενδιαφέρονται πιο πολύ για αυτούς, παρά για τον λαό τους.

Ναι αυτό που συνέβη δεν ήταν θεομηνία, ήταν πράξη πολέμου, οργανωμένο και μελετημένο έγκλημα εναντίον άμαχου πληθυσμού.

Ήξεραν πολύ καλά που και ΠΟΤΕ να χτυπήσουν.

► Ναι ήταν φόνος εκ προθέσεως.
► Ναι ήθελαν αίμα και το πήραν.
► Ναι ήθελαν να κάμψουν το ηθικό του λαού μας.
► Ναι, είναι ο Ελληνικός λαός εναντίον αυτού του κράτους.

Οι αυτουργοί ίσως κρεμαστούν, ίσως και όχι.

Επειδή όμως θα ξαναχτυπήσουν και με παρόμοιο τρόπο ...

.....ας είμαστε και οι ίδιοι, λίγο πιο υποψιασμένοι, πιο συνειδητοποιημένοι, προσεκτικοί και ψύχραιμοι. Ίσως να είχαμε λιγότερα θύματα ακόμα και μέσα σε αυτό το κράτος - φονιά, που ζούμε.
Πρόκειται για πραγματικό πόλεμο.

Καλό ταξίδι στις ψυχούλες που ταξίδεψαν.

Πηγή: Η ΣΦΗΚΑ

Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου