Τα Τέμπη ως σύγκρουση αρχετύπων/Εμφύλιος μέσα στον ίδιο χώρο της απώλειας.
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Το ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη δεν ήταν απλώς πολιτικό. Ήταν και παραμένει τραυματικό. Και η πόλωση που εκδηλώνεται σήμερα στο κοινωνικό σώμα δεν εξηγείται επαρκώς με όρους κομματικής αντιπαράθεσης ή «σωστών» και «λάθος» θέσεων. Εξηγείται καλύτερα αν τη δούμε ως σύγκρουση αρχετύπων μέσα σε μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη καταφέρει να μετασχηματίσει το συλλογικό της τραύμα σε κοινό -ενοποιητικό- νόημα.
Στις πρώτες φάσεις, το συλλογικό πένθος βρήκε έναν άξονα ταύτισης. Η Μαρία Καρυστιανού λειτούργησε -όχι από πρόθεση, αλλά από τη δύναμη του βιώματος- ως φορέας νοήματος. Ενσάρκωσε το αρχέτυπο της Μητέρας-Μάρτυρα: της γυναίκας που έχασε το παιδί της και μιλά για τη ζωή που χάθηκε, για την ασφάλεια που δεν υπήρξε, για τη δικαιοσύνη που εκκρεμεί. Σε τραυματισμένες κοινωνίες, τέτοια πρόσωπα λειτουργούν ως δ ο χ ε ί α του π ό ν ο υ που συγκρατούν/συμπυκνώνουν προσωρινά την οργή και επιτρέπουν τη συλλογική ταύτιση.
Σήμερα, το σύμβολο αυτό μοιάζει να έχει ραγίσει, διαρρέοντας απογοήτευση, πόλωση και κυνισμό.
Όταν όμως το σύμβολο ραγίζει, δεν ραγίζει μόνο από μια ανθρώπινη αστοχία ή μια αμφίσημη δήλωση.
Ραγίζει και επειδή πέφτει πάνω σε ένα ήδη υπάρχον κενό νοήματος.
Εδώ παρεμβαίνει μια κρίσιμη παράμετρος. Η βαθιά απώλεια νοήματος που βιώνει εδώ και χρόνια η "Αριστερά". Ένας πολιτικός χώρος που ιστορικά διεκδίκησε το ηθικό προβάδισμα και τη γείωση στον λαϊκό πόνο, δυσκολεύεται πλέον να μεταβολίσει ένα τραύμα που δεν περνά από τα γνώριμα ιδεολογικά του φίλτρα.
Όταν το τραύμα των Τεμπών βρήκε προσωρινά νόημα έξω από τα κομματικά σχήματα -σε ένα πρόσωπο που μιλούσε από το πένθος και όχι για πρόγραμμα- αυτό λειτούργησε αποσταθεροποιητικά. Η ανάγκη ανάκτησης του συμβολικού ελέγχου επιτάχυνε το ράγισμα του συμβόλου.
Όταν ένα τέτοιο σύμβολο ραγίζει, το τραύμα μένει χωρίς "δοχείο". Και τότε ενεργοποιούνται οι κλασικές αμυντικές διεξόδοι του συλλογικού ψυχισμού. Η πρώτη είναι η διάσπαση. Ο πόνος που δεν βρίσκει δικαιοσύνη και θεσμική λογοδοσία στρέφεται προς τα μέσα. Οι άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο τραύμα αρχίζουν να συγκρούονται μεταξύ τους. Ο θυμός μετατοπίζεται από το κράτος και την εξουσία στα πρόσωπα, στους «λανθασμένους» ή και «επικίνδυνους» συμμάχους, στους φορείς του πένθους. Έτσι γεννιούνται ηθικοί εμφύλιοι μέσα στον ίδιο χώρο της απώλειας.
Η δεύτερη διέξοδος είναι η κυνική επανα-πολιτικοποίηση/κομματικοποίηση. Το τραύμα απογυμνώνεται από το ηθικό του φορτίο και μετατρέπεται σε εργαλείο αντιπαράθεσης. Παύει να πονά-απλώς χρησιμοποιείται. Σε αυτή τη φάση, δεν αναζητείται πια κοινό νόημα, αλλά ιδεολογική καθαρότητα και επικοινωνιακή υπεροχή. Το τραύμα δεν μετασχηματίζεται. Νεκρώνεται.
Στο υπόβαθρο αυτής της πόλωσης βρίσκεται μια βαθύτερη σύγκρουση αρχετύπων. Από τη μία, η Μητέρα που υπερασπίζεται τη ζωή που χάθηκε και μιλά από το πένθος. Από την άλλη, το αρχέτυπο της Γυναίκας-Αυτονομίας και του Πολίτη των Δικαιωμάτων, που υπερασπίζεται την αυτοδιάθεση του σώματος και την ατομική ελευθερία.
Και τα δύο είναι ισχυρά, νόμιμα και βαθιά ανθρώπινα. Όμως σε συνθήκες ανοιχτού τραύματος δυσκολεύονται να συνυπάρξουν. Ζητούν μοναδική αποκλειστικότητα στο ηθικό κέντρο.
Μέσα στην απώλεια νοήματος, η "Αριστερά" φαίνεται να ανυψώνει σε σημαία το αρχέτυπο της Γυναίκας-Δικαιώματος, όχι ως σύνθετη υποκειμενικότητα, αλλά ως ιδεολογικό σύμβολο καθαρότητας.
Πρόκειται για μια αμυντική κίνηση. Μια προσπάθεια να ανακτηθεί το ηθικό έδαφος που έχει χαθεί αλλού. Όμως έτσι η σύγκρουση δεν γίνεται διάλογος αρχετύπων, αλλά πόλεμος αποκλεισμών.
Η ηθική μετατρέπεται σε όπλο και η αμφισημία -που είναι εγγενής σε κάθε ανθρώπινη εμπειρία τραύματος- αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Το αποτέλεσμα είναι η κόπωση της συμπόνιας. Όταν το τραύμα παρατείνεται χωρίς δικαίωση και χωρίς κοινό νόημα, η ενσυναίσθηση εξαντλείται και μετατρέπεται σε κυνισμό. «Ας τελειώνουμε», «ας πάμε παρακάτω». Όμως το τραύμα που δεν συμβολοποιείται δεν εξαφανίζεται. Επιστρέφει ως δυσπιστία, πόλωση και βαθύτερη κοινωνική αποσύνδεση.
Η βαθιά κοινωνική σύνδεση που κατορθώθηκε στη βάση του κοινού πόνου στις 11 Οκτωβρίου 2024, και οδηγούσε ορμητικά στη συγκρότηση ενός νέου ακηδεμόνευτου πολιτικού υποκειμένου, αρχίζει τώρα την αντίστροφη πορεία της, τον κοινωνικό κατακερματισμό.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δυσάρεστο συμπέρασμα. Όλη αυτή η τραυματική πόλωση λειτουργεί τελικά υπέρ του κυρίαρχου συστήματος εξουσίας.
Όσο η κοινωνία αναλώνεται σε οριζόντιες συγκρούσεις, ηθικούς αφορισμούς και συμβολικούς εμφυλίους, το πραγματικό επίδικο μετατοπίζεται. Η ασφάλεια, η ευθύνη, η λογοδοσία περνούν στο περιθώριο.
Το πένθος διασπάται, οι φορείς νοήματος απονομιμοποιούνται και το κυρίαρχο εξουσιαστικό σύστημα δεν
απειλείται, ανακουφίζεται.
Γιατί μια κοινωνία διαιρεμένη, κουρασμένη και χωρίς κοινό νόημα δεν διεκδικεί. Απλώς φθείρεται.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η αποκαθήλωση ή η υπεράσπιση ενός προσώπου.
Είναι αν το κοινωνικό σώμα -και ιδιαίτερα οι πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν ηθικό ρόλο- θα μπορέσουν να αντέξουν τη συνύπαρξη των αρχετύπων χωρίς να απαιτούν την εξόντωση του ενός από το άλλο.
Να μεταφέρουν το βάρος από τα σύμβολα στα αιτήματα. Από την ιδεολογική καθαρότητα στη συλλογική ευθύνη για ασφάλεια, κοινωνική Δικαιοσύνη και λογοδοσία.
Αν αυτό δεν συμβεί, το τραύμα των Τεμπών δεν θα γίνει μνήμη ούτε μεταρρύθμιση. Θα παραμείνει ένα ανοιχτό ρήγμα που θα ανακυκλώνεται, μεταμφιεζόμενο κάθε φορά σε νέο εχθρό, νέα ηθική καθαρότητα, νέα πόλωση.
Γιατί, οι κοινωνίες που δεν αντέχουν να δώσουν νόημα στον κοινό πόνο τους, καταφεύγουν στον διχασμό για να μην αντικρίσουν την ευθύνη. Όχι επειδή διχάζονται τυχαία, αλλά επειδή έτσι αποφεύγουν να αναλάβουν την "ενήλικη" ευθύνη τους και να αλλάξουν.
Και μέσα σε αυτόν τον διχασμό, ο μόνος που πραγματικά χορταίνει είναι το παράσιτο του κυρίαρχου συστήματος-γιατί τρέφεται πάντα από κοινωνίες που αλληλοσπαράσσονται αντί να απαιτούν λογοδοσία.
* Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis.
Πηγή: social media
Πηγή: social media



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου