Τα εργατικά «ατυχήματα» ως πολιτική επιλογή


Όσο οι υπεύθυνοι μένουν στο απυρόβλητο, οι εργάτριες και οι εργάτες θα συνεχίσουν να πεθαίνουν. Και αυτό δεν είναι μοίρα. Είναι πολιτική.

Της Βασιλικής Λάζου

 Οι πέντε εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν ήταν θύματα μιας «κακιάς στιγμής». Δεν πέθαναν από σύμπτωση. Πέθαναν επειδή εργάζονταν σε ένα καθεστώς όπου η ασφάλεια θεωρείται κόστος, ο έλεγχος εμπόδιο και η ανθρώπινη ζωή αναλώσιμη. Και αυτό το καθεστώς δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι πολιτική κατασκευή.

Η γλώσσα του «εργατικού ατυχήματος» λειτουργεί ως μηχανισμός συγκάλυψης. Αποσυνδέει τον θάνατο από τις συνθήκες που τον παρήγαγαν. Αποσιωπά ότι οι συνθήκες αυτές ήταν γνωστές, επαναλαμβανόμενες και θεσμικά ανεκτές. Όταν πέντε γυναίκες πεθαίνουν στον ίδιο χώρο εργασίας, δεν μιλάμε για ατυχία. Μιλάμε για δομικό έγκλημα.

Η έννοια της νεκροπολιτικής, μας επιτρέπει να το πούμε καθαρά. Η εξουσία δεν σκοτώνει απαραίτητα άμεσα. Παράγει «ζώνες θανάτου»: πεδία όπου ο θάνατος γίνεται πιθανός, προβλέψιμος και κοινωνικά ανεκτός. Οι εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ εργάζονταν μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς μόνιμης έκθεσης στον κίνδυνο.

Στον ύστερο καπιταλισμό, η εργασία μετατρέπεται σε μηχανισμό ιεράρχησης της ανθρώπινης ζωής. Όπως έχει δείξει η Judith Butler, δεν είναι όλες οι ζωές εξίσου «θρηνήσιμες». Κάποιες αναγνωρίζονται ως απώλεια που αξίζει δημόσια θλίψη, προστασία και πολιτική αντίδραση. Άλλες όχι. Οι εργάτες, οι μετανάστες, οι επισφαλείς, οι ανειδίκευτοι τοποθετούνται συστηματικά στη ζώνη των μη θρηνήσιμων ζωών — ζωών που μπορούν να χαθούν χωρίς να διαταραχθεί η «κανονικότητα».

Αυτό ακριβώς επιτρέπει η νεκροπολιτική: όχι μόνο τον θάνατο, αλλά και τη σιωπή γύρω από αυτόν.

Η αποδυνάμωση της Επιθεώρησης Εργασίας αποτελεί κλασικό παράδειγμα νεκροπολιτικής μέσω θεσμικής απόσυρσης προστασίας. Το κράτος διαθέτει πλήρη γνώση της σχέσης μεταξύ ελέγχων και θανατηφόρων δυστυχημάτων. Η επιλογή της απορρύθμισης δεν είναι αμέλεια. Είναι πολιτική απόφαση που μετατρέπει τον θάνατο σε αποδεκτό ρίσκο.

Οι αντιεργατικοί νόμοι Χατζηδάκη λειτουργούν ως τεχνικές διάλυσης της συλλογικής άμυνας των εργαζομένων. Η αποδυνάμωση των συνδικάτων και της απεργίας αφαιρεί από τους εργαζόμενους τη δυνατότητα να αρνηθούν επικίνδυνες συνθήκες. Πρόκειται για απογύμνωση από τα μέσα διατήρησης της ζωής.

Η θεσμοθέτηση της 13ωρης εργασίας συνιστά νεκροπολιτική μέσω εξάντλησης. Η επιστημονική γνώση είναι σαφής: η υπερεργασία αυξάνει εκθετικά την πιθανότητα θανατηφόρων συμβάντων. Όταν η κόπωση νομιμοποιείται, το εργατικό σώμα μετατρέπεται σε αναλώσιμο βιολογικό κεφάλαιο. Και πάντα τα ίδια σώματα σπάνε πρώτα. Μετανάστες. Νέοι. Επισφαλείς. Άνθρωποι χωρίς φωνή και χωρίς κάλυψη. Ζωές που δεν προκαλούν πολιτικό κόστος όταν χαθούν. Ζωές που δεν θεωρούνται «άξιες πένθους».

Ας το πούμε, λοιπόν, καθαρά. Η πολιτική ευθύνη δεν διαχέεται, δεν συμψηφίζεται, δεν ξεχνιέται. Έχει ονοματεπώνυμο. Ανήκει σε όσους αποδυνάμωσαν τους ελέγχους, απορρύθμισαν την εργασία, νομιμοποίησαν την εξάντληση και προστάτευσαν τα κέρδη αντί για τη ζωή.

Η μνήμη των πέντε εργατριών της ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν τιμάται με ενός λεπτού σιγή. Τιμάται με απόδοση πολιτικής ευθύνης. Με σύγκρουση με τις πολιτικές που σκοτώνουν. Με αγώνα ώστε κανένας χώρος εργασίας να μην είναι ξανά ζώνη θανάτου.

Γιατί όσο οι υπεύθυνοι μένουν στο απυρόβλητο, οι εργάτριες και οι εργάτες θα συνεχίσουν να πεθαίνουν. Και αυτό δεν είναι μοίρα. Είναι πολιτική.

Πηγή : documentonews.gr

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου