Ανώτατο Δικαστήριο, Ιράν και χρέος φέρνουν τη μονοκρατορία Τραμπ σε αποδρομή;


Την ώρα που ο Λευκός Οίκος διατρανώνει πως οι δασμοί είναι απαραίτητοι η αμερικανική βιομηχανία τον διαψεύδει κραυγαλέα

Του Γιώργη-Βύρωνα Δάβου *

Μπορεί στην πρόσφατη ομιλία του προς το Έθνος ο Αμερικανός Ντόναλντ Τραμπ να παρουσίασε την πρώτη χρονιά του στον Λευκό Οίκο ως επιστροφή στη Χρυσή Εποχή των ΗΠΑ, όμως οι ραγδαίες εξελίξεις, τόσο με την έναρξη της σύρραξης με το Ιράν, βασισμένος σε καθαρά προσχηματικούς λόγους, η κατάσταση μοιάζει μάλλον ως ένα γοργό κατρακύλισμα στην ησιόδεια έβδομη εποχή του Σιδήρου, όπου οι άνθρωποι ευχαριστιούνται να κάνουν το κακό κι επικρατεί το δίκιο του ισχυρότερου. Η ομιλία του ξιπασμένου προέδρου δόθηκε εν μέσω μίας πρωτοφανούς κοινωνικής, οικονομικής και πρόσφατα συνταγματικής θύελλας, που σε κανέναν βαθμό δεν δικαιολογούν την ευφορική εικόνα που παρουσίασε στο Έθνος.

Με τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές προ των πυλών, πολλοί ακόμη και από το στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, αλλά και μεγάλα στελέχη επιχειρήσεων -όπως αποδεικνύει η πρόσφατη διαμάχη του Λευκού Οίκου με την Anthropic- έχουν αρχίσει να αποστασιοποιούνται από τη MAGA πολιτική του Τραμπ και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον θεωρούν πλέον «κουτσό παπί» (lame duck), προοικονομώντας (και κάποια ελπίζοντας μάλιστα) ότι το αποτέλεσμα της κάλπης θα βγάλει επιτέλους εκείνα τα «θεσμικά αντίβαρα», που θα μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν την άφρονα πολιτική του.

Άλλωστε η πρόσφατη σύγκρουση του Προέδρου με το Ανώτατο Δικαστήριο (και μάλιστα με τρεις ‘δικούς’ του διορισμένους δικαστές να στρέφονται εναντίον του) για το ζήτημα των δασμών δεν αποτελεί απλώς μια διαφωνία επί κάποιων νομικών λεπτομερειών. Απεναντίας μοιάζει ως το επιστέγασμα μιας ρήξης που έχει ξεκινήσει από την κοινωνία, αλλά επίσης απασχολεί σοβαρά επιχειρηματική ελίτ -τουλάχιστον εκείνη που δεν σχετίζεται με τον στενό κύκλο της διακυβέρνησης Τραμπ-, που απειλεί ακόμη και για μια πρωτόγνωρη φυγή προς το εξωτερικό.
Η δικαστική ανατροπή και ο «Ντιπαρτμενταλισμός»

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα τέλη Φεβρουαρίου, που με μια απόφαση-σταθμό ακύρωσε τις βασικές νομικές αντηρίδες στη δασμολογική πολιτική του Τραμπ, πυροδότησε τη νέα φάση στη  σύγκρουση του προέδρου με τη δικαστική εξουσία, την οποία επιδιώκει να ελέγξει, να παρακάμψει και να καταργήσει στην πράξη. Η απόφαση τούτη δεν ήταν απλά μια ήττα για τον Τραμπ, αλλά κυρίως μια κραυγαλέα υπενθύμιση ότι με βάση το Σύνταγμα ο πρόεδρος δεν είναι μονάρχης.

Βέβαια, για τον Τραμπ και την ομάδα των φανατικών του, η απόφαση τούτη ξεσήκωσε τις γνωστές υλακές  για «παράνομες παρεμβάσεις» της «δικτατορίας των δικαστών» στο έργο της εκτελεστικής εξουσίας. Ουσιαστικά, αναβάθμισε την αντιπαράθεση της προεδρίας με τους δικαστές, η οποία έχει ξεκινήσει από την αρχή της προεδρίας του και αφορούσε την εναντίωση των δικαστών στις αυθαίρετες αποφάσεις του Τραμπ, χωρίς μάλιστα να συμβουλεύεται το Κοινοβούλιο, για τη μείωση του κράτους, τις απολύσεις, τη μεταναστευτική πολιτική και φυσικά τους δασμούς. Κυρίως για την προσπάθειά του, να επιβάλλει και στη δικαιοσύνη την πολιτική του «ντιπαρτμενταλισμού» (departmentalism), βάσει της οποίας ο Πρόεδρος, ως άμεσα εκλεγμένος εκπρόσωπος του λαού, έχει το δικαίωμα και το καθήκον να ερμηνεύει το Σύνταγμα κατά το δοκούν, προσπερνώντας τις άλλες δύο θεμελιώδεις εξουσίας -το Κοινοβούλιο και τους Δικαστές- καθιστώντας τα δύο τούτα όργανα σε υποδεέστερους και σχηματικούς θεσμούς. Η επίκληση στη «δύναμη της κάλπης» και της «επιλογής του λαού» (ένα σόφισμα που όλοι οι ακροδεξιοί, δείτε τον Γεωργιάδη στα καθ’ ημάς, επαναλαμβάνουν), που αμφισβητεί τη δικαστική εξουσία, στην ουσία όμως κλυδωνίζει και την εμπιστοσύνη των αγορών. Ιδίως σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Οι επιχειρηματίες εξεγείρονται και απειλούν με φυγή

Την ώρα που ο Λευκός Οίκος διατρανώνει πως οι δασμοί είναι απαραίτητοι για  να «προστατευθεί» η αμερικανική βιομηχανία, η πραγματικότητα τον διαψεύδει κραυγαλέα.  Πολλές μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, που κάποτε αποτελούσαν σημαιοφόρους της αμερικανικής οικονομικής κυριαρχίας, πλέον στρέφουν τα βέλη τους στην κυβέρνηση. Οι αγωγές για επιστροφή δασμών ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων πληθαίνουν, καθώς οι εταιρείες αυτοκινήτων, τεχνολογίας και λιανικού εμπορίου βλέπουν τα κέρδη τους να εξατμίζονται από τα εμπορικά αντίποινα  στα αμερικανικά προϊόντα, αλλά και τη διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων. Η αντίδραση του επιχειρηματικού κόσμου υπήρξε ακαριαία και μαζική. Σύμφωνα με αναφορές του Reuters και του Forbes, περισσότερες από 6.000 εταιρείες -ανάμεσά τους ονόματα όπως η Ford, η Target, η Home Depot, ακόμη κι η Tesla (παρά την αρχική συνεργασία του Ίλον Μασκ με τον Τραμπ)- έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη, αξιώνοντας επιστροφές και αποζημιώσεις 175 δισ. δολαρίων που καταβλήθηκαν ως δασμοί.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι η «δασμολογική τρομοκρατία» του Τραμπ έχει προκαλέσει αβεβαιότητα στις αγορές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και έχει μετατρέψει τον οικονομικό προγραμματισμό σε τζόγο. Η αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει η ανερμάτιστη πολιτική του Τραμπ, που μετατρέπει τις γεωπολιτικές αποφάσεις του σε προσωπικές κερδοφόρες επενδύσεις που αυξάνουν την ατομική του περιουσία (ας δούμε πόσα κέρδισε με την πρώτη επίθεση στο Ιράν ή τη Βενεζουέλα),  πλήττει βάναυσα την κερδοφορία των άλλων επιχειρήσεων, αλλά και τη βιωσιμότητα του αμερικανικού μοντέλου ελεύθερου εμπορίου. Όπως επισημαίνει η Le Monde, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τα όρια της δύναμής του, καθώς η αγορά αρνείται να αποδεχθεί την αυτοκρατορική διακυβέρνηση.
Αλλά για την αμερικανική οικονομία, το ακόμη πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι πως καταγράφεται μία τάση για  μετανάστευση κεφαλαίων και στελεχών. Σύμφωνα με αναφορές του Forbes και του διεθνούς Τύπου, ένας αυξανόμενος αριθμός εκατομμυριούχων και στελεχών υψηλού επιπέδου εκφράζει ανοιχτά την πρόθεσή του να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ. Κι όχι μόνον για τους παραπάνω οικονομικούς λόγους, αλλά κυρίως για το  αίσθημα της «θεσμικής αβεβαιότητας». Όταν ένας επιχειρηματίας βλέπει ότι οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν με ένα tweet ή ένα προεδρικό διάταγμα που παρακάμπτει τη Δικαιοσύνη, η χώρα παύει να θεωρείται ασφαλής επενδυτικός προορισμός.

Αυτή η «φυγή» δεν περιορίζεται μόνο στο κεφάλαιο και στους ανθρώπους. Αφορά και την έδρα των επιχειρήσεων, καθώς πολλές εταιρείες(σύμφωνα με την μελέτη Arton Capital Affluence & Elections Survey) εξετάζουν ήδη να μεταφέρουν τα γραφεία και τις παραγωγικές τους μονάδες σε περιοχές με πιο προβλέψιμο νομικό περιβάλλον, όπως ο Καναδάς, η Ιρλανδία, η Αυστραλία κι η Ν. Ζηλανδία, η Ε.Ε. ή ακόμα και στις αναπτυσσόμενες αγορές της Ασίας.

Το γεωπολιτικό παιχνίδι ως παραπέτασμα για το χρέος

Η κρίση με την Anthropic αποδεικνύει πόσο οι επιχειρηματίες όλο και περισσότερο βλέπουν πόσο το συνολικό οικονομικό παιχνίδι συγκεντρώνεται στον ίδιο τον πρόεδρο και τις αλλοπρόσαλες και απρόβλεπτες αποφάσεις του -όπως προειδοποιεί ο επικεφαλής της εταιρείας Ντάριο Αμοντέι για την αυξανόμενη σύνδεση της ΤΝ στον κυβερνητικό βολονταρισμό, ζητώντας περισσότερη policy και λιγότερο politics. Βέβαια, οι επιχειρηματίες δεν αντιδρούν παρακινημένοι από κάποια ανθρωπιστικά κίνητρα βέβαια, αλλά περισσότερο βλέποντας ότι υπάρχουν αναχώματα στα κέρδη τους. Οι επιχειρηματίες βλέπουν πολύ μακρύτερα από την κοντόφθαλμη και προσωποκεντρική κερδοσκοπική αδηφαγία του Τραμπ. Κατανοούν πως οι δασμοί λειτουργούν ως μπούμερανγκ. Η Κίνα, που αποτελεί τον κύριο στόχο τους, ήδη έχει αρχίσει να αναδιατάσσει τις εμπορικές της σχέσεις, εκμεταλλευόμενη το κενό που αφήνουν οι αμερικανικές εταιρείες που αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις προσφορές της υπό το βάρος των δασμών.

Η γεωπολιτική σκακιέρα γίνεται δε ακόμη πιο περίπλοκη όσο το αμερικανικό δημόσιο χρέος διογκώνεται σε τεράστιο βαθμό, με τις ΗΠΑ να πρέπει να το χρηματοδοτήσουν περαιτέρω. Όπως επισημαίνουν αναλυτές,  το μεγάλο βάρος που δίδεται  στην εμπορική αντιπαράθεση με την Κίνα ή ακόμη και στην στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν,  χρησιμεύει κυρίως ως προπέτασμα καπνού για να αποκρυβεί ακριβώς η έκρηξη του χρέους, που αποτελεί  το πραγματικό πρόβλημα της Αμερικής.

Όσο κι εάν προσπάθησε ο Τραμπ να πείσει τους Αμερικανούς, οι πληθωριστικές πιέσεις που έχουν προκαλέσει οι δασμοί κι οι οποίες αναγκάζουν την Federal Reserve να διατηρεί τα επιτόκια υψηλά, καθιστούν την εξυπηρέτηση του χρέους ακόμη πιο δύσκολη. Το ζοφερό σενάριο μιας οικονομίας που αυτο-απομονώνεται, ενώ ταυτόχρονα το κόστος δανεισμού της εκτινάσσεται, είναι προ των πυλών. Το μόνο αντίδοτο θα ήταν μάλλον μία ατμόσφαιρα σταθερότητας, που όμως η σύγκρουση του Τραμπ με τους δικαστές κι ιδίως το Ανώτατο Δικαστήριο, την υποσκάπτει κρίσιμα. Παράλληλα, εάν φύγουν οι επενδυτές κι οι πλούσιοι και μειώνεται η φορολογική βάση, αλλά και κλυδωνίζεται η εμπιστοσύνη στο δολάριο, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που καμία προστατευτική πολιτική δεν μπορεί να σπάσει.

Είμαστε μπροστά σε μία κρίση της «προεδρικής μοναρχίας»;

Το ερώτημα που πλανάται πάνω από την Ουάσιγκτον είναι αν η Αμερική οδεύει προς μια μορφή «προεδρικής μοναρχίας». Πολλοί κύκλοι κι όχι πλέον μόνον από το στρατόπεδο των αντιπάλων του Τραμπ, διαβλέπουν στην  προσπάθειά του να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του όχι απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά κυρίως μια αναθεώρηση του αμερικανικού ονείρου.

Εξάλλου οι συνέπειες είναι ήδη ορατές: πρώτα απ’ όλα η σύγκρουση με το Ανώτατο Δικαστήριο που κλονίζει την εμπιστοσύνη στον νομικό πολιτισμό της χώρας, υπογραμμίζει τη Θεσμική Αποσάθρωση, την οποία μεθοδεύει ο Τραμπ κι από την οποία κανένας δεν θα αισθάνεται πλέον βέβαιος για τίποτε. Πολλοί συντηρητικοί στις ΗΠΑ, που είχαν αρχίσει ήδη να αναρωτιούνται με τα γεγονότα στη Μινεάπολη, πλέον μετά τη σύγκρουση με το Ανώτατο Δικαστήριο -ένα θεσμό με μεγάλο κύρος στη συνείδηση της κοινωνίας- έχουν αρχίσει να μεταστρέφονται και τούτο είναι πιθανό να διαπιστωθεί και στις ενδιάμεσσες εκλογές.
Σε δεύτερο επίπεδο, ό,τι και να λέει ο Τραμπ, ο ιδιότυπος αυτός προστατευτισμός του έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ -με εξαίρεση τους κοντινούς του φίλους του καρτέλ της ενέργειας και του πετρελαίου και τις δικές του επενδύσεις- σε οικονομική απομόνωση. Ο προστατευτισμός και οι δασμοί οδηγούν σε αντίποινα, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών προϊόντων παγκοσμίως. Η συμφωνία ARTI (Agreement on Reciprocal Trade and Investment) με την Αργεντινή και οι αντίστοιχες κινήσεις προς άλλες χώρες, αν και παρουσιάζονται ως εμπορικές νίκες, εν τέλει απομονώνουν την Αμερική από τους παραδοσιακούς της συμμάχους στην Ευρώπη και αλλού, οι οποίοι βλέπουν με δυσπιστία την αμερικανική εμπορική επιθετικότητα.

Και τούτο έχει ως συνέπεια, τη φυγή. Όχι μόνον των επιχειρήσεων, αλλά και των ανθρώπων εκείνων που έχουν συμβάλλει στη δημιουργία του πλούτου στη χώρα και  δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να επενδύσουν σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος δικαίου είναι υπό αμφισβήτηση.

Παράλληλα, η «εμπόλεμη» κατάσταση που έχει εδραιωθεί, τόσο με τη σύγκρουση του Τραμπ με τις δημόσιες υπηρεσίες, τους κυβερνήτες των Πολιτειών, τις τοπικές κοινωνίες και τους μετανάστες, έχει δημιουργήσει συνθήκες «εμφυλίου πολέμου». Η επιχειρηματική κοινότητα, που πάντα αποτελούσε τον μεγαλύτερο σύμμαχο του Τραμπ, είναι πλέον διχασμένη και φοβισμένη. Η επιθυμία πολλών να φύγουν από τη χώρα δεν είναι μια κίνηση αντιπολίτευσης, αλλά μια κίνηση αυτοσυντήρησης. Και το ερώτημα γεννάται: όταν οι αντηρίδες  της οικονομίας αναζητούν την έξοδο, η χώρα πρέπει να αναρωτηθεί: τι πήγε λάθος;

* Ο Γιώργης-Βύρων Δάβος εργάζεται ως δημοσιογράφος και κριτικός Τέχνης και διδάσκει Αισθητική στην Ακαδημία της Μπρέρα (Μιλάνου) και Κοινωνιογλωσσολογία και Λογική Φιλοσοφία της Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Βίγο (Ισπανία), ενώ στον ελεύθερο χρόνο του….γράφει.

Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου