Γιατί είναι λάθος η πρόωρη αποπληρωμή χρέους

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές

Του Δημοσθένη Μιχόπουλου

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια δημοσιονομικής ασφυξίας, αποκτά επιτέλους πλεονάσματα και ταμειακή ευχέρεια. Και αντί να αντιμετωπίσει αυτή την εξέλιξη ως τη σπάνια ευκαιρία για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, σπεύδει να αποπληρώσει χρέος ακόμη και πολλά χρόνια πριν από τη συμβατική λήξη του.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι γνωστή: Μειώνεται το δημόσιο χρέος, εξοικονομούνται τόκοι, περιορίζεται ο επιτοκιακός κίνδυνος, ενισχύεται η αξιοπιστία της χώρας στις αγορές. Όλα αυτά είναι υπαρκτά οφέλη. Δεν απαντούν όμως στο βασικό οικονομικό ερώτημα: Είναι η πρόωρη αποπληρωμή χρέους η καλύτερη δυνατή χρήση του πλεονάσματος μιας οικονομίας που εξακολουθεί να πάσχει από τεράστιο παραγωγικό έλλειμμα; Η απάντηση δεν είναι καθόλου αυτονόητη.

Και στην ελληνική περίπτωση υπάρχουν σοβαροί λόγοι να υποστηριχθεί ακριβώς το αντίθετο. Το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το χρέος Η Ελλάδα παραμένει μια υπερχρεωμένη χώρα. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά το πρόβλημα μιας υπερχρεωμένης οικονομίας δεν λύνεται αποκλειστικά μειώνοντας τον αριθμητή του λόγου: Χρέος/ΑΕΠ. Υπάρχει και ο παρονομαστής. Και μακροπρόθεσμα αυτός είναι ίσως σημαντικότερος.

Ένα κράτος με χρέος 300 δισ. και ΑΕΠ 200 δισ. έχει λόγο χρέους 150%. Εάν χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμά του για να μειώσει το χρέος στα 280 δισ., ο λόγος πέφτει στο 140%. Αν όμως κατορθώσει, μέσω παραγωγικών επενδύσεων, να αυξήσει διαχρονικά την παραγωγική του βάση και το ΑΕΠ φθάσει στα 250 δισεκατομμύρια, ακόμη και με χρέος 300 δισ. ο λόγος πέφτει στο 120%. Το παράδειγμα είναι σχηματικό, αλλά αναδεικνύει τη θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα σε δύο στρατηγικές. Η πρώτη θεραπεύει το χρέος μειώνοντας το χρέος. Η δεύτερη το θεραπεύει αυξάνοντας την οικονομία που καλείται να το εξυπηρετήσει.

Για μια οικονομία με σοβαρό παραγωγικό έλλειμμα, η δεύτερη δυνατότητα δεν μπορεί να αγνοείται. Η παραγωγικότητα στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Και εδώ βρίσκεται το στοιχείο που αλλάζει ολόκληρη τη συζήτηση.

Ασθενείς παραγωγικές επιδόσεις

Στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για το 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η ελληνική παραγωγικότητα βρίσκεται μόλις στο 55% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια η Επιτροπή υποδεικνύει την αναβάθμιση υποδομών και την αύξηση του μεριδίου κλάδων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας ως δρόμο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Το ΔΝΤ καταλήγει σε παρόμοια διάγνωση. Επισημαίνει ότι η επιχειρηματική δυναμική και η παραγωγικότητα παραμένουν χαμηλές, ότι οι συνολικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων επιπέδων της Ευρωζώνης και ότι ιδιαίτερα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην πρόσβαση σε κεφάλαια.

Ο OECD το 2026 επαναλαμβάνει ότι, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ασθενείς παραγωγικές επιδόσεις, σημαντικό επενδυτικό κενό και δυσκολία των μικρότερων επιχειρήσεων να επενδύσουν στην καινοτομία και στις νέες τεχνολογίες. Επομένως δεν συζητούμε θεωρητικά. Έχουμε μια χώρα με υψηλό χρέος, αλλά ταυτόχρονα με τεράστιο αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό. Και αυτή ακριβώς είναι η στιγμή κατά την οποία η οικονομική πολιτική πρέπει να αποφασίσει πού αποδίδει περισσότερο το επόμενο διαθέσιμο δισεκατομμύριο. Τι κάνει ένας υπερχρεωμένος οφειλέτης όταν αρχίζει να αναπνέει;

Ας μεταφέρουμε για λίγο το πρόβλημα σε μια επιχείρηση. Μια εταιρεία έχει υπερδανειστεί, έχει φτάσει στα όρια της χρεοκοπίας, αναδιαρθρώνει τις υποχρεώσεις της και οι πιστωτές της μετατρέπουν σημαντικό μέρος του χρέους σε πολύ μακροπρόθεσμο και σχετικά φθηνό. Ύστερα από χρόνια αρχίζει επιτέλους να παράγει πλεονάσματα.

Τι πρέπει να κάνει; Να πάρει κάθε ευρώ που περισσεύει και να εξοφλήσει σήμερα μια υποχρέωση που λήγει το 2040; Ή να διατηρήσει ασφαλές απόθεμα ρευστότητας και να χρησιμοποιήσει μέρος του διαθέσιμου κεφαλαίου για να εκσυγχρονίσει τις εγκαταστάσεις της, να αγοράσει καλύτερα μηχανήματα, να αναπτύξει νέα προϊόντα, να αυξήσει την παραγωγικότητα των εργαζομένων της και τελικά να δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερο εισόδημα από το οποίο θα εξυπηρετεί ευκολότερα το χρέος της;

Ορθολογικά θα έκανε και τα δύο, αλλά με σαφή προτεραιότητα: πρώτα εξασφαλίζει ότι δεν θα ξαναχρεοκοπήσει και κατόπιν επενδύει ώστε να γίνει παραγωγικότερη. Διαφορετικά κινδυνεύει να αποκτήσει έναν άψογο ισολογισμό και μια προβληματική επιχείρηση. Το ίδιο ισχύει, με τις αναγκαίες διαφορές, και για ένα κράτος. Δεν χρειαζόμαστε απλώς “περισσότερες κρατικές δαπάνες”. Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διάκριση.

Ποια στρατηγική απουσιάζει

Το επιχείρημα δεν είναι ότι τα πλεονάσματα πρέπει να μετατραπούν σε επιδόματα, προσλήψεις ή ανεξέλεγκτη κατανάλωση. Αυτό θα μπορούσε πράγματι να οδηγήσει την Ελλάδα πίσω στον ίδιο δρόμο που δημιούργησε το δημοσιονομικό πρόβλημα. Η εναλλακτική στην πρόωρη αποπληρωμή δεν είναι η κατανάλωση. Είναι η παραγωγική κεφαλαιοποίηση του πλεονάσματος. Και εδώ ακριβώς απουσιάζει μια μεγάλη ελληνική στρατηγική.

Το κράτος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον νέο δημοσιονομικό χώρο για να δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα ώστε οι ίδιοι οι Έλληνες να επενδύσουν: φορολογικά κίνητρα για παραγωγικές επενδύσεις, επιτάχυνση αποσβέσεων για νέο εξοπλισμό, ευκολότερη πρόσβαση μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, κίνητρα για συγχωνεύσεις και μεγέθυνση επιχειρήσεων, έρευνα και ανάπτυξη, αυτοματοποίηση, ψηφιοποίηση, εξαγωγική δραστηριότητα, μεταποίηση και παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Δεν χρειάζεται το Δημόσιο να αποφασίσει ποιο εργοστάσιο θα κατασκευαστεί. Μπορεί να δημιουργήσει το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα συμφέρει τον Έλληνα να επενδύσει το κεφάλαιό του στην παραγωγή αντί αποκλειστικά στην κατανάλωση ή στα ακίνητα. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από τη λογική της κρατικά κατευθυνόμενης οικονομίας.

Πηγή : SLpress

Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου