Ποιος πουλάει την Ελλάδα και ποιος θα μείνει να κατοικήσει σε αυτήν;


Του Βασίλη Γιαουρδήμου

Η χώρα μας κινδυνεύει να γίνει μια τεράστια αγορά γης, τουρισμού και ακινήτων ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να κατοικήσουν στον τόπο τους.

Υπάρχει κάτι που πρέπει επιτέλους να ειπωθεί χωρίς πολιτική ορθότητα και χωρίς φόβο.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να ξεχάσει ότι είναι χώρα και εχει αρχίσει να λειτουργεί σαν οικόπεδο.
Ένα οικόπεδο με εξαιρετική θέα, θάλασσα, ήλιο, ιστορία και τουριστική αξία.
Ένα οικόπεδο που μπορεί να πουληθεί, να οικοδομηθεί, να αξιοποιηθεί, να μετατραπεί σε ξενοδοχείο, βίλα, τουριστικό συγκρότημα ή επενδυτικό προϊόν.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα:
Στο οικόπεδο αυτό ζουν άνθρωποι.
Και αυτοί οι άνθρωποι έχουν παιδιά, οικογένειες, ανάγκες, όνειρα και δικαίωμα να μπορούν να παραμείνουν στον τόπο τους.

Όταν η γη γίνεται σημαντικότερη από τον άνθρωπο.
Για χρόνια μας μιλούν για «ανάπτυξη».

Και πράγματι, η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη.

Αλλά ποια ανάπτυξη;

  • Είναι ανάπτυξη όταν η αξία ενός ακινήτου ανεβαίνει τόσο ώστε ο νέος Έλληνας να μην μπορεί πλέον να το αγοράσει;
  • Είναι ανάπτυξη όταν ένας εργαζόμενος σε ένα τουριστικό νησί δεν μπορεί να βρει σπίτι επειδή τα ακίνητα αποδίδουν περισσότερο ως τουριστικές μισθώσεις;
  • Είναι ανάπτυξη όταν η γη γίνεται επενδυτικό προϊόν και η κατοικία κοινωνικό πρόβλημα;
  • Είναι ανάπτυξη όταν οι υποδομές ενός νησιού σχεδιάζονται για τον μόνιμο πληθυσμό αλλά πρέπει να εξυπηρετήσουν πολλαπλάσιους ανθρώπους για μερικούς μήνες;

Ή μήπως απλώς μετράμε οικονομική δραστηριότητα και την αποκαλούμε ανάπτυξη;

Η χώρα ως real estate

Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: διαθέτει γη με εξαιρετική φυσική και τουριστική αξία.
Αυτό όμως μπορεί να γίνει και παγίδα.

Γιατί όταν μια οικονομία μπορεί να κερδίσει εύκολα από την οικοδομή, την πώληση ακινήτων και τον τουρισμό, υπάρχει ο κίνδυνος να εγκαταλείψει τις δυσκολότερες μορφές ανάπτυξης.

  • Τη βιομηχανία.
  • Τη μεταποίηση.
  • Την έρευνα.
  • Την τεχνολογία.
  • Την παραγωγή.
  • Την αγροτική οικονομία.
  • Τη δημιουργία ελληνικών επιχειρήσεων που μπορούν να σταθούν διεθνώς.

Είναι πολύ πιο εύκολο να πουλήσεις ένα ακίνητο παρά να δημιουργήσεις μια διεθνώς ανταγωνιστική βιομηχανία.
Πολύ πιο εύκολο να χτίσεις ένα ξενοδοχείο παρά να δημιουργήσεις μια τεχνολογική εταιρεία που θα εξάγει προϊόν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Και έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη εξάρτηση:
Όσο περισσότερο η οικονομία στηρίζεται στη γη, τόσο περισσότερο χρειάζεται η γη να ακριβαίνει.
Αλλά μια χώρα δεν μπορεί να γίνει πλουσιότερη επ' άπειρον απλώς αυξάνοντας την τιμή των οικοπέδων της.

Και ποιος θα αγοράσει τα σπίτια των παιδιών μας;
Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό ερώτημα.

Όταν η κατοικία αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως επένδυση, ο άνθρωπος που χρειάζεται ένα σπίτι για να ζήσει βρίσκεται αντιμέτωπος με ανθρώπους και κεφάλαια που αγοράζουν σπίτια για να αυξήσουν την περιουσία τους.

Ο νέος άνθρωπος ξεκινά με μισθό.
Ο επενδυτής ξεκινά με κεφάλαιο.
Δεν είναι ισότιμη μάχη.

Και αν ταυτόχρονα η χώρα αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό.

Τι νόημα έχει να προσελκύουμε συνεχώς κεφάλαια για ακίνητα, όταν δεν δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε οι δικοί μας νέοι να μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια και να παραμείνουν εδώ;

Τα νησιά δεν είναι απεριόριστα

Η Κως, η Ρόδος, η Κρήτη, η Κέρκυρα, η Σαντορίνη, η Μύκονος και τόσα άλλα νησιά δεν είναι απλώς τουριστικοί προορισμοί.
Είναι πατρίδες ανθρώπων.

Κάθε νησί έχει όρια.
Δεν μπορεί να αυξάνεται επ' άπειρον η τουριστική και οικοδομική δραστηριότητα χωρίς να αυξάνονται αντίστοιχα οι υποδομές.

  • Νερό.
  • Ενέργεια.
  • Αποχέτευση.
  • Απορρίμματα.
  • Δρόμοι.
  • Υγεία.
  • Στέγαση.
  • Πολιτική προστασία.
  • Ασφάλεια.

Κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβουμε ότι η φέρουσα ικανότητα ενός τόπου είναι πραγματικότητα και όχι ιδεολογική άποψη.
Δεν μπορούμε να χτίσουμε ένα δεύτερο νησί πάνω στο πρώτο.

Ποιος αποφασίζει τελικά;

Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό ζήτημα.
Όταν μια κυβέρνηση εγκρίνει μια μεγάλη επένδυση, ποιο είναι το πρώτο κριτήριο;

Τα χρήματα που θα επενδυθούν;
Οι θέσεις εργασίας;
Τα φορολογικά έσοδα;
Ή το συνολικό αποτύπωμα στον τόπο;

Γιατί ο επενδυτής δικαιολογημένα ενδιαφέρεται για την απόδοση του κεφαλαίου του.
Το κράτος όμως δεν έχει αυτή την πολυτέλεια.

Το κράτος πρέπει να σκέφτεται και τον κάτοικο.
Τον αγρότη.
Τον εργαζόμενο.
Τον νέο.
Την οικογένεια.
Το παιδί που θα μεγαλώσει εκεί.
Τον άνθρωπο που θα ζήσει στον ίδιο τόπο μετά από είκοσι χρόνια.

Αν δεν το κάνει, τότε ποιος το κάνει;
Δεν είναι «αντιανάπτυξη» να λες όχι

Για χρόνια δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι όποιος ζητά όρια στην ανάπτυξη είναι εχθρός της ανάπτυξης.
Δεν είναι έτσι.

Το να λες «όχι» σε μια κακή επένδυση δεν σημαίνει ότι είσαι εναντίον των επενδύσεων.
Σημαίνει ότι έχεις σχέδιο.

Το να προστατεύεις μια παραλία δεν σημαίνει ότι είσαι εναντίον του τουρισμού.
Σημαίνει ότι θέλεις τουρισμό και σε είκοσι χρόνια.

Το να προστατεύεις τη γεωργική γη δεν σημαίνει ότι είσαι εναντίον της αξιοποίησης.
Σημαίνει ότι καταλαβαίνεις πως η γη που χτίστηκε δεν ξαναγίνεται εύκολα χωράφι.

Το να απαιτείς προσιτή κατοικία δεν σημαίνει ότι είσαι εναντίον της αγοράς.
Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις πως η κατοικία είναι και κοινωνικό αγαθό.

Το πραγματικό ερώτημα

Η Χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες.
Θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τη χώρα ως μια σειρά από επενδυτικές ευκαιρίες;
Ή θα αρχίσουμε να τη βλέπουμε ως ένα ενιαίο σύστημα που πρέπει να λειτουργεί για τους ανθρώπους του;

Δεν χρειάζεται να διώξουμε τους επενδυτές.

Χρειάζεται να τους πούμε:
«Καλώς ήρθατε. Αλλά εδώ υπάρχουν κανόνες.»
  • Κανόνες για τη γη.
  • Κανόνες για το περιβάλλον.
  • Κανόνες για την κατοικία.
  • Κανόνες για το νερό.
  • Κανόνες για τις υποδομές.
  • Κανόνες για την προστασία της τοπικής κοινωνίας.

Και πάνω απ' όλα, έναν κανόνα:
Το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να είναι ο τελευταίος παράγοντας που εξετάζεται.
Γιατί κάποτε πρέπει να αποφασίσουμε

Θέλουμε μια Ελλάδα που θα έχει ακριβότερα οικόπεδα;
Ή μια Ελλάδα που θα έχει περισσότερους ανθρώπους που μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς;

Θέλουμε ρεκόρ αφίξεων;
Ή θέλουμε νησιά που θα μπορούν να αντέξουν τον τουρισμό χωρίς να καταρρεύσουν;

Θέλουμε να αυξάνεται συνεχώς η αξία των ακινήτων;
Ή θέλουμε τα παιδιά μας να μπορούν να αποκτήσουν σπίτι;

Θέλουμε κεφάλαια που θα αγοράζουν Ελλάδα;
Ή θέλουμε κεφάλαια που θα παράγουν μέσα στην Ελλάδα;

Η απάντηση δεν είναι οικονομική.
Είναι πολιτική.
Και είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική απόφαση που έχουμε μπροστά μας.

Γιατί κάποια στιγμή μπορεί να ανακαλύψουμε μια μεγάλη ειρωνεία:
Ότι καταφέραμε να κάνουμε την Ελλάδα τόσο «ελκυστική» για επενδύσεις, ώστε να γίνει απρόσιτη για τους ίδιους τους Έλληνες.

Τότε θα πρέπει να απαντήσουμε στο πιο απλό ερώτημα:
Ποιος τελικά θα κατοικεί στην Ελλάδα που σήμερα αναπτύσσουμε;



Δρόμος ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου