Το όραμα του «σουλτάνου»

Του Νίκου Βαρσάμη

Από τα λόγια πέρασε στα έργα. Το τελευταίο διάστημα υπήρξαν ψίθυροι που δυνάμωσαν και έγιναν κραυγές, μέχρι που τελικά έγινε στις 13- 5- 2017 του Μάη στο Πεκίνο, από τον πρόεδρο της Τουρκίας στον Έλληνα πρωθυπουργό το μεγάλο βήμα. Ο Τούρκος πρόεδρος έθεσε επίσημα ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης που υπογράφτηκε το 1923. Πέραν όμως αυτού του τολμηρού βήματος, οι πληροφορίες εγκύρων κύκλων της πολιτικής και της διπλωματίας, δείχνουν ότι η Άγκυρα προσεγγίζει τα προβλήματα στο Ανατολικό Αιγαίο πολυδιάστατα. Από τη μια υπάρχει η τεχνητή πτυχή του όλου ζητήματος. Η ΑΟΖ και τα θαλάσσια σύνορα της Τουρκίας «συγκρούονται» με αυτά της Κύπρου και της Ελλάδας. Από την άλλη υπάρχει η ενεργειακή πτυχή. Ο περίγυρος του προέδρου Ερντογκάν, η οικογένεια του γαμπρού του, οι μεγάλες τουρκικές εταιρείες που διατηρούν συνεργασία με την κυβέρνηση, επενδύουν μεγάλες ελπίδες στα ενεργειακά αποθέματα της Μεσογείου. Αυτοί οι κύκλοι θεωρούν ότι οι ίδιοι και η Τουρκία θα εξασφαλίσουν μεγάλα κέρδη από τη μεταφορά του ισραηλινού και αιγυπτιακού φυσικού αερίου στη Δύση.

Ας δούμε το όλο ζήτημα πιο αναλυτικά:

Το «Όραμα 2023» του Ταγίπ Ερντογκάν συνίσταται στη στόχευση του νεοοθωμανισμού, για μια νέα ελληνοτουρκική Συνθήκη μέχρι το 2023 που θα αντικαθιστά εκείνη της Λωζάννης του 1923. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί ειρηνικά. Θα πρέπει να μεσολαβήσει ελληνοτουρκικός πόλεμος για να αλλάξει η Συνθήκη της Λωζάννης, που καθορίζει τα νεότερα σύνορα της Ελλάδος με την Τουρκία Γεωπολιτικά, μόνιμη αιτία που συντηρεί την πιθανότητα ενός «θερμού επεισοδίου» είναι η στρατηγική ασφάλεια της Τουρκίας, που φυσικά εφαρμόζεται σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου οι οποίες λειτουργούν ανταγωνιστικά για το γείτονα στην ίδια περιοχή συμφερόντων. Αν δεν παύσει αυτή η στρατηγική ασφαλείας κι αν δεν δεχτεί η Άγκυρα να συμπέσουν τα ελληνικά με τα τουρκικά συμφέροντα σε μια λογική υπέρβασης του ανταγωνισμού και της επιβολής του ισχυρότερου, δηλαδή σε μια εξωτερική φιλειρηνική και εποικοδομητική πολιτική, στην οποία οι δύο λαοί θα κερδίζουν αμοιβαία (ότι αποκαλείται στην αγγλική ορολογία win-win), τότε η Αθήνα και η Λευκωσία θα πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι μια μεταβολή της ιστορικής συγκυρίας (όπως ενδεχομένως συμβαίνει αυτή την περίοδο) ίσως τα πράγματα θα οξυνθούν φανερά οδηγώντας στην εμπόλεμη σύρραξη.

Να σημειώσουμε πως το τρέχον έτος η Τουρκία έχει κάθε συμφέρον να προκαλέσει σύρραξη στην κυπριακή ΑΟΖ καθώς θέλει να εμποδίσει τις προγραμματισμένες εξορύξεις από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που έχουν πάρει άδεια από την Κύπρο. Η Κυβέρνση της τελευταίας θεωρεί ότι οι ισχυρές δυτικές χώρες που βρίσκονται από αυτές τις πολυεθνικές δεν θα αφήσουν την Άγκυρα να τους αφαιρέσει ότι τους παραχωρεί νόμιμα η Κύπρος, παρεμβαίνοντας κατά της Τουρκίας.

Αυτό όμως δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια, καθώς δεν είναι δεδομένο ότι τρίτα κράτη θα καταφέρουν να πιέσουν την Τουρκία να υπαναχωρήσει από μια ήδη εκδηλωμένη επιθετικότητα στην κυπριακή ΑΟΖ, ενώ είναι προβλέψιμο ότι μάλλον δύσκολα τρίτα κράτη θα πολεμήσουν την Τουρκία σε περίπτωση άρνησή της-αν και όχι αποκλειόμενη, ειδικά αν θέλουν να περιορίσουν την ισχύ της Τουρκίας και του καθεστώτος του Ερντογκάν σε αυτή. Πάντως τα πράγματα είναι επικίνδυνα στην Κύπρο το 2017, καθώς στην περίπτωση του «δυσάρεστου σεναρίου» η Κύπρος και η Ελλάδα (που θα σπεύσει να βοηθήσει, όπως επιβάλλει το ενιαίο αμυντικό δόγμα, διορθώνοντας αυτή τη φορά την αδράνεια του 1974) θα μείνουν μόνες σε πόλεμο με την Τουρκία.

Και όχι μόνο…

Άλλωστε, η Τουρκία ίσως οδηγήσει η ίδια την Ελλάδα σε μια τέτοια εμπλοκή, καθώς δεν αποκλείεται να προσπαθήσει μαζί με την επέμβαση την κυπριακή ΑΟΖ να επιλύσει το θέμα του Καστελόριζου και των παρακείμενων νησίδων του,, ούτως ώστε να μην μπορεί να ισχυρίζεται η Ελλάδα (όπως κάνει τώρα) ότι, λόγω Καστελόριζου, εφάπτεται η ελληνική με την κυπριακή ΑΟΖ και άρα μπορεί να τοποθετηθεί υποθαλάσσιος αγωγός μεταφοράς φυσικού αερίου που θα αποκλείει τη μεσολάβηση της τουρκικής ΑΟΖ

Παράλληλα, η Τουρκία θα θελήσει να λύσει το ζήτημα της αποστρατικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, και τούτο καθώς, κατά την άποψη της, μετά τη λήξη του ελληνοτουρκικού πολέμου 1912-1922 και την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, τα νέα σύνορα εξασφάλιζαν το δυσπρόσβλητο της Ελλάδας από την τουρκική εισβολή-η Ελλάδα ως ενδοχώρα χωρίζεται από την Τουρκία μέσω του Αιγαίου Πελάγους και άρα μια χερσαία τουρκική εισβολή είναι δύσκολη. Αντίθετα,-κατά την τουρκική άποψη-, με το σχετικά δυσπρόσβλητο της ελλαδικής χερσονήσου από τουρκική εισβολή, η Δυτική Ακτή της Μικράς Ασίας, η οποία βρίσκεται η Τρίτη πολιτεία της Τουρκίας η Σμύρνη, είναι ευπρόσβλητη από τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, γι’ αυτό και ετέθη το 1023 ως όρος το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάννης η αποστρατικοποίηση των εγγυτάτων με τις μικρασιατικές ακτές νησιών, της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας. Επίσης, με τη Συνθήκη της Λωζάννης για τα Στενά ορίστηκε και η αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών της Λήμνου και της Σαμοθράκης, μαζί με τα τουρκικά Δαρδανέλια, τη Θάλασσα του Μαρμαρά, του Βοσπόρου και των τουρκικών νησιών Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών-αυτή η αποστρατικοποίηση καταργήθηκε με από τη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, καθώς, στο Προοίμιο της μνημονεύεται ότι αντικατέστησε στο σύνολό της την Συνθήκη της Λωζάννης για τα Στενά του 1923.

Κατά τον ελληνικό ισχυρισμό, αναφορικά με τα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία το καθεστώς της αποστρατικοποίησης έχει καταργηθεί βάση του άρθρου 51 του Καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ, που εξασφαλίζει το δικαίωμα στη νόμιμη άμυνα: κυρίως μετά την εισβολή στην Κύπρο (1974), η Ελλάδα οχύρωσε τα νησιά αυτά για λόγους άμυνας-ως αποτροπή επανάληψης του ίδιου τουρκικού σχεδίου που εφαρμόσθηκε στην Κύπρο (δηλαδή τουρκική απόβαση σε ανοχύρωτο νησί). Ο ίδιος ισχυρισμός της νόμιμης άμυνας προβάλλεται από την πλευρά της Ελλάδος και για τη στρατικοποίηση των Δωδεκανήσων-συν ότι η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση Ειρήνης στο Παρίσι το 1947, με την οποία εκχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα, ως αποστρατικοποιημένα νησιά, άρα η Τουρκία δεν μπορεί να την επικαλείται. Άλλωστε, η τουρκική Αεροπορία προβαίνει σε υπερπτήσεις επί ελληνικών νησιών και σε άλλες παραβάσεις στην περιοχή, απειλώντας διαρκώς.

Από την άλλη πλευρά οι Τούρκοι επιμένουν ότι το καθεστώς της αποστρατικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου συνεχίζει να ισχύει, αφού, άλλωστε, έχουν συμφέρον σε αυτό. Η αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών εξασφαλίζει τη Μικρά Ασία από εισβολή, ενώ παράλληλα κάνει ευάλωτα τα ελληνικά εδάφη. Γι’ αυτό πάγιος στόχος της Τουρκίας είναι ο εξαναγκασμός της Ελλάδας σε αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, πράγμα που η Τουρκία ίσως επιδιώξει κάποτε μέσω παράνομου πολέμου όπως έπραξε στην Κύπρο το 1974.

Πιθανές λύσεις

Ανεξάρτητα της μικρής ή μεγαλύτερης διάρκειας αυτού του πιθανού ελληνοτουρκικού πολέμου, το αποτέλεσμα θα είναι ότι η Ελλάδα και η Κύπρος θα διακινδυνεύσουν να βρεθούν μπροστά σε τετελεσμένα που τώρα δεν υπάρχουν, ενώ ίσως οδηγηθούν στο ατέρμονο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ή σε μια διαιτησία, ακόμα και σε μια δικαστική επίλυση των ζητημάτων που θα προκληθούν.. Εξάλλου, όπως σημειώσαμε παραπάνω, η στόχευση του νέοοθωμανικού «Οράματος 2023» του Ερντογκάν είναι μια νέα ελληνοτουρκική Συνθήκη μέχρι το έτος 2023, που θα αντικαθιστά την Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Στόχευση απολύτως συμβατή (πλην όμως παράνομη κατά το Διεθνές Δίκαιο) με το διαχρονικό γεωπολιτικό σχέδιο της Τουρκίας στην περιοχή, που δεν είναι άλλο από την ασφάλεια της Μικράς Ασίας, από τη δυνατότητα στρατιωτικής προσβολής και η επίτευξη από την Τουρκία ενός διαχρονικού στρατηγικού στόχου: την αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου.

Ο στρατηγικός αυτός στόχος της Τουρκίας είχε επιτευχτεί στην Κύπρο (1967, 1974): η παρουσία της ελληνικής Μεραρχίας (1964-1967), η οποία διέθετε 10.000 στρατιώτες και βαρύ οπλισμό, οχύρωνε την Κύπρο από τουρκική εισβολή (με δυσκολία, βέβαια, αεροπορικής κάλυψης λόγω της απόστασης της Κύπρου από την Ελλάδα). Έκτοτε η Τουρκία πέτυχε αφενός το 1967 να «πείσει» την ελληνική δικτατορία να αδειάσει την Κύπρο από την ελληνική Μεραρχία, αφετέρου εισέβαλε στο ανοχύρωτο νησί το 1974, καταλαμβάνοντας την Βόρεια Κύπρο,, στην οποία συντηρεί 30.000 Τούρκους στρατιώτες, εξαναγκάζοντας ουσιαστικά την Ελλάδα σε μια προσπάθεια κατευνασμού της Τουρκίας.

Το ίδιο τουρκικό σχέδιο που εφαρμόστηκε στην Κύπρο υπάρχει και για το Ανατολικό Αιγαίο, με κομβικό στόχο την αποστρατικοποίηση των ελληνικών νησιών. Αν συμβεί αυτό, τότε κάθε τι είναι δυνατόν να συμβεί υπέρ της Τουρκίας, μιας και όλες οι απαιτήσεις της επί των θαλάσσιων ή αεροπορικών ζωνών στο Αιγαίο Πέλαγος μπορούν να υλοποιηθούν πολύ εύκολα. Αν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου καταστούν αποστρατικοποιημένα και ανοχύρωτα, από τη μια πλευρά θα τελούν μονίμως υπό την απειλή της τουρκικής κατάληψης και άρα η Ελλάδα θα είναι υποχρεωμένη να ενδίδει στις οιαδήποτε τουρκικές «ορέξεις», από την άλλη, δεν θα απειλούν την δυτική μικρασιατική ακτή και την ασιατική ενδοχώρα, άρα η Τουρκία θα είναι ασφαλής από δυτικά.
______________________________________________________________________________________

______________________________________________________________________________________

Για να πετύχει εξαναγκαστικά σε βάρος της Ελλάδας την αποστρατικοποίηση του Ανατολικού Αιγαίου, η Τουρκία πρέπει να επιχειρήσει να καταλάβει μεγάλο νησί, ή τουλάχιστον νησί οχυρωμένο και κατοικημένο, που να μπορεί να υποστηρίζει ανθρώπινη διαβίωση στο έδαφός του. Αν η Τουρκία πετύχει να καταλάβει ένα τέτοιο ελληνικό νησί και αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να το ανακαταλάβει αυτό το νησί, τότε ανοίγει ο δρόμος για την αποστρατικοποίηση του Ανατολικού Αιγαίου. Η Τουρκία θα θέσει ως όρο στις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν (οι οποίες είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσουν, δεδομένου του κυπριακού προβλήματος μετά το 1974) για να αποχωρήσει από το κατειλημμένο νησί την αποστρατικοποίηση του Ανατολικού Αιγαίου. Αν πετύχει αυτόν τον όρο, τότε σε δεύτερο χρόνο θα επιβάλλει όλες τις άλλες απαιτήσεις της. Ουσιαστικά πρόκειται για ότι έγινε στην Κύπρο, εφαρμοσμένο ως σχέδιο στην περίπτωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Χρειάζεται προσοχή

Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα και η Κύπρος θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές στην όξυνση του ανταγωνισμού με την Τουρκία, για το κυπριακό φυσικό αέριο το 2017, καθώς ο πλούτος του κυπριακού υπεδάφους μπορεί να αποτελέσει τη θρυαλλίδα για μια γενική πολεμική εκτόνωση των επί χρόνια αιωρούμενων προβλημάτων στην περιοχή, ιδίως αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι επί δεκαετίες αυτά τα προβλήματα έχουν οδηγήσει σε μια κούρσα εξοπλισμών, που μέχρι σήμερα ευτυχώς δεν έχουν χρησιμοποιηθεί. Αποτέλεσμα αυτής της στρατιωτικής εμπλοκής θα είναι τα δύο μέρη να «παίξουν σε μια ζαριά» δικαιώματα που θα μπορούσαν να είχαν πάρει την οδό της ειρηνικής επίλυσης. Και όλα αυτά θα εξυπηρετήσουν το παράνομο «Όραμα 2023» του νέο-οθωμανισμού για την αντικατάσταση της Συνθήκης της Λωζάννης 1923 με μια άλλη, που θα νομιμοποιεί τις τουρκικές παραβιάσεις του δικαίου.

Όσο για το σλόγκαν που διατυπώνεται και ακούγεται ευχάριστα από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, «να πάμε πίσω στη Συνθήκη των Σεβρών», μπορεί να ικανοποιεί τις ελληνικές φιλοδοξίες, πλην όμως πόσο ρεαλιστικό είναι;

Πηγή: Η ΣΦΗΚΑ


Δρόμος Ανοιχτός

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου