Του Πάσχου Λαζαρίδη
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Τουρκία καθορίστηκε από την ατζέντα Τραμπ: Πίεση στην Ευρώπη να αναλάβει τα κόστη της ευρωπαϊκής άμυνας, αύξηση στρατιωτικών δαπανών, προσφυγή στην πολεμική οικονομία, και βεβαίως, αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.
Η τελευταία παράμετρος είναι προφανής για όποιον βλέπει την πραγματικότητα ως έχει. Τα παραμορφωτικά γυαλιά της ελληνικής δημοσιογραφίας αρέσκονται να ερμηνεύουν την τουρκική αναβάθμιση ως απλή προσωπική συμπάθεια του Τραμπ στον Ερντογάν η οποία θα παρέλθει με το πλήρωμα του χρόνου, ωστόσο στην πολιτική και πολύ περισσότερο στη γεωπολιτική, τα πράγματα δεν είναι ποτέ προσωπικά.
Η Τουρκία διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο για τρεις λόγους:
Πρώτον, γιατί είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του ΝΑΤΟ στρατιωτικά και η Ευρώπη τη θεωρεί απαραίτητη για την άμυνά της έναντι της Ρωσίας. Εδώ, δεν έχει σημασία αν οι ευρωπαϊκές αντιρωσικές ψυχώσεις έχουν βάση. Σημασία έχει ότι αυτή η αντιρωσική υστερία είναι ο βασικός διαμορφωτής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, και σε αυτήν, επιφυλάσσεται ρόλος για την Τουρκία, λόγω θέσης και μεγέθους.
Δεύτερον, γιατί είναι μια δύναμη με αμυντική παραγωγή, μέτοχος σε πολυδάπανα στρατιωτικά πρότζεκτ (πχ τα αεροσκάφη πέμπτης γενιάς είχαν αρχικά την Τουρκία ως συμπαραγωγό και όχι ως απλό αγοραστή), εξαγωγέα πολεμικού υλικού που κατασκευάζεται σε τουρκικά εργοστάσια. Στην έκρηξη των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης (με πρωταθλήτρια χώρα τη Γερμανία) η Τουρκία έχει βασικό ρόλο και υψηλές προσδοκίες.
Τρίτον, γιατί είναι η αιχμή του δόρατος του ΝΑΤΟ στη Δυτική Ασία, και με την απόσυρση των ΗΠΑ, οι Τούρκοι επιδιώκουν να καλύψουν το κενό. Η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ αφορά κυρίως τον ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή και όχι κάποια στρατηγική αντιπαράθεση που μπορεί να οδηγήσει σε πολεμική αναμέτρηση. Το τρίγωνο Σαουδική Αραβία – Αίγυπτος – Τουρκία, φαντάζει πλέον για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό εξίσου ελκτικό και ίσως πιο ικανό να επιλύει ζητήματα στην περιοχή, συγκρινόμενο με ένα αφιονισμένο Ισραήλ που βάλει κατά πάντων – χωρίς επιτυχία – όπως έδειξε και η κατάληξη του πολέμου με το Ιράν.
Πού βρίσκεται στα παραπάνω η Ελλάδα, τουλάχιστον στα μυαλά των Ευρωπαίων και των Αμερικανών;
Πουθενά.
Η Ελλάδα πολύ απλά δεν λαμβάνεται υπόψη. Είναι ταγμένη και δεδομένη για τη Δύση, σύμφωνα άλλωστε και με τις δηλώσεις των κυβερνώντων της. Στην καλύτερη θεωρείται ως μικρός εταίρος της Τουρκίας για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, με αναβαθμισμένο φυσικά τον ρόλο της τελευταίας.
Ακόμα και οι δηλώσεις Μητσοτάκη, οι οποίες στην Ελλάδα παρουσιάστηκαν ως έκφραση σθεναρής στάσης και πατριωτισμού (“οι ευαισθησίες να λαμβάνονται υπόψη”), δεν ήταν τίποτα άλλο από το δειλό και ντροπαλό παράπονο του ασήμαντου που δεν του δίνουν σημασία οι Αμερικανοί όταν δηλώνουν ότι οι κυρώσεις ενάντια στην Τουρκία θα παρακαμφθούν ώστε να αγοράσει η Άγκυρα τα F35.
Όλα τα παραπάνω μπορεί να τα δει ένας αντικειμενικός παρατηρητής. Αν όμως είχε την τύχη ή την ατυχία να παρακολουθεί τα ελληνικά ΜΜΕ, θα ήταν σίγουρος ότι η Ελλάδα κατάφερε ιστορικό διπλωματικό θρίαμβο.
Ανεξάρτητα όμως από τον φθηνό προπαγανδιστικό θόρυβο της κυβέρνησης Μητσοτάκη και των επικοινωνιακών της μηχανισμών, είναι προφανές ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική αντανακλά την ποιότητα της μεταμνημονιακής ελληνικής άρχουσας τάξης: Μόνιμα υποβαθμισμένη, οριστικά εγκλωβισμένη στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, συμπληρωματική της Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στον πάτο όλων των σημαντικών δεικτών, πίσω ακόμα και από την πλειοψηφία των βαλκανικών χωρών, με μια οικονομία που στηρίζεται σε χαμηλής ποιότητας υπηρεσίες, στον τουρισμό και στη φούσκα του real estate και με μια αμυντική πολιτική που αγοράζει πανάκριβα αμερικανικά, ευρωπαϊκά και ισραηλινά συστήματα, έχοντας προηγουμένως διαλύσει κάθε εγχώρια παραγωγική δυνατότητά της. Η ελληνική άρχουσα τάξη έχει απομείνει να πανηγυρίζει για την αθρόα εισροή ξένων κεφαλαίων που κατευθύνονται όμως σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα των ακινήτων με μαζικές αγορές από ξένα funds και τοποθετήσεις στους μονοπωλιακούς κλάδους της ενέργειας και της ιδιωτικής υγείας που εγγυώνται άκοπα κέρδη με την εγγύηση της κυβέρνησης.
Όλα αυτά, δεν μπορεί να μην αντανακλώνται στην εξωτερική πολιτική και στη διπλωματία. Η ελληνική άρχουσα τάξη βλέποντας το ειδικό της βάρος να μειώνεται δραματικά και να μην έχει να “πουλήσει” τίποτα στους συμμάχους, αρκείται σε δηλώσεις αιώνιας πίστης, υπακοής και νομιμοφροσύνης στα αμερικανικά κελεύσματα. Η πέρα από κάθε λογικό όριο αντιρωσική παραφροσύνη, η ανάληψη ρόλου υπηρετικού προσωπικού προς το Ισραήλ, οι δηλώσεις αμφισβήτησης της καθολικότητας και της ισχύος του διεθνούς δικαίου – μόνο όμως αν αυτό παραβιάζεται από ΗΠΑ και Ισραήλ, έχουν μετατρέψει τη χώρα σε περιφρονημένο φτωχό συγγενή που προσκολλάται απελπισμένος στον πλούσιο και ισχυρό θείο.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μένει η Ελλάδα όχι απλά στη λάθος και στην άδικη πλευρά της ιστορίας, αλλά ακόμα και τη στιγμή που οι ΗΠΑ αμφισβητούν την πλήρη ταύτισή τους με τη γενοκτονία, τις εθνοκαθάρσεις και την επιθετικότητα του Ισραήλ, η Ελλάδα να έχει να επιδείξει την πλήρη σύμπλευση με τις αποκρουστικές πολιτικές του Ισραήλ. Την ώρα που η Ουάσινγκτον, είτε δια του αντιπροέδρου Βανς, είτε δια του ίδιου του Τραμπ, εξέφραζε τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι το Ισραήλ σκοτώνει ότι κινείται, και αυτό δεν μπορεί να είναι βιώσιμη πολιτική για την περιοχή, η ελληνική κυβέρνηση κατασκεύαζε για εσωτερική κατανάλωση την γελοία προσδοκία ότι το Ισραήλ θα λύσει για λογαριασμό μας τα ανοιχτά θέματα της Κύπρου, του Αιγαίου ή και της τουρκικής επιθετικότητας γενικότερα.
Η προσδοκία θα ήταν απλώς αστεία αν δεν ήταν τραγική. Η ελληνική άρχουσα τάξη στήνει την εξωτερική της πολιτική σε απλοϊκά και βλακώδη σχήματα, τα οποία έχουν δοκιμαστεί εδώ και μια δεκαετία με πλήρη αποτυχία. Η Τουρκία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται να επιτεθεί στο Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι η πιο επιθετική έκφραση (με ένα μικρό βαθμό αυτονομίας) της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή. Δεν πρόκειται να επιτεθεί στη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη του ΝΑΤΟ.
Αυτές οι βλακείες λέγονται στα σοβαρά μόνο από απελπισμένους προπαγανδιστές της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Φυσικά, αφορούν αποκλειστικά το εσωτερικό ακροατήριο. Σε διεθνές ακροατήριο, όποιος άκουγε τις στρατηγικές αφέλειες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα έβαζε τα γέλια.
Τουρκία και Ισραήλ ανταγωνίζονται για το ποιος θα είναι η μεγαλύτερη περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Στο βαθμό όμως που και οι δύο δυνάμεις παραμένουν στο δυτικό στρατόπεδο και δεν αποσκιρτούν από αυτό (πχ υπέρ της Κίνας), ο ανταγωνισμός θα παραμένει φραστικός, με μικροεπεισόδια διπλωματικά και εμπορικά, χωρίς περαιτέρω κλιμακώσεις. Θα διεκδικούν αμφότεροι, με την έγκριση των ΗΠΑ, να κερδίσουν χώρο από τη μερική απόσυρση των Αμερικανών από τα φλέγοντα μέτωπα της περιοχής. Και ειδικά η Τουρκία, με το γνωστό και πιεστικό ανατολίτικο παζάρι, θα διεκδικεί ανταλλάγματα για κάθε της υπηρεσία. Θα πουλά ως εκδούλευση ακόμα και το γεγονός ότι παραμένει στο ΝΑΤΟ, υπέρ των ΗΠΑ, ενώ είναι γνωστό ότι είναι στρατηγικά ενταγμένη στο δυτικό στρατόπεδο. Και το αντάλλαγμα της “εκδούλευσης”, το ορεκτικό στο τραπέζι των συμφωνιών, το “ρεγάλο” για την τουρκική μεγαλοθυμία να εξυπηρετήσει μια ακόμα φορά τις ΗΠΑ, θα είναι η ελληνοκυπριακή ΑΟΖ, το Αιγαίο, τα F-35.
Όσο η Ελλάδα αποδέχεται το δόγμα της Ε.Ε. ότι η Ρωσία είναι ο θανάσιμος εχθρός της, τόσο θα αποδέχεται αντικειμενικά και αναπόφευκτα ότι η Τουρκία είναι απαραίτητη για την Ευρώπη.
Όσο η Ελλάδα δείχνει πρόθυμη να κλείνει τα μάτια σε κάθε παραβίαση του διεθνούς δικαίου που διαπράττει είτε το Ισραήλ είτε οι ΗΠΑ, τόσο θα φαντάζουν γελοίες, προσχηματικές και χωρίς κανένα βάρος οι αιτιάσεις Ελλάδας και Κύπρου για τουρκική κατοχή στο νησί.
Να γιατί η θλιβερή εξωτερική πολιτική δεν είναι απλά ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο και ενταγμένη στη λάθος πλευρά της ιστορίας, αλλά είναι και επικίνδυνη.



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου