Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Κάποιες ειδήσεις δεν πρέπει να βιαζόμαστε να τις ερμηνεύσουμε. Πρέπει πρώτα να τις αφήνουμε για λίγο να στέκονται μπροστά μας γυμνές, όσο κι αν δυσκολευόμαστε να τις αντέξουμε.
Ένα βρέφος 8 μηνών βρέθηκε δολοφονημένο μέσα σε μια κατάψυξη.
Και το πρώτο ερώτημα έρχεται σχεδόν αυτόματα: «Τι άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο;». Είναι ένα εύλογο ερώτημα. Αλλά ίσως υπάρχει κι ένα δεύτερο, πολύ πιο δύσκολο: τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν το αδιανόητο μπορεί να συμβαίνει δίπλα μας και να παραμένει αόρατο;
Δεν γνωρίζουμε ακόμη όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και θα ήταν ανεύθυνο να αποδώσουμε συλλογικές αιτίες σε ένα συγκεκριμένο έγκλημα. Το συλλογικό τραύμα δεν «παράγει δολοφόνους» με έναν απλό, γραμμικό τρόπο. Μπορεί όμως να παράγει κάτι άλλο, λιγότερο θεαματικό και γι’ αυτό περισσότερο ύπουλο: μια κοινωνία κουρασμένη να αισθάνεται.
Όταν μια κοινωνία ζει για χρόνια μέσα στην ανασφάλεια, στην οικονομική εξουθένωση, στη δυσπιστία προς τους θεσμούς και στη διάλυση των κοινοτικών δεσμών, το πεδίο της φροντίδας της στενεύει. Ο καθένας παλεύει να σώσει τον εαυτό του. Ο γείτονας γίνεται ξένος. Το παιδί πίσω από τον τοίχο γίνεται «δική τους υπόθεση». Η εξάρτηση γίνεται «κακιά επιλογή». Η ψυχική αποδιοργάνωση γίνεται «τρέλα». Η φτώχεια γίνεται προσωπική αποτυχία.
Και σιγά σιγά χάνεται κάτι πολύτιμο: η ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε ότι ο άνθρωπος δίπλα μας δεν είναι απλώς παράξενος ή προβληματικός. Μπορεί να βρίσκεται σε κίνδυνο.
Γι’ αυτό ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη τη νύχτα του εγκλήματος. Είναι τι συνέβαινε πριν. Τι είχε προηγηθεί μέσα σε εκείνο το σπίτι; Τι έβλεπαν τα άλλα παιδιά; Ποιος γνώριζε; Ποιος υποψιαζόταν; Ποιος άκουσε κάτι και το προσπέρασε; Ποιος θεσμός είδε - και ποιος δεν μπόρεσε να δει;
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι υπόλοιποι θα "καταναλώσουμε" αυτή την τραγωδία. Θα σοκαριστούμε. Θα αναζητήσουμε τις μακάβριες λεπτομέρειες. Θα πούμε «τέρας», «φρίκη», «πού φτάσαμε». Και σε λίγες ημέρες μια άλλη είδηση θα πάρει τη θέση της.
Αυτό είναι ίσως μία από τις πιο αθέατες όψεις του συλλογικού τραύματος: το αδιανόητο επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ως θέαμα, ώστε κινδυνεύει να πάψει να μας κινητοποιεί και απλώς να μας διεγείρει. Ο ανθρώπινος πόνος γίνεται περιεχόμενο.
Τα «τέρατα», άλλωστε, είναι μια βολική εξήγηση. Αν εκείνος που διαπράττει το αδιανόητο δεν είναι άνθρωπος αλλά τέρας, μπορούμε να τον εξορίσουμε από τον κοινό μας κόσμο και να ησυχάσουμε. Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε για τους δεσμούς που διαλύθηκαν, για τις οικογένειες που έμειναν αβοήθητες, για τους θεσμούς που δεν έφτασαν εγκαίρως, για τις γειτονιές που έπαψαν να βλέπουν.
Το αντίθετο όμως της βίας δεν είναι απλώς η απουσία βίας.
Είναι η παρουσία της φροντίδας. Και ίσως το βαθύτερο σύμπτωμα μιας τραυματισμένης κοινωνίας να μην είναι ότι παράγει περισσότερα «τέρατα». Είναι ότι παράγει όλο και λιγότερους δεσμούς ικανούς να αντιληφθούν εγκαίρως τον άνθρωπο που χάνεται.
Γιατί ένα βρέφος δεν μπορεί να καταγγείλει. Δεν μπορεί να φύγει. Δεν μπορεί να χτυπήσει την πόρτα του διπλανού. Δεν έχει καν τις λέξεις για να πει «βοήθεια». Χρειάζεται μια κοινωνία που να μπορεί να ακούει ακόμη κι εκείνους που δεν έχουν φωνή.
Και η κοινωνία μας δεν ακούει πια ούτε εκείνους που κραυγάζουν...
* Αντώνης Ανδρουλιδάκης, Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος/ Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου και Neapolis Pafos.



Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου